Διαβάζοντας το Άγιο Αίμα, του Θοδωρή Παπαθεοδώρου,

Άγιο Αίμα

Γράφει η Σοφία Σιγάλα,

Οι ιστορίες που ξεκινούν με τέλος κρύβουν μνήμη και νοσταλγία. Όταν, δε, ξεκινούν μ’ ένα  εξόδιο ανακαλούν το παρελθόν με μία επίκληση που αποκτά ιερότητα. Η αμφισημία της λέξης εξόδιος έχει αναφορά μεταφορική, αλλά και κυριολεκτική στο Άγιο Αίμα. Σηματοδοτεί ένα τέλος -μήπως και μια αρχή- ταυτόχρονα και κατευόδιο, αποχαιρετισμό.

          Το Άγιο Αίμα του Θοδωρή Παπαθεοδώρου ξεκινάει με μια πρωινή προσευχή προς το θείο, για τα ιερά πρόσωπα της πίστης ενός ήρωα χωρίς όνομα, «ταίρι μου, βλαστάρι μου…» και η εισαγωγή στο βιβλίο παίρνει τη δραματικότητα και το πλαίσιο που θα οριστούν ως στεγανά της ιστορίας. Η μορφή αυτή της επίκλησης θυμίζει την αναφορά του ποιητή, στα ομηρικά έπη, στη μούσα για να εξιστορήσει τα τεκταινόμενα.

          Πώς ‘‘ιεροποιείται’’ άραγε το αίμα; Ή μήπως εμπεριέχει την αγιοσύνη; Τι είναι το Άγιο Αίμα; Κληρονομιά ή ιδιότητα; Οι ήρωες του βιβλίου δεν έχουν φύλλο, οι πράξεις τους δεν κατηγοριοποιούνται αναλόγως της υπόστασής τους. Έχουν μικρές και μεγάλες στιγμές, ‘‘πίνουν το πικρό ποτήριο της σκλαβιάς’’, γίνονται ήρωες και αξιώνονται την ελευθερία μέσα από τη θυσία και τον θάνατο. Είναι άνθρωποι απλοί, καθημερινοί που ξυπνούν από  μια ιδιότυπη ‘‘αγνωσία’’ και αφυπνίζουν τα  θεϊκά τους χαρίσματα, «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν». Το ανακαλύπτουν μαζί με τον αναγνώστη μέσα από μια διαδικασία επίπονης αυτογνωσίας.

Ο Θεός, κόρη μου, θέλει τον άνθρωπο ελεύθερο, ο ίδιος ο άνθρωπος να σκέφτεται και ν’ αποφασίζει για τον εαυτό του. Δούλος πρέπει να είναι μόνο απέναντι στον Θεό, κανέναν άλλον. Μα τούτο το θείο χάρισμα της ελευθερίας ο άνθρωπος πρέπει να το υπερασπίζεται με κάθε μέσο, με κάθε τρόπο

Η Λέγκω γίνεται κιβούρι για τον γιό της, ο Ζωτάκος πιστεύει πως θα πετάξει από τον γκρεμό του Ζαλόγγου και, σαν το αετόπουλο, θα βγάλει φτερά, η Μόσχω φτιάχνει τις κοτσίδες και τη μαντήλα της πριν θυσιαστεί, ακολουθώντας την αρχέγονη ιεροτελεστία των ταφικών εθίμων των προγόνων της. Νεκροστολίζεται μόνη της, πιάνει τις γυναίκες από τους ώμους σαν σε έναν πολεμικό αρχαίο πυρρίχιο χορό πριν το τέλος. Το μοιρολόι αντικαθιστά τα λόγια του παπά στην εξόδιο ακολουθία, αλλά είναι νανούρισμα, αργόσυρτο και λυγμικό· ιερό. Έτσι ο Θούριος του Ρήγα παίρνει σάρκα και οστά· ‘‘καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή παρά σαράντα χρόνια…’’

Ενώ φαίνεται ότι το βιβλίο αποτελείται από αυτοτελείς ιστορίες διαφορετικών ανθρώπων σε διαφορετικό χρονικό πλαίσιο, ο συγγραφέας πλέκει με περίτεχνο τρόπο μια ιστορία κυκλωτική με αυτόνομους χαρακτήρες και, παράλληλα, ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με την ιστορική πραγματικότητα της εποχής, που είναι αποτέλεσμα μιας ενδελεχούς έρευνας. Η ιστορία του βιβλίου ξεκινά από την Τεργέστη και διαδραματίζεται στο Σούλι, στα Γιάννενα, στον Μοριά, στην Τριπολιτσά, ενώ φτάνοντας μέχρι τα Επτάνησα δίνεται έμφαση στο κυριαρχικό καθεστώς των Άγγλων λίγο πριν την Επανάσταση, τα πολιτικά παιχνίδια εξουσίας και τη δεινή θέση των Επτανήσιων, όμοια με αυτής των σκλαβωμένων Ελλήνων της ηπειρωτικής Ελλάδας.

          Η Δεσπούλα γίνεται Δέσπω, αντρειώνεται μέσα από την οδύνη, αποφασίζει, όταν διαπιστώνει πως η αγάπη είναι μια ερινύα που την καταδιώκει και όχι η πραγματικότητα του βίου της. Η μάχη της, όπως και όλων των πρωταγωνιστών αφορά την απαίτηση για ελευθερία, αλλά και ως προς τη γήινη και καθημερινή τους υπόσταση. Διπλή μάχη, διπλό μέτωπο, ήττες και αγωνία για τις νίκες. Οι άνθρωποι πολεμούν για την ελευθερία· ο εχθρός έχει το σήμα του άπειρου. Δεν είναι ο Οθωμανός, ο Άγγλος, ο κοτζαμπάσης, ο Τουρκαλβανός ή ο προύχοντας, είναι η προσέγγιση στο θείο μέσα από την ελευθερία. Τα όπλα τους η φύση. Γυναίκες με όπλα τους γκρεμούς, κορίτσια που γυρνούν στην εμβρυϊκή τους φύση, μέσα στο νερό του ποταμού, μοναδικό όπλο μπροστά στην πραγματικότητα της απειλής, αγόρια που ημερεύουν την ψυχή τους με φλισκούνι και παπαρουνόσπορο. Οι ιστορίες των ηρώων πολλές, όλες με κοινό στόχο, με κοινή αφετηρία σε αναμονή για το τέλος τους εμείς, οι αναγνώστες.

Διαβάζοντας το Άγιο Αίμα, ο αναγνώστης αναρωτιέται για τον ιδεατό κόσμο της Ιστορίας. Αν το σχήμα της είναι ο κύκλος, δεν μπορεί ο νους να αναλογιστεί πόσες ακτίνες ενώνουν το κέντρο του με την περίμετρό του. Δεν μπορεί κανείς να φανταστεί πόσες φορές ο κύκλος της Ιστορίας διανύει τις μοίρες του και επαναλαμβάνεται. Κοινές ιστορίες ανθρώπων σε άλλη χρονική διάσταση, γυναίκες που ανεβαίνουν φορτωμένες το μπαρούτι στους γιους, στους πατεράδες και στους άντρες στο Σούλι, για τον αγώνα της ανεξαρτησίας. Γυναίκες στην Πίνδο, ανεβαίνοντας τον Γολγοθά για την άμυνα της γης και της ελευθερίας τους με τους ίδιους αποδέκτες. Ένα ανθρώπινο κομβόι απόγνωσης και παραίτησης να  φεύγει από τα γονικά του, στο Σούλι, και να χάνεται στο αίμα και την υποταγή από ασκέρια οθωμανικά, ένα παρόμοιο τσούρμο, στα μεταγενέστερα χρόνια, αβοήθητο στη Μικρασία να χτυπιέται από τσέτες στον δρόμο της φυγής. Καμένοι και κατακρεουργημένοι άνθρωποι να τρέχουν για να σωθούν από τη μεγάλη φωτιά στα Γιάννενα, απέναντι, μετά από έναν αιώνα, στη Σμύρνη να γλυτώσουν το γιανγκίνι. Έλληνες να προδίδουν Έλληνες, η διχόνοια να παίρνει θέση περίοπτη πριν από κάθε πράξη ή απόπειρα ανεξαρτησίας και πάλης. Και ο Καραϊσκάκης:

«Να ξέρουμε ό,τι θα συμφέρει το γένος και την πατρίδα μας κι όχι εμάς».

Μπαίνοντας στο τυπικό μέρος για τα χαρακτηριστικά του βιβλίου, οι παρατηρήσεις εγείρουν το θυμικό του αναγνώστη από αυτό το ιστορικό μυθιστόρημα. Αν και ο ίδιος ο συγγραφέας έχει χωρίσει σε δύο μέρη το βιβλίο του, εγώ θα μπορούσε να χωριστεί σε τρία, μιας και το παράρτημα με τις σημειώσεις για τα ιστορικά γεγονότα της εποχής που διαδραματίζεται η ιστορία του είναι μια εξαιρετική πηγή που λειτουργεί συνδετικά και διευκρινιστικά σε πολλά σημεία της ιστορίας. Μια επικεφαλίδα κατατοπίζει για την ουσία του κεφαλαίου, αλλά εδώ οι τίτλοι είναι στίχοι από τον Εθνικό Ύμνο και, πράγματι, το θέμα του κάθε κεφαλαίου είναι εύστοχο, ως προς την αναφορά του τίτλου. Ο τρόπος γραφής έχει την ιδιότητα να μεταφέρει τον αναγνώστη στην κάθε σκηνή της ιστορίας με τρόπο άμεσο και αφοπλιστικό. Ακόμα και το ‘‘λεξικό πλάσιμο’’, στο συγκεκριμένο έργο έχει τη βαρύτητα και τη θέση που του αρμόζει. Οι λέξεις των ηρώων είναι, άφυλλες, χωρίς γυναικείο λυγμό η ανδρική υπόσταση. Οι λέξεις στο Άγιο Αίμα μεταφέρουν άλγος, οδύνη, απόγνωση, συναισθήματα έντονα στον αναγνώστη.

Συγγραφή κλασικής λογοτεχνίας; Όχι. Βρισκόμαστε στο παρόν, άρα είναι εν δυνάμει κλασικό μυθιστόρημα. Δεν υπάρχει μέτρο σύγκρισης στη δημιουργικότητα. Σίγουρα πάντως ένα μυθιστορηματικό έργο με μοναδικότητα και προσωπικότητα. Ο τρόπος δράσης των ηρώων δίνεται με τρόπο μηχανικό, γρήγορο, κοφτό και η επανάληψη προκαλεί αγωνία, σφίξιμο στην αναπνοή  και συγκίνηση στον αναγνώστη. Η τελευταία σκηνή του βιβλίου είναι απότομη και κοφτή. Η αγωνία είναι έντονη για τη συνέχεια, δικαίως αναμένεται το δεύτερο μέρος της ιστορίας και η ολοκλήρωση της τριλογίας…

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός

Σχετικά Άρθρα