Άντον Τσέχωφ: Ο Βυσσινόκηπος, το κύκνειο άσμα με την γλυκόξινη γεύση από κόκκινα φρούτα…

Βιβλίων Γη

Γράφει η Σοφία Σιγάλα:

Πόσο έτοιμοι είναι οι άνθρωποι να δεχτούν πως κάτι αλλάζει; Ίσως είναι δύσκολο να αποδεχτεί κάποιος τις αλλαγές που συμβαίνουν γύρω του, αρνείται συνήθως με τρόπο κωμικό να αντιμετωπίσει αυτό που φεύγει, πως τίποτα δε θα είναι όπως συνήθισε. Μα αυτό κρύβει μια δραματικότητα, μια λανθασμένη αντίληψη συνήθως είναι απειλή για τον ίδιο του τον εαυτό. Προκαλεί μια λανθάνουσα προσαρμοστικότητα, ερμηνεύεται ως κοντόφθαλμη οπτική, έχει αποτέλεσμα μια ρήξη. Είναι δραματικά ειρωνικό να προσπαθεί να αναβιώσει κάτι που φθίνει, να σχεδιάζει πάνω σε πρότερες συνθήκες πράγματα που δεν ανταποκρίνονται σε αυτό που ήδη έχει αρχίσει να κάνει την εμφάνισή του.

Μια γυναίκα, η Λιούμποβα Αντρέγεβνα εγκαταλείπει το Παρίσι και τον εραστή της και επιστρέφει στο σπίτι της, στον Βυσσινόκηπο, από όπου είχε «δραπετεύσει» πριν πέντε χρόνια, μετά το θάνατο του συζύγου της και του μικρού της γιου. Ύστερα από πέντε χρόνια αγώνα με έναν ολέθριο εραστή, αναγκάζεται να επιστρέψει στο σπίτι όπου εξανεμίστηκαν τα νιάτα της, δίχως τον εραστή και δίχως χρήματα. Ωστόσο, ο κόσμος που ξαναβρίσκει δεν της μοιάζει σε τίποτα πια και το σπίτι δεν της ανήκει , είναι υποθηκευμένο και πρόκειται να βγει σε πλειστηριασμό. Οι δικοί της τις λένε πως πρέπει να κατανοήσει πως όλα τέλειωσαν, αλλά εκείνη συνεχίζει να ζει σε μια ουτοπική κατάσταση, αναπολώντας μέσα από τα λόγια και τις πράξεις της μια εικόνα μεγαλειώδη που καμμιά σχέση δεν έχει με το παρόν. Περιμένει το τέλος μέσα σε μια φαντασιακή αίγλη, σε μια ψεύτικη εικόνα φαντασίωσης και ξεπεσμού.

Βιβλίων Γη

Το θεατρικό έργο αυτό του Τσέχωφ, Βυσσινόκηπος, γράφεται το 1904. Οι κοινωνικές συνθήκες στη Ρωσία προμηνύουν την επανάσταση την κατάρρευση της μέχρι τότε ταξικής κοινωνίας που υπήρχε. Κι αν το θέμα της θεατρικής νουβέλας αποκτά μια δυναμική για την εποχή που γράφεται, από έναν άνθρωπο που δεν έχει σχέση με τη λαϊκή τάξη, στη πραγματικότητα, η μετέπειτα ερμηνεία του καθορίζεται από τη διαχρονική του μορφή.

Η ιστορία εξελίσσεται σε ένα κτήμα με βυσσινιές και μέσα από αυτό ο Τσέχωφ δηλώνει έμμεσα τη νέα συνθήκη που προέκυψε, όταν το 1886 καταργείται οι φεουδαρχία και αρχίζει να ανακατανέμεται γη στους αγρότες-κολίγους (ο Σιμεόνοβ είναι ο λαίκός κτηματίας που θέλει να πάρει το κτήμα).Μέσω όμως του Βυσσινόκηπου αναπαράγεται και περιγράφεται όλη η κοινωνική τοιχογραφία της Ρωσίας στις αρχές του 20ου αιώνα, αφού οι χαρακτήρες αντιπροσωπεύουν την πραγματικότητα της εποχής τους. Η καθημερινή ζωή, οι άνθρωποι του λαού, οι υπάλληλοι, οι βαθμούχοι, οι μικροαστοί και οι μικροκτηματίες αποτελούν τον κόσμο του Τσέχωφ, σύμβολα του συμπιεσμένου ανθρώπου και του αποπνιχτικού περίγυρου της ζωής.

Η αφήγηση είναι ρεαλιστική αποτυπώνει πιστές εικόνες της ζωής του καιρού του, αλλά και καταστάσεις που αγγίζουν πέρα από τόπο και χρόνο. Τα παθήματα των ανθρώπων που περιέγραψε ο Τσέχωφ ανήκουν στην εποχή του, όμως οι ηθικές θέσεις και τα αισθήματα που προκαλούν έχουν καθολικότητα και δεν εκφράζουν μόνο τον άνθρωπο της τσαρικής Ρωσίας, αλλά μπορούν να παρουσιάζουν αναλογίες και συγγένειες με τις χαρές και τις λύπες των ανθρώπων σε κάθε εποχή και κάτω από διαφορετικές συνθήκες.

Βιβλίων Γη

Ο Βυσσινόκηπος είναι το κύκνειο άσμα του συγγραφέα, έχει γεύση γλυκόπικρη -ίσως γι΄ αυτό, μέχρι και σήμερα, είναι δύσκολη η διάκριση μεταξύ τραγικότητας και κωμωδίας- προοιωνίζεται την αναπόδραστη, όσο και αναγκαία, ενηλικίωση ενός κόσμου. Μόνο που, με τη διαπεραστική «ματιά» του νου του, βλέπει αυτή να πραγματοποιείται βίαια, παρασύροντας μαζί της την πίστη στην ομορφιά, τις ριζωμένες πεποιθήσεις και αξίες, τις μνήμες αλλά και την ποίηση που φωλιάζει μέσα τους. Γι΄ αυτό και αποτελεί διαχρονικό έργο σε μια κοινωνική συνθήκη του σήμερα, που χαρακτηρίζεται από ρευστότητα και ανάγκη αλλαγής και συνειδητοποίησης.

Άνια: Μαμά! Μαμά, κλαις…Καλή μου, καλούλα μου, μαμά, σ΄ αγαπώ…σε λατρεύω, αγαπημένη μου. Ο βυσσινόκηπος πουλήθηκε, δεν υπάρχει πια, αυτό είναι αλήθεια, αλήθεια, μα μην κλαις, μαμά, σου μένει ακόμα μια ολόκληρη ζωή, σου μένει η καλή σου, η καθάρια σου καρδιά…Έλα να φύγουμε, καλούλα μου, έλα να φύγουμε μαζί, μακριά από δω, καλή μου! Θα φυτέψουμε έναν καινούριο κήπο, πιο όμορφο κι από αυτόν, θα το δεις, θα καταλάβεις…και μια γαλήνια χαρά, μια βαθύτατη χαρά θα κατέβει στην ψυχή σου, σαν τον ήλιο που πέφτει το δειλινό στη θάλασσα, και τότε θα χαμογελάσεις, μαμά! Πάμε, καλούλα μου, πάμε!

Σχετικά Άρθρα