Καπράγια, Πέμη Γκανά

Βιβλίων Γη

Γράφει η Σοφία Σιγάλα,

Στην Καπράγια τα κορίτσια παντρεύονται νωρίς, εκεί γύρω στα δεκατέσσερα και σύντομα αρχίζουν να γεννοβολούν το ένα κουτσούβελο πίσω από το άλλο και το χαμόγελο σταδιακά χάνεται. Κι έπειτα μαυροντύνονται και πριν το καταλάβουν ρυτιδιάζουν τα πρόσωπά τους και η ζωή τους φεύγει σιγά σιγά και χάνεται, και δεν μένει τίποτα πια να θυμίζει τα ανέμελα παιδιά που ζήσαν κάποτε σε ένα βράχο που τον είπαν Καπράγια». Μα και τα παιδιά αυτού του τόπου γεννιούνται και δείχνουν το σημάδι της ζωής μετά από λίγο, σαν ξεχασμένα, σαν αναποφάσιστα, «με μια κραυγή ανάμεσα σε κλάμα και ανάσα».

Την Καπράγια τη χτυπάει ο βορειοανατολικός άνεμος και την αγριεύει. Είναι μια μικρή κουκίδα στο Τοσκανικό πέλαγος και ο Γκρεκάλε, ο Γραίγος έχει σταματήσει τον χρόνο στο παρελθόν. Ο παγωμένος, βροχερός άνεμος του χειμώνα έδωσε όψη μυστηρίου και αγριότητας στον φαιό βράχο και στους ανθρώπους. Οι κάτοικοι της τελούν υπό ένα νομοτελειακό εθιμοτυπικό που θυμίζει μεσαιωνική περίοδο, αν και ο χρονικός προσδιορισμός της ιστορίας λαμβάνει χώρα στις αρχές του 20ου αιώνα, λίγο πριν και κατά την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η δραματικότητα και το σκοτεινό θέμα του βιβλίου εξελίσσεται με μια εσωτερικότητα· όσο προχωράει παίρνει το ελικοειδές σχήμα του σαλιγκαριού και οπισθοδρομεί στον πυρήνα της ψυχής των ηρώων του. Δεν υπάρχει ένωση, δεν υπαινίσσεται λύτρωση, το τέλος έχει κυριολεξία, ως προς την έννοια και τη σημασία.

Μα και τα παιδιά αυτού του τόπου γεννιούνται και δείχνουν το σημάδι της ζωής μετά από λίγο, σαν ξεχασμένα, σαν αναποφάσιστα, «με μια κραυγή ανάμεσα σε κλάμα και ανάσα». Όπως τα παιδιά της Στέλλας στο Λιβόρνο. Αυτή είναι η αφορμή για να αναμετρηθεί ο αναγνώστης με τις συνθήκες της ζωής των γυναικών του βράχου. Η Ρομίνα σκέφτεται, προσπαθεί να ερμηνεύσει και να κατανοήσει την τρέλα. Ο φόβος εκλογικεύει την παράνοια, η άγνοια διογκώνει τη δεισιδαιμονία, η εκούσια άρνηση προκαλεί και εδραιώνει το δυστοπικό και κατατονικό ύφος του παρασκηνίου της ιστορίας. Εύστοχα, θα παρατηρήσει ο αναγνώστης, η Ρομίνα έχει ένα alter ego στον κόσμο της ψυχικής της διαταραχής, την Οφέλια (το αιώνιο λογοτεχνικό πρόσωπο της τρέλας, η Οφηλία του Σαίξπηρ). Η νόνα Γκρατσιέλα, η γιαγιά της, είναι αποκύημα του άρρωστου νου της. Δομείται, ίσως, από μακρινές αφηγήσεις ή αναφορές που εγγράφηκαν στο υποσυνείδητό της, αλλά θυμίζει στην όψη και στην ιδιοσυγκρασία τη Νινούτζα, τη γειτόνισσα -κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τις διεργασίες ενός νου που παραπαίει στο ασυνείδητο. Ο Σέρτζιο, ο γιατρός διεξάγει μια πρώιμης μορφής ψυχανάλυση, που αν και δίνει συμπεράσματα δεν μπορεί να εφαρμόσει θεραπεία· όλη η διαδικασία είναι αδόκιμη και χωρίς επιστημονικές αποδείξεις (η Ρομίνα κοιτάζει τις σημειώσεις του γιατρού και βλέπει μαύρες μουτζούρες. Αν και δεν ξέρει γράμματα, ο αναγνώστης παραπέμπεται στα ψυχολογικά τεστ που γίνονται σήμερα στους ψυχικά διαταραγμένους ανθρώπους).Η απευκταία μοίρα της Ρομίνας είναι κατανοητή εκ προοιμίου. Ο τρόπος και η διαδικασία θα αποκαλυφθούν διαβάζοντας την ιστορία της. Όλα τα πρόσωπα της Καπράγιας είναι δορυφόροι της Ρομίνας. Ο καθένας με τον τρόπο του εξηγεί, δικαιολογεί και προσδιορίζει την κατάσταση και την φύση της συμπεριφοράς και των συναισθημάτων της, αν και ως μοναδικές οντότητες θα μπορούσαν να είναι ξεχωριστά θέματα για τη συγγραφή διαφορετικών βιβλίων. Ο σημαντικότερος σύνδεσμος της Ρομίνας είναι οι ναυτικοί που ξεμπάρκαραν. Η σιβυλλική μορφή του καπτα-Μπαρτόλο.Το εμμονικό μυαλό του, το φευγιό της σκέψης του, οι ενοχικές του αποφάσεις. Ακατάληπτοι εσωτερικοί μονόλογοι συνδέονται με την ψυχική αστάθεια της ηρωίδας.

Η ιστορία της Καπράγια κονταροχτυπιέται ανάμεσα στους χαρούμενους ρυθμούς της ταραντέλας και τον λυγμό από τα μοιρολόγια των μαυροντυμένων γυναικών. Είναι ένας παθογενής αγώνας δρόμου ανάμεσα στο συνειδητό και το ασυνείδητο της ανθρώπινης ψυχής, το όνειρο και τη συνθήκη της ξυπνητής κατάστασης -αλληλένδετα στην ιστορία για να επισημάνουν το θέμα της, τη συνεχή πάλη του ανθρώπινου νου. Ο βράχος αυτός αφομοιώνει τη διαφορετικότητα των ηρώων κι έτσι τείνουν όλοι σε μια κοινή κατάσταση: οι ήρωες γίνονται βράχια. Ο βορειοανατολικός άνεμος που τα χτυπάει τα λειαίνει και χάνουν κάθε αντίσταση. Όλα κυλούν πάνω τους και το αλμυρό νερό τους δίνει όψη τρομακτική. Το βιβλίο θα μπορούσε να διηγείται τη ζωή των ναυτικών αφού ξεμπαρκάρουν (όλοι οι συγγραφείς μας έχουν πει για το γοητευτικό βίο τους στα λιμάνια και για τα τραβέρσο τους στην θάλασσα, αλλά ποτέ για τη μυστική τους θλίψη όταν ξεμείνουν στη στεριά). Θα ήταν μια θαυμάσια ιστορία για τις μάγισσες και τους «σημαδεμένους» του Μεσαίωνα, την άτεγκτη και γεμάτη προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες τακτική της εκκλησίας στη Ιερά Εξέταση, για την νοοτροπία των ανθρώπων, που ζουν στην αμάθεια που προκαλεί εγκλήματα ή για μια επιδημία ευλογιάς που προκαλεί φόβο και θάνατο ή για μια ιστορία αγάπης που δεν λυτρώθηκε ποτέ. Με έναν τρόπο καθηλωτικό, είναι όλα αυτά μαζί. Το σκηνικό περιβάλλον της Καπράγια θα μπορούσε να προσομοιωθεί στο Dogville του Τρίερ ή στην ταινία του Κακογιάννη, Το Κορίτσι με τα μαύρα και να μετατρέπει το σενάριο σε μια μεταφορά σαν των στίχων του Λόρκα:

«Τρεχάτε, χωριανοί, χάθηκε ο Γιάκομο, το παιδί, το παιδάκι».

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΝΟΗ

Σχετικά Άρθρα