Ώρες Κοινής Ανησυχίας, Μαίρη Κόντζογλου

Βιβλίων Γη

Γράφει η Σοφία Σιγάλα

Η πιο κοινότοπη φράση είναι εκείνη που λέγεται συνήθως σε μια κοινωνική ή πολιτική συνθήκη που βιώνεται σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και δίνει το χρονικό περιθώριο να ζυμωθεί και να καταγραφεί ως γεγονός: «η Ιστορία θα δείξει ό, τι συνέβη». Αυτή η φράση όμως, αντικατοπτρίζει, κατ’ αρχάς, πως πρόκειται για ένα σπουδαίο γεγονός που, ενώ γίνεται εμφανώς αντιληπτό πως πρόκειται για κάτι το σπουδαίο που βιώνεται στο παρόν, όλοι αποποιούνται της ευθύνης να καταγράψουν την προσωπική τους μαρτυρία ή εμπειρία, με αποτέλεσμα να χάνει την πραγματική του έκταση και υπόσταση. Η πιο τεκμηριωμένη Ιστορία είναι το σύνολο των μαρτυριών όσων τη βιώνουν. Μετά, γίνεται η επιλεκτική και στοχευμένη αναφορά του επιτηδευμένου μέσου όρου.

Η Μαίρη Κόντζογλου αναπαράγει και καταθέτει το παρόν, μέσα από μια μεταφορική και υποθετική συνθήκη. Ο αναγνώστης όμως θα καταλάβει πως όσα διαβάζει είναι η πραγματικότητα των όσων βιώνει τα τελευταία χρόνια. Λίγες σελίδες το καινούριο μυθιστόρημα; Ναι, ίσως γι’ αυτό είναι ενδοσκοπικές και στοχοποιημένες στον άνθρωπο και όχι σε γενικευμένες έννοιες και αναλύσεις που ξεφεύγουν από το νόημα. Είναι βέβαιο πως τέτοιες μικρές αναφορές θα αποτελέσουν στο μέλλον την πραγματική Ιστορική στιγμή που βιώνεται σήμερα.

Βιβλίων Γη

Δύο πολυκατοικίες, μία κοινωνική σταθερά του σήμερα. Η αντίληψη που έγινε πράξη και τρόπος ζωής όσων έζησαν ως παιδιά τη μεταπολεμική πραγματικότητα. (Να βάλω ένα κεραμίδι στο κεφάλι μου, να αποδείξω την προκοπή μου με ένα σπίτι, η άναρχη ανοικοδόμηση του ΄60) Η πραγματικότητα της αντίληψης που διαιωνίζεται σαν παρωχημένη αλήθεια μιας ετεροχρονισμένης κοινωνικής συνθήκης. Και μια πολυκατοικία σύγχρονη, αψεγάδιαστη, «πολυτελούς κατασκευής», σαν εκείνες που ξεφυτρώνουν, όλο και περισσότερο, σαν μανιτάρια, δίπλα, απέναντι, παράλληλα, πλαγίως και καθέτως από τις παλιές μονοκατοικίες και τις πολυκατοικίες με τα πράσινα παντζούρια και τα παλιά καφετί ρολά. Διαμερίσματα αθόρυβα, τέλεια, αξιοζήλευτα αλλά κατοικημένα με τη διακριτικότητα του σύγχρονου ανθρώπου, που δε θέλει να βγάλει «τ΄ άπλυτά του στη φόρα» -παντού κυριαρχεί το φαίνεσθαι άλλωστε.

…ακουμπάει την πίτα σε ένα προπολεμικό τραπέζι, από γαλάζια φορμάικα…

Ο κορονοϊός έχει αλλάξει όλα τα δεδομένα στον τρόπο ζωής όλων. Στο «Ώρες Κοινής Ανησυχίας» παίρνει διαστάσεις δυστοπικές ( ; ) -ή μήπως δεν είναι; Η καθολική απαγόρευση της κυκλοφορίας, υπό απειλή ελεύθερων σκοπευτών, ή ελεγχόμενη διανομή τροφίμων και η ολική παύση της δραστηριότητας βρίσκει τους ήρωες αντιμέτωπους με τον εαυτό τους, με τις αλήθειες που δεν παραδέχτηκαν και που είναι αναγκασμένοι να αποδεχτούν. Ο μόνος με τον οποίο μπορούν να τις μοιραστούν είναι ο…ίδιος τους ο εαυτός. Μικρές ιστορίες όσων ζουν στις δύο πολυκατοικίες αρχίζουν να εκτυλίσσονται και να αντικατοπτρίζουν μια σύγχρονη βιωματική συνθήκη συνολική.

Τόσο καιρό, τον μόνο άνθρωπο που αντικρίζει είναι η αφεντιά της στον καθρέφτη. Η αφεντιά της που, έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν την έχει αγαπήσει πολύ.

Γυναίκες που οι ζωές τους αναλώνονται στους τοίχους ενός σπιτιού, και κάθε επιβεβαίωση είναι η νοικοκυροσύνη τους, ηλικιωμένοι που αντιμετωπίζουν μια μοναξιά κατάφορη. Μια μοναξιά που οι απαρχαιωμένες και αυστηρές αντιλήψεις τους τούς έκαναν να απομονωθούν από τους δικούς τους. Τα αποτελέσματα μιας πρόσφατης οικονομικής κρίσης που άλλαξε τον τρόπο ζωής και τον τρόπο διαβίωσης του μέσου Έλληνα, τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης που γίνονται η ευκαιρία να γίνεις κάποιος άλλος και να ζήσεις το απατηλό όνειρό σου, η κενή ζωή των νέων που αυτοκαθορίζονται μέσα από ψεύτικες φωτογραφίες, ρετουσαρισμένες, από άνυδρη και ανούσια αλήθεια.

Βγάζει selfies Πολλές selfies. Συνεχώς. Θέλει να σιγουρευτεί πως υπάρχει. Πως δεν είναι στη φαντασία της μόνο

Η διαδικασία που γίνεται αναγκαστικά σε μια δεδομένη και μη αναστρέψιμη συνθήκη αποκαλύπτει όσα πριν φαίνονταν φυσιολογικά. Οι άνθρωποι απομονώνονται και ο φόβος εμφανίζει την αλήθεια που δεν κατάφεραν να παραδεχτούν ή, ίσως, επειδή τη μοιράζονται με άλλους, τη θεωρούν αποδεκτή και φυσιολογική. Μια καταθλιπτική εικόνα που προϋπήρχε, αλλά μπορούσε να κρυφτεί μέσα στον γρήγορο και απρόσωπο ρυθμό της κοινωνίας, αναπαράγεται με μόνο αποδέκτη τον ίδιο τον εαυτό. Οι αλυσιδωτές αντιδράσεις είναι καταιγιστικές, σχεδόν δεν προλαβαίνουν τη σκέψη. Η επίπονη παραδοχή δεν είναι πάντα διαχειρίσιμη.

Βιβλίων Γη

Χιούμορ λεπτεπίλεπτο, σαν ενός χρονογραφήματος, ενός σχολιασμού σε παλιά έντυπη εφημερίδα ενός έγκυρου δημοσιογράφου που κατακρίνει τα επίκαιρα με ψευδώνυμο. Προσέγγιση που δεν αναλώνεται σε λογοτεχνικές δεξιότητες για να αποδείξει την κλασική αξία του κειμένου, μια παλιά γελοιογραφία που καυτηρίαζε τα κακώς κοινωνικά κείμενα με τρόπο γκροτέσκο, βαθιά δραματικό αλλά κωμικό, ένας καθρέφτης που, όποιος κι αν κοιτάξει μέσα, θα δει τον εαυτό του. Αυτό είναι το «Ώρες Κοινής Ανησυχίας», με την υπογραφή μιας λογοτέχνιδας που έχει αποδείξει τη μεστή και ρεαλιστική γραφή της σε διαφορετικά είδη θεματικής μυθιστορίας. Γραμμένο σαν μια σκέψη ενός ανθρώπου που έζησε τη συνθήκη, που περιέγραψε κι αφηγήθηκε, που μοιράζεται με όσους είδαν στις λέξεις όσα αισθάνθηκαν και αυτοί. Αυτή η μορφή επικοινωνίας, σε τόσο δύσκολους καιρούς, είναι στην ουσία της η ιστορική διήθηση των πεπραγμένων. Τα μηνύματα αληθινά, με γεύση ελπίδας και αισιοδοξίας. Με ένα υπονοημένο «αν» που αλλάζει τα πάντα:

Αλληλεγγύη, αγόρι μου…Το όπλο των λαών!

Και ένας μικρός διάλογος-μονόλογος που κρύβει τη ζοφερή πραγματικότητα του κόσμου:

Καύσωνας, αγάπη μου, και μη με κοιτάς έτσι…Δεν μπορώ…Ο κόσμος όλος σε κώμα, αγάπη μου, κι εμείς οι τελευταίοι επιζώντες του ιού, του χρόνου, του θέρους, του καύσωνα. Μη με κοιτάς έτσι…μη…

Οι ιστορίες κλείνουν με μια βόλτα, στην οδό Ανεξαρτησίας, των δύο εκ των νεότερων πρωταγωνιστών. Την περίεργη και τόσο γνώριμη οδό που λαμβάνουν χώρα όλα. Την οδό Ανεξαρτησίας που ο φόβος την ερήμωσε.

«Στάσου! Πού πας; Απαγορεύεται…»

«Μια βόλτα. Μόνο που ήθελα ένα χέρι, ξέχασα πώς είναι να περπατάς στον δρόμο με άλλον μαζί. Τα λέμε…» γυρνάει την πλάτη της.

«Στάσου!»

«Μύγδαλα, ρε μεγάλε;»

«Στάσου, θα έρθω!»

«Δεν φοβάσαι, ρε;»

«Φοβάμαι. Αλλά θα προσπαθήσω».

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

Σχετικά Άρθρα