Η Λογοτεχνία για το Ολοκαύτωμα: Αλήθεια και μυθιστορία για μια από τις πιο μαύρες σελίδες της Ιστορίας

Βιβλίων Γη

Γράφει η Σοφία Σιγάλα

Η Λογοτεχνία ήταν πάντα ένα μέσο για να καταγραφούν και η αλήθεια, οι μαρτυρίες και οι αναμνήσεις μιας ιστορικής κατάστασης. Το πάντρεμα της αλήθειας και του φανταστικού αποτελεί μια συνταγή μαγική για να γραφτούν σπουδαία λογοτεχνικά έργα που κάνουν πάντα πιο ”εύπεπτη” οποιαδήποτε πληροφορία, τεκταινόμενο, πραγματικότητα ή βίωμα, αναδρομή και περιγραφή προσώπων και γεγονότων.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος καταγράφηκε στη μνήμη και την Ιστορία, μεταξύ άλλων, και για ένα από τα πιο ειδεχθή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, κοινωνικών συνόλων, θρησκευτικών ομάδων και μειονοτήτων, ρατσιστικού μένους και εμμονής. Η 27η Ιανουαρίου έχει κατοχυρωθεί ως Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος. Καθόλου τυχαία η συγκεκριμένη επιλογή της ημερομηνίας, μιας και, στις 27 Ιανουαρίου του 1945, τα σοβιετικά στρατεύματα απελευθέρωσαν ένα από τα μεγαλύτερα στρατόπεδα συγκέντρωσης, το Άουσβιτς-Μπιρκενάου.

Η Λογοτεχνία, Παγκόσμια και Ελληνική, περιέχει σπουδαίες αναφορές για τη συγκεκριμένη περίοδο κι εμείς σας προτείνουμε μερικά από τα λογοτεχνικά έργα που έχουμε διαβάσει και θεωρούμε προτάσεις ανάγνωσης αξιόλογες ως προς τη συγκεκριμένη θεματική:

«Στις 5 του Μάη, λίγο πριν από το μεσημέρι, ένα θεόρατο αμερικάνικο τανκ, καπνισμένο και σημαδεμένο από τον πόλεμο, γκρέμισε την πύλη του Μαουτχάουζεν και μπήκε στον περίβολο. Κι αυτό το θεόσταλτο άρμα της ελευθερίας ήταν, λέει, ένα από τα αμέτρητα κι ακατανίκητα της ενδεκάτης ταξιαρχίας αρμάτων της τρίτης αμερικάνικης Στρατιάς που διοικούσε κάποιος σπουδαίος στρατηγός ονόματι Τζώρτζ Πάττον!…»

Το έργο του σπουδαίου θεατρικού συγγραφέα, Ιάκωβου Καμπανέλλη, αποτελεί μια συγκλονιστική μαρτυρία προσωπική των όσων βίωσε ως αιχμάλωτος στο στρατόπεδο Μαουτχάουζεν, την περίοδο 1943-1945 και είναι ένα από τα πιο ηχηρά ειρηνικά μηνύματα στα συγγραφικά δρώμενα.

Η ιστορία της Ροζαλίας Σεφεριάδη, απόγονος προσφύγων από τη Φώκαια της Μικράς Ασίας και το οδοιπορικό της στη θηριωδία της ναζιστικής παράνοιας, μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, του θανάτου και της εξόντωσης. Η Πασχαλία Τραυλού δημιουργεί μια ιστορία που περιγράφει με ιστορικές αλήθειες και φανταστικά περιστατικά τη θηριωδία των κρατούμενων Εβραίων και την «Τελική Λύση» που εξόντωσε εκατομμύρια ψυχών.

Διαφορετικοί ήρωες, ξεχωριστοί χαρακτήρες γίνονται ένα μωσαϊκό τραγικό της περιόδου της ναζιστικής κυριαρχίας. Η Πάτρα και η Γερμανία γίνονται οι βασικοί πόλοι εξέλιξης του μυθιστορήματος αυτού που αποκαλύπτει τον ψυχισμό και τις σκέψεις του εβραϊκού λαού, αλλά και της γερμανικής νοοτροπίας και του τρόπου συμπεριφοράς των υπευθύνων της τραγωδίας και μιας μερίδας από τον απλό λαό της Γερμανίας την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Παναγιώτα Σμυρλή μπαίνει στην Ιστορία και την κάνει κομμάτι του αναγνωστικού κοινού μέσα από έρευνα, κατάθεση προσωπική και περιγραφές ζωντανές.

Έξι σύγχρονα εγκλήματα, αναπαραστάσεις πειραμάτων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μια ψυχίατρος και ένας πρώην ναζί ενενήντα έξι χρόνων, σε φυλακή της Αριζόνα, που δημιουργούν μια ξεχωριστή σχέση. Ένα ζευγάρι του σήμερα που αποφασίζει να συμμετάσχει σε ένα διαστροφικό παιχνίδι.   Ένας Εβραίος επιστήμονας που διατηρεί τη θέση του στα πανεπιστημιακά εργαστήρια του ναζιστικού Βερολίνου με την ανοχή των Αρχών, αφού οι έρευνές του εξυπηρετούν τον στόχο τους.Έρευνες που ξεκινούν από το ψυχιατρικό άσυλο Ζόνεσταϊν στην Πίρνα, συνεχίζονται στα Ινστιτούτα Κάιζερ Βίλχελμ στο Ντάλεμ, στο Ινστιτούτο Έρευνας Εγκεφάλου στο Μπουχ και ολοκληρώνονται με ανθρώπινα πειραματόζωα σε μια βίλα της Δρέσδης. Μια  ανάσα πριν από το τέλος του πολέμου, στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου, οι Ες-Ες αξιωματικοί καταστρέφουν όσο περισσότερα στοιχεία μπορούν, αφού φροντίζουν πρώτα να τα καταγράψουν στο ασυνήθιστο μυαλό ενός δεκαεφτάχρονου κοριτσιού.

Στη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου πολέμου, ο Ελί Βιζέλ και η οικογένειά του στάλθηκαν από τους Ναζί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το βιβλίο αυτό είναι ένα ντοκουμέντο αυτής της κτηνωδίας: του χαμού των γονιών του, του τρόμου από τον οποίο κατάφερε να ξεφύγει, του αγώνα του για επιβίωση σ’ έναν κόσμο που τον απογύμνωσε από την ανθρωπιά, την αξιοπρέπεια και την πίστη του.
Γραμμένο σε γλώσσα λιτή, με τη ματιά του αυτόπτη μάρτυρα, η Νύχτα αποτελεί μία από τις πιο άμεσες και διεισδυτικές αφηγήσεις που γράφτηκαν ποτέ για το Ολοκαύτωμα.

Το παιδί του Άουσβιτς, Γκράχαμ Λίλι, εκδ. Μίνωας

To 1942 η Εύα Αντάμι επιβιβάζεται σ’ ένα τρένο για το Άουσβιτς. Στριμωγμένη ασφυκτικά ανάμεσα σε δεκάδες άλλους και εξουθενωμένη, το μόνο που την απασχολεί είναι να βρει τον σύζυγό της, Μίχαλ, ο οποίος είχε μεταφερθεί εκεί έξι μήνες νωρίτερα.

Φτάνοντας, δεν βρίσκει κανένα ίχνος του άντρα της, παρά μόνο τη σκληρή, ισοπεδωτική πραγματικότητα του στρατοπέδου συγκέντρωσης. Ξαπλωμένη στο λεπτό στρώμα της κουκέτας που μοιράζεται με άλλες γυναίκες, συντετριμμένη και με το κεφάλι της ξυρισμένο, ακούει έναν ψίθυρο: Η συγκρατούμενή της, Σόφι, της δίνει το χέρι…

Με το πέρασμα των ημερών, οι δύο γυναίκες γίνονται φίλες και μοιράζονται τα όνειρα και τις ελπίδες τους – η Εύα ελπίζει να βρει τον Μίχαλ ζωντανό σ’ αυτό το φριχτό μέρος και η Σόφι να ανταμώσει ξανά με τον γιο της, Τόμας. Μαθαίνουν να επιβιώνουν και να προστατεύουν η μία την άλλη, έως τη στιγμή που η Εύα αντιλαμβάνεται ότι έχει μείνει έγκυος·οι ζωές και των δύο βρίσκονται πλέον σε κίνδυνο…

Οι δύο γυναίκες είναι όμως αποφασισμένες να κρατήσουν ζωντανό τον τελευταίο σπόρο ελπίδας μέσα στις σκιές και την εξαθλίωση, τα μονάκριβα παιδιά τους, που ελπίζουν ότι θα ζήσουν για να διηγηθούν την ιστορία τους όταν εκείνες δεν θα μπορούν πια να το κάνουν…

Βιβλίων Γη

Η Άννα Φρανκ γεννήθηκε στις 12 Ιουνίου 1929 από Εβραιογερμανούς γονείς. Ήδη από τα παιδικά της χρόνια ένιωσε τη φρίκη της καταδίωξης των Εβραίων και τον τρόμο του κρυψίματος στον πόλεμο. Η οικογένειά της που είχε καταφύγει και κρυφτεί στην Ολλανδία ανακαλύφθηκε τον Αύγουστο του 1944 στο καταφύγιό της στο Άμστερνταμ και στάλθηκε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τον Μάρτιο του 1945 η Άννα Φρανκ πέθανε στο στρατόπεδο Μπέργκεν-Μπέλσεν. Μετά τη σύλληψη της οικογένειας βρέθηκαν ανάμεσα σε εφημερίδες και βιβλία τα χαρτιά του ημερολογίου της μικρής Άννας, που έγραφε από τα 13 της χρόνια κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην Ολλανδία. Το ημερολόγιο της θεωρείται ένα από τα πολυτιμότερα έργα της Παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Επιστρέφοντας στο σπίτι του, ο 15χρονος Μίχαελ Μπεργκ έχει μία κρίση. Τον βοηθά μια 35άρα. Αργότερα ο έφηβος την επισκέπτεται με μια ανθοδέσμη, για να την ευχαριστήσει. Την ξαναεπισκέπτεται, γιατί η Χάννα είναι η πρώτη γυναίκα που ποθεί. Είναι η αρχή ενός κρυφού έρωτα. Όμως ένα μυστήριο περιβάλλει η Χάννα. Κάποια μέρα εξαφανίζεται. Από τη ζωή του, όχι από τη σκέψη του. Χρόνια αργότερα τη βλέπει φοιτητής πια της Νομικής αυτός, στην αίθουσα του δικαστηρίου. Η Χάννα κατηγορείται ως εγκληματίας πολέμου. Ο νεαρός νομικός κλονίζεται. Το παρελθόν -του έρωτά του αλλά και της χώρας του- ξαναζωντανεύει.

Τι θα γινόταν αν έπρεπε να κρύψεις κάτι για να το σώσεις;
Όταν η νεαρή Λίζελ φτάνει στο σπίτι των θετών γονιών της, έχοντας χάσει την οικογένειά της, το μόνο που κρατάει στα χέρια της είναι το κλεμμένο εγχειρίδιο ενός νεκροθάφτη, το οποίο δεν μπορεί καν να διαβάσει, αφού δεν ξέρει γραφή και ανάγνωση. Αυτή θα είναι και η αρχή της καριέρας της ως… κλέφτρας. Η Λίζελ θα αρχίσει να κλέβει βιβλία – βιβλία που πετάνε οι ναζί στη φωτιά για να τα κάψουν, βιβλία από τη βιβλιοθήκη του δημάρχου, βιβλία που τη συντροφεύουν στις περιπέτειές της παρέα με το φίλο της, Ρούντι, στους δρόμους της πόλης, βιβλία που θα γεμίσουν τις ώρες του άλλου φίλου της, του κυνηγημένου Μαξ. Κι ενώ οι βόμβες των Συμμάχων πέφτουν συνεχώς και οι σειρήνες ουρλιάζουν, η Λίζελ μοιράζεται τα βιβλία της με τους γείτονές της στα καταφύγια και βρίσκει σ’ αυτά παρηγοριά. Μέχρι που κάποια μέρα η σειρήνα θα αργήσει να σφυρίξει…

  • Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, Πρίμο Λέβι, εκδ. Άγρα

Στις 22 Φεβρουαρίου 1944, 650 άνθρωποι στάλθηκαν στο Άουσβιτς στοιβαγμένοι σε δώδεκα τρένα για εμπορεύματα. Μόνο ο Πρίμο Λέβι και δύο άλλοι επέζησαν, έπειτα από παραμονή ενός έτους, πριν την απελευθέρωσή τους από τον ρωσικό στρατό τον Ιανουάριο του 1945.

Στο στρατόπεδο ο Λέβι παρατηρεί τα πάντα, θα θυμηθεί τα πάντα, θα αφηγηθεί τα πάντα: το στρίμωγμα στους κοιτώνες· τους συντρόφους που ανακάλυπταν το πρωί νεκρούς από την πείνα και το κρύο· τους εξευτελισμούς και την καθημερινή εργασία, κάτω απ’ τα χτυπήματα των ” Κάπος “· τις περιοδικές ” επιλογές ” όπου ξεχώριζαν τους αρρώστους από τους υγιείς για να τους στείλουν στο θάνατο· τους απαγχονισμούς για παραδειγματισμό· τα τρένα γεμάτα Εβραίους και τσιγγάνους, που οδηγούνταν με την άφιξή τους στα κρεματόρια…

Με έναν επίλογο λιτό και ουσιαστικό, ένα μικρό απόσπασμα από μια συνέντευξη του Πρίμο Λέβι θα ολοκληρωθεί αυτό το αφιερωματικό άρθρο για την 27η Ιανουαρίου. Οι ευχές των ανθρώπων μπορεί να μην έχουν και τόση σημασία μπροστά στην πολιτική βούληση και την παρανοϊκή συμπεριφορά που κατέγραψε η Ιστορία, οι απλοί άνθρωποι όμως συνεχίζουν να προσεύχονται για την ειρήνη και τη συμπόρευση.

Θεωρώ το μίσος κάτι κτηνώδες και ακατέργαστο και για αυτό προτιμώ oι ενέργειες και oι σκέψεις μου να αποτελούν προϊόν όσο το δυνατόν περισσότερο της λογικής. Πολύ λιγότερο αποδέχομαι το μίσος που απευθύνεται συλλογικά σε μια εθνική ομάδα, για παράδειγμα σε όλους τους Γερμανούς. Εάν το δεχόμουν αυτό θα ήταν σαν να ακολουθούσα τις αρχές του ναζισμού, που ιδρύθηκε ακριβώς στη βάση του εθνικού και φυλετικού μίσους. Πρέπει να παραδεχτώ ότι αν είχα μπροστά μου έναν από τους διώκτες μας εκείνων των ημερών, συγκεκριμένα, γνώριμα πρόσωπα, θα έμπαινα στον πειρασμό να μισήσω και μάλιστα βίαια. Αλλά ακριβώς επειδή δεν είμαι φασίστας ή ναζιστής, αρνούμαι να υποκύψω σε αυτόν τον πειρασμό.

Πιστεύω στη λογική και τη συζήτηση ως υπέρτατα μέσα προόδου. Έτσι, καθώς περιέγραφα τον τραγικό κόσμο του Άουσβιτς υιοθέτησα σκόπιμα την ήρεμη και νηφάλια γλώσσα του μάρτυρα, όχι τους θρηνητικούς τόνους του θύματος ή τη θυμωμένη φωνή κάποιου που αναζητά εκδίκηση. Θεωρούσα ότι όσο πιο αντικειμενικά κατάφερνα να αποδώσω τη μαρτυρία μου, όσο λιγότερο συναισθηματικά φορτισμένη, τόσο πιο αξιόπιστη και χρήσιμη θα ήταν.

Σύμφωνα με τις καταγραφές 1,1 εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώθηκαν στους θαλάμους αερίων ή πέθαναν από την πείνα και τις αρρώστιες στο Άουσβιτς. Το 90% ήταν Εβραίοι. 

Σχετικά Άρθρα