Ρωμιοσύνη: Μια συμμαχία Πολιτισμού

Βιβλίων Γη
Βιβλίων Γη
Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

Η λέξη ρωμιοσύνη, τόσο οικεία στο μυαλό και συνοδευόμενη συνήθως από αισθήματα υπερηφάνειας ή ψυχικής ανάτασης, ορίζεται σε συγκεκριμένη περίοδο χρονική, ως προς τη δημιουργία της. Η ρωμαϊκή κατάκτηση την εισήγαγε και σήμαινε το σύνολο των ελληνόφωνων κατοίκων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Στο Βυζάντιο συνεχίστηκε ως όρος προσδιορισμού, για του Τούρκους κατακτητές αποτελούσε χαρακτηρισμό για όλους τους Έλληνες υπόδουλους, με ερμηνεία απαξιωτική, ουσία σχέσης κατακτημένου και κατακτητή, ο Έλληνας ως λέξη είχε εκλείψει. Έτσι με τη λέξη ρωμιοσύνη εννοήθηκε το σύνολο των πράξεων, της ιστορικής πορείας του Ελληνισμού, σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, και προσδιορίζει τους αγώνες, τα παθήματά, τους ηρωισμούς και τις ελπίδες του λαού.

Η λογοτεχνία τίμησε τον όρο, ίσως επειδή περιέχει και μια ποιητική χροιά, μια αίσθηση που εγείρει το θυμικό, αποτελείται από ένα σύνολο γενικό που περικλείει πολλές και διαφορετικές εικόνες.

Ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε τη Ρωμιοσύνη την περίοδο 1945-1947, λίγο μετά το τέλος της κατοχής -ενώ είχε τελειώσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, το πρώτο κίνημα του απελευθερωτικού αγώνα είχε αρχίσει να φθίνει (1941-1944), και οι ελπίδες που εξέθρεψε για έναν καλύτερο κόσμο, οδηγείται στην ήττα. Όταν, επομένως, ο Ρίτσος γράφει τη «Ρωμιοσύνη» εκφράζει τις εμπειρίες του από την τραγική εκείνη περίοδο. Μέσα από τα προσωπικά του βιώματα θα περάσει στην ποίησή του όλο το μεγαλείο της εθνικής αντίστασης του ελληνικού λαού στην Κατοχή και η δραματική κατάληξη της, που η κορυφαία στιγμή της είναι η ήττα και η παράδοση του ΕΛΑΣ με τη συμφωνία της Βάρκιζας το 1945. Ο Ρίτσος εκφράζει τις νωπές εμπειρίες του από την Κατοχή και τη δύσκολη μετακατοχική περίοδο.

Βιβλίων Γη

Στα πρώτα ποιήματα της Ρωμιοσύνης αυτή είναι η έννοια και η ουσία. Είναι επικά, έχουν μορφή αφήγησης του παρελθόντος που βίωσε, βαθιά εξομολογητική διάθεση για όσα χάθηκαν. Με τη «Ρωμιοσύνη» ο ποιητής προσπαθεί να αναπλάσει το ηρωικό παρελθόν με ποιητική γραφή, όπου συνυπάρχουν το δημοτικό τραγούδι και οι σύγχρονοι τρόποι γραφής, ρεαλιστικοί, ζωντανοί. Την επικότητα του ποιήματος εξυπηρετεί η γλώσσα κι ο έντονος ρυθμός που δεσπόζει στη σύνθεση του στίχου.

Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,

σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,

σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του,

σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.

O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.

Η «Ρωμιοσύνη» αντικατοπτρίζει όλη την Ιστορία του Ελληνισμού, καθώς οι στίχοι της αφορούν το παρελθόν, το παρόν του ποιητή αλλά και το μέλλον. Ακόμα και σήμερα, αν και με έμμεσο τρόπο, οι έννοιες και το περιεχόμενο έχουν ουσιαστική ερμηνεία. Η κάθε δράση, πολεμική ή ειρηνική αφορά τα δρώμενα που βιώνει ο λαός, τις ιστορικές και κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και βρίσκει άνετα αντιστοίχιση με την Ιστορία και τα τεκταινόμενα. Αποτελεί μια παρακίνηση και μια φωνή που γίνεται κραυγή για τα θέλω και τα παθήματα καθενός ξεχωριστά και του συνόλου. Καταλήγει με αισιόδοξο τρόπο, με ελπίδα και εγκαρτέρηση, με προσμονή. Είναι η αφήγηση της Ρωμιοσύνης. Οι αλήθειες, τα ψέματα και τα λάθη, όσα δεν έγιναν και όσα με δόλιο τρόπο πραγματοποιήθηκαν. Είναι τα συναισθήματα και οι προσδοκίες ενός λαού, οι αγώνες που από καθημερινοί γίνονται Ιστορία, ο πόνος και η απογοήτευση, η δύναμη και η λύτρωση, η επιθυμία και τρόπος για να επιτευχθούν όσα ονειρεύεται.

Μίκης Θεοδωράκης-Γρηγόρης Μπιθικώτσης: Ένας διάλογος στις πρώτες μελοποιήσεις:

Μίκης: Γρηγόρη…Γρηγόρης: Δεν κατάλαβα τίποτα..

Μίκης: Γρηγόρη, τι δεν κατάλαβες;Γρηγόρης: Δεν έπιασα το νόημα..

Μίκης: Η μελωδία δεν σου άρεσε; Τα λόγια δεν σου άρεσαν;

Γρηγόρης: Και μου άρεσαν και δεν μου άρεσαν αλλά τι να σου πω, Μίκη. Ίσως να κάνω λάθος. Δεν κάθεσαι να τα παίξεις άλλη μία φορά…

Βιβλίων Γη

Σχετικά Άρθρα