Κωστής Παλαμάς: «Κάποτε τ’ άφταστα όνειρα γεννάνε τα μεθύσια τα πιο παθητικά».

Βιβλίων Γη

Γράφει η Σοφία Σιγάλα,

«Και ζήτησα εν βλέμμα σου θερμόν
Πλην πόσα εθυσίαζα δι’ ένα ασπασμόν»

Αυτοί είναι οι δύο πρώτοι στίχοι που έγραψε για πρώτη φορά ο Κωστής Παλαμάς, σε ηλικία 9 ετών. Τους απήγγειλε μελαγχολικά, πολλά χρόνια αργότερα, το 1934, σε μία από τις λιγοστές συνεντεύξεις που έδωσε ο σπουδαίος ποιητής.

– Κύττα τι ειρωνεία! Θυμούμαι αυτούς τους στίχους, που τους έγραψα όταν ήμουνα παιδί δέκα χρονών, ενώ δεν συγκρατώ κανένα στίχο από το όλο μου έργον.

Κωστής Παλαμάς

Στις 10 Νοεμβρίου 1934, η Αιμιλία Καραβία και τα «ΑΘΗΝΑΪΚΑ ΝΕΑ» επισκέπτονται τον σπουδαίο ποιητή στο σπίτι του, στην οδό Ασκληπιού, στην Αθήνα. Έχει μόλις γυρίσει από έναν από τους μοναχικούς του περιπάτους και η δημοσιογράφος νιώθει αμήχανα μπροστά στον ποιητή. Είναι, βλέπεις, μεσημέρι. Οι δρόμοι βράζουν από τους ήχους στην τότε Αθήνα, το σπίτι όμως κρύβει μέσα στους τοίχους του γαλήνη, ηρεμία, μια σιγή απόκοσμη.

– Σας ανησυχώ; Ερώτησα, ύστερα από μερικά λεπτά σιωπής.

– Δεν μ’ ανησυχείτε εμένα, μού απεκρίθη μελγχολικά, αλλά την συγχυσμένη μνήμη μου. Πώς να θυμούμαι πράγματα τόσο-τόσο παληά, όταν δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε τα σημερινά… Ποιοι ήταν οι πρώτοι μου στίχοι; Μα γράφω από μικρό παιδί, έγραφα πάντα. Γεννήθηκα με το πάθος του στίχου.

Ο Κωστής Παλαμάς γεννήθηκε στις 13 Ιανουαρίου το 1859 στην Πάτρα και είχε καταγωγή από το Μεσολόγγι. Σε ηλικία έξι ετών έχασε τους γονείς του. Μετά το θάνατο των γονιών του, ο ποιητής μαζί με τα αδέρφια του πήγαν να ζήσουν στο Μεσολόγγι. Έζησε εκεί από το 1867 έως και το 1875.

Μόλις ολοκλήρωσε τις μαθητικές του υποχρεώσεις, πήγε στην Αθήνα προκειμένου να σπουδάσει στη Νομική Σχολή. Σύντομα όμως εγκατέλειψε τις σπουδές του αποφασισμένος να ασχοληθεί με την ποίηση.

Στις 15 Οκτωβρίου 1897, ο Παλαμάς διορίστηκε γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών, σε ένδειξη τιμής για το ποιητικό του έργο. Γι’ αυτό και οι εφημερίδες του καιρού (Εστία, Άστυ, Ακρόπολις), επαίνεσαν ζωηρότατα την απόφαση του τότε Υπουργού Παιδείας, Ανδρέα Παναγιωτόπουλου, βρίσκοντας την ευκαιρία να εγκωμιάσουν τον ποιητή.

Λέγεται ότι, όταν ο Παλαμάς παρουσιάστηκε να αναλάβει υπηρεσία, ο τότε πρύτανης του Πανεπιστημίου, Αλκιβιάδης Κρασσάς, του είπε:

Ελπίζω, κύριε Παλαμά, τώρα που έχετε μια αξιοπρεπή θέση, ότι θα παύσετε… να γράφετε ποιήματα…

Ευτυχώς η ελπίδα του δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ και η Ελλάδα δεν έχασε από τις πολιτισμικές της φλέβες τον σπουδαίο ποιητή, τόσο σπουδαίο που θεωρείται ο δεύτερος Διονύσιος Σολωμός.

«Δεν εδημοσίευσε τα ποιήματά του, παρά μόνον όταν είχεν ακέραια την συνείδησι ότι είνε ποιητής. Εις τα 1882, όταν δηλαδή ήτο 23 ετών, άρχισε να δημοσιεύη ποιήματα εις διάφορα περιοδικά της εποχή και το 1886 εξέδωσε το πρώτο ποιητικόν βιβλίον του ‘’Τα τραγούδια της πατρίδος μου’’». Αυτά γράφει η Αιμιλία Καραβία στη συνέχεια του αφιερώματός της στη συνέντευξη με τον Κωστή Παλαμά.

Βιβλίων Γη

Η απάντησή του στο ερώτημα για το ποιο είναι το αγαπημένο του ποίημα είναι ενδεικτική για το πνεύμα και τη συνοχή που η σκέψη του συνοδεύει το έργο του.

– Δεν ξεχωρίζω τίποτε. Είμαι υπνωτισμένος και ποτισμένος με την ποίησιν. Μ΄αυτήν και γι’ αυτήν ζω. Δεν ξέρω τίποτε άλλο. Το έργο μου είνε ένα ακέραιο κομμάτι και το αγαπώ όλο μαζί.

Ο Κωστής Παλαμάς έγραψε σπουδαίες ποιητικές συλλογές. Το ποιητικό του έργο είναι μεγάλο και με τεράστια απήχηση. Μερικά από τα πιο γνωστά του ποιήματα είναι τα: «Ίαμβοι και ανάπαιστοι» (1897), «Η ασάλευτη ζωή» (1904), «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου» (1907) και « Η φλογέρα του Βασιλιά» (1910). Το 1886 δημοσιεύτηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή υπό τον τίτλο «Τραγούδια της Πατρίδος μου» στη δημοτική γλώσσα. Άλλωστε ήταν ένθερμος υποστηρικτής της διάδοσης και καθιέρωσής της. Υπήρξε κορυφαία μορφή του δημοτικιστικού κινήματος , αλλά υπέστη κυρώσεις για τον γλωσσικό του αγώνα (προσωρινή απομάκρυνσή του από το πανεπιστήμιο). Αξιοσημείωτη ήταν η στάση του στα Ευαγγελικά και τα Ορεστειακά.

Μαζί με τον Γεώργιο Δροσίνη, τον Νίκο Καμπά και τον Ιωάννη Πολέμη υπήρξε ένας από τους πρωτοπόρους της «Νέας Αθηναϊκής Σχολής». 14 φορές ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ.

Όταν πέθανε, στις 27 Φεβρουαρίου του 1943, η κηδεία του την επομένη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών εξελίχθηκε σε αντικατοχικό συλλαλητήριο.

Η φράση του Μίκη Θεοδωράκη περικλείει το εύρος, την αξία και τη σημαντικότητα της ύπαρξης του σπουδαίου ποιητή.

Ο Παλαμάς είχε μεγαλύτερη επιρροή από 10 Πρωθυπουργούς.

Σχετικά Άρθρα