Κώστας Βάρναλης, Να σ’ αγναντεύω θάλασσα…

Κώστας Βάρναλης

Η ποίηση ήταν ένα είδος λογοτεχνίας που πάντα μου δημιουργούσε απορία και θαυμασμό. Χωρίς να χρησιμοποιούνται περιφραστικές προτάσεις, χωρίς επεξήγηση και ιδιαίτερη ανάλυση, διαλόγους και πολλές σελίδες γράφεται του κόσμου η αλήθεια, η Ιστορία, τα συναισθήματα. Μια ζωή μπορεί να κλειστεί μέσα σε λίγους στίχους, να τραγουδηθεί, να απομνημονευτεί.

«Ω, πόσο βάσανο μεγάλο

το βάσανο είναι της ζωής…»

Οι «Μοιραίοι» είναι το πρώτο ποίημα που διάβασα και ανέλυσα στο σχολείο. Έτσι γνώρισα τον Κώστα Βάρναλη. Δεν ξέρω αν υπάρχει ακόμα θέμα για τους πολιτικοποιημένους συγγραφείς στα σχολεία -μέχρι και έκθεση γράφαμε για την πολιτικοποιημένη λογοτεχνία, και μας ζητούσαν να γράψουμε τη γνώμη μας, άρα είχαμε κρίση- ευτυχώς, μεγαλώσαμε πιστεύοντας πως για να έχεις γνώμη, είναι απαραίτητο να έχεις γνώση.

«Δε λυγάνε τα ξεράδια και πονάνε τα ρημάδια!

Kούτσα μια και κούτσα δυο, της ζωής το ρημαδιό»

Και την Μπαλάντα του Κυρ-Μέντιου έμαθα. Η πρώτη μορφή που ήρθα σε επαφή ήταν όλο το ποίημα. Μετά έμαθα το τραγούδι. Πριν το τραγουδήσουν όλοι ως πανελλήνιο σουξέ. Ο Κώστας Βάρναλης μπήκε και στα δικά μου αναγνώσματα, από μικρή ηλικία. Το πρώτο ολοκληρωμένο έργο που διάβασα ήταν το Φως που Καίει. Μαγεύτηκα από την αμεσότητα του λόγου, τα μηνύματα και τις ευφάνταστες εικόνες του. Το 1922 κυκλοφόρησε για πρώτη φορά, στην Αλεξάνδρεια, με ψευδώνυμο το έργο. Δήμος Τανάλιας. Ανάμεσα στους ήρωες εντοπίζονται δύο εκπρόσωποι των θεών: ο Προμηθέας και ο Χριστός, ο σκεπτόμενος και ενεργός πολίτης Μώμος, η ιδιοτελής πόρνη Αριστέα και η δουλοπρεπής Μαϊμού. Όλος ο κόσμος που ζούμε δηλαδή, εξεγερμένοι, γελασμένοι, μοιραίοι, μια ανθρωπότητα καρφωμένη και εξαπατημένη, μέσα από ένα έργο που θυμίζει αρχαία τραγωδία, με τον υπέροχο πρόλογο:

«Να σ᾿ αγναντεύω, θάλασσα, να μη χορταίνω

απ᾿ το βουνό ψηλάστρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω

απ᾿ τα μαλάματά σου τα πολλά…

Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτινέ έρωτά μου,

με μάτια να σε χαίρομαι θολά

και να’ ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου

πίσω κι αλλάργα βάσανα πολλά»

Ο Κώστας Βάρναλης ήταν πολυγραφότατος. 18 ετών ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει Φιλολογία. Τότε πήρε μέρος στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα, ως υποστηρικτής των δημοτικιστικών. Ήταν από τους πρώτους ποιητές μάλιστα που γράψανε στη Δημοτική Γλώσσα τα έργα τους. Γεννήθηκε το 1884 στον Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας (σημερινό Μπουργκάς της Βουλγαρίας), μέσα σε ελληνική οικογένεια της περιοχής. Πριν ολοκληρώσει τη φοίτηση στο ελληνικό σχολείο του Πύργου έζησε από πρώτο χέρι τις φρικαλεότητες του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, ένα γεγονός που του σφράγισε την παιδική του ηλικία και τον μετέπειτα τρόπο σκέψης του. Τιμήθηκε με το Βραβείο Λένιν, το 1959, αντίστοιχο των Βραβείων Νόμπελ. Έγραψε με αγάπη για τον άνθρωπο, με μια ειρωνική λεπτότητα, με χιούμορ αρκετές φορές, ίσως με σατυρική διάθεση, ο λόγος του είχε μια λυρικότητα, και ήταν ευφάνταστος. Οι αλληγορίες στην ποίηση και γενικότερα στα γραπτά του είναι ένα χαρακτηριστικό της γραφής του. Λογοτέχνης, δοκιμιογράφος, δημοσιογράφος, εκδιωκόμενος για τα πιστεύω του και για την τέχνη που υπηρέτησε, μα πάντα πιστός στις ιδέες και στη γνώμη του, διατήρησε την ποιητική αλλά και την ανθρώπινη εγρήγορσή του μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Σαν σήμερα, το 1974, έφυγε από τη ζωή και ένιωσα πως ήθελα να γράψω λίγες γραμμές για τον ποιητή που γνώρισα από τα λιγοστά έργα που διάβασα, αλλά θυμάμαι και αγαπώ ακόμα, πριν πολλά χρόνια, και αισθάνομαι περήφανη που κάποια από αυτά βρίσκονται στη βιβλιοθήκη μου.

Σχετικά Άρθρα