Οι Τρεις Αδελφές: Ο Τσέχοφ σε μια αναζήτηση για τα ανεκπλήρωτα όνειρα…

Βιβλίων Γη

Είναι πολύ λεπτή η γραμμή μεταξύ της πραγματοποίησης των ονείρων και της επίτευξης μιας ουτοπικής συνθήκης. Αρκετές φορές αυτές οι γραμμές μπερδεύονται και δίνει η μια θέση στην άλλη, η σύσταση των εικόνων του πραγματικού και του ιδεατού αναπαράγεται μέσα στο μυαλό ασυντόνιστα. Η πραγματοποίηση ενός ονείρου περιέχει ελπίδα και δράση, χαρά και προσμονή. Η ουτοπία είναι μελαγχολική, κρύβει το αδύνατο -ίσως όσοι τη σκέφτονται να το ξέρουν- αναπαράγεται ανεξέλεγκτα, μάλλον μόνο αναπαράγεται, ποτέ δεν πραγματοποιείται, αλλά, τελικά, το ιδεατό είναι η Τέχνη· γι’ αυτό όσοι δημιουργούν έχουν πάντα μια φαρέτρα με υλικά από έναν άλλον κόσμο, πέρα από αυτόν που βιώνεται στην πραγματικότητα.

Βιβλίων Γη

Το θεατρικό έργο του Άντον Τσέχοφ, Οι Τρεις Αδελφές, είναι η αναπαράσταση μιας ονειρικής κατάστασης που εξελίσσεται σε ουτοπική. Κρύβει μελαγχολία που επικαλύπτεται με μια συμπεριφορά απόγνωσης και ματαιότητας. Είναι μια μικρογραφία ενός κόσμου που υπάρχει μέχρι και σήμερα -το έργο είναι γραμμένο στις αρχές του 20ου αιώνα- και ερμηνεύει όσα δεν έγιναν ποτέ πράξεις, αλλά χίμαιρες του ανθρώπινου νου.

Υπόθεση

Η Όλγα, η Μάσα και η Ιρίνα ζουν σε μια επαρχιακή πόλη της Ρωσίας μαζί με τον αδελφό τους. Η αναγκαστική κατοίκησή τους εκεί είναι αποτέλεσμα της δουλειάς του πατέρα τους -στρατιωτικός. Όταν ο πατέρας τους πεθαίνει, εκείνοι παραμένουν στην κλειστή και μοναχική επαρχία της Ρωσίας και το μόνο τους όνειρο είναι να επιστρέψουν στη Μόσχα, το κέντρο της εποχής που σφύζει από ζωή και δραστηριότητα. Στην πραγματικότητα, η Μόσχα είναι οι μακρινές αναμνήσεις τους, εκείνες που είχαν από παιδιά στην πόλη και το όνειρό τους για μια ζωή που ποτέ δεν έκαναν. Οι συναναστροφές τους είναι μόνο με παλιούς στρατιωτικούς, φίλους του πατέρα τους. Όταν στην πόλη έρχεται ο αντισυνταγματάρχης Βερσίνιν, η Μάσα, αν και παντρεμένη, δημιουργεί μαζί του μια σχέση -μάλλον πλατωνική- που την απαγκιστρώνει από την άτονη και ψυχρή σχέση με τον σύζυγό της. Όμως, και τα υπόλοιπα αδέλφια προσπαθούν να εμπλουτίσουν τη μονότονη ζωή τους μέσα από σκέψεις και σχέσεις, με κύρια πάντα αυτή της ελευθερίας τους· του μεγάλου τους ταξιδιού στη Μόσχα. Όσοι έρχονται στο σπίτι τους φεύγουν, αλλά εκείνοι θα μείνουν για πάντα εκεί, με έναν ανεκπλήρωτο όνειρο να κάνει συντροφιά στις ζωές τους.

Οι ήρωες διεκδικούν ψυχή τε και σώματι την ευτυχία τους. Άλλοτε τα καταφέρνουν κι άλλοτε όχι, Οι Τρεις Αδελφές είναι ένας πίνακας ζωής που έχει επιθυμίες και δικαιώματα, ξυπνά, στενάζει, αποζητά. Άνθρωποι ζωντανοί που αναπνέουν και αναζητούν το χάδι, την επαφή, τη λύτρωση. Νέοι άνθρωποι συναντιούνται, επικοινωνούν, σφίγγουν τα χέρια, αγαπιούνται, αγκαλιάζονται με ορμή και τους χωρίζει η ζωή ή ο θάνατος. Ονειρεύονται, ελπίζουν, μέσα από κωμικές και δραματικές καταστάσεις. Μα η επικρατούσα αίσθηση είναι η αφόρητη μελαγχολία των τριών γυναικών που είναι εγκλωβισμένες σε μια επαρχία της αχανούς Ρωσίας, το παντοτινό τους όνειρό να πάνε κάπου αλλού (στη Μόσχα, σε μια μεγάλη πόλη, σε μια διαφυγή οπωσδήποτε). Έτσι σκιαγραφείται η αλλαγή που αναζητούν οι άνθρωποι, η στασιμότητα που βιώνουν και η ανάγκη για να σπάσουν τα δεσμά της αδιάφορης και μονότονης ζωής τους. Το κωμικό και το τραγικό παίζει ένα παιχνίδι μέσα από χαρακτήρες, άλλοτε ζωντανούς και γεμάτους όνειρα, άλλοτε δραματικούς, μοναχικούς, που αποκαθηλώνονται μέσα από τις σκέψεις και τους διαλόγους που στην ουσία είναι μονόλογοι.

ο έργο του Άντον Τσέχοφ, Τρεις Αδελφές, ανέβηκε για πρώτη φορά στις 31 Ιανουαρίου, το 1901. Στην Ελλάδα ανέβηκε για πρώτη φορά το 1932, τους ρόλους των τριών αδελφών υποδύθηκαν η Κυβέλη, η Αλίκη και η Μιράντα. Η τόσο γνωστή σε όλους φράση «Στη Μόσχα, αδελφές μου, στη Μόσχα» ανήκει σε αυτό το θεατρικό.

Ο Άγγελος Τερζάκης, στο πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου, γράφει, όταν ανέβηκε το 1951:

…κάτω από τα απλά, τα καθημερινά λόγια, άνθρωποι ζωντανοί αναπνέουν, στενάζουν, αναζητούν ψηλαφητά μιαν επαφή μεταξύ τους, κάποια λύτρωση. Συχνά, ενώ φαίνονται να κουβεντιάζουν, μονολογούν, και τότε έχουμε την παράδοξη εκείνην αίσθηση του στεγανού που απομονώνει τους ανθρώπους και που είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της θεατρικής τέχνης του Τσέχοφ. Το δράμα του τύπου αυτού δεν εχει συγκρούσεις και βιαιότητες. Αντιθέσεις μονάχα υπάρχουν, διακυμάνσεις, ανάλαφροι τόνοι, πινελιές. Όλα τυλίγονται σε μια χλιαρή, δεσμευτικά υποβλητική, ατμόσφαιρα. Κ’ είναι καθώς κάποιες μουσικές νότες, παιγμένες χαμηλόφωνα, με σουρντίνα, που φτάνουν ίσια στην καρδιά.. Για να χαρεί κανείς ολοκληρωτικά ένα έργο του Τσέχοφ θα έπρεπε να κάνει ό,τι και με κάποια κομμάτια σοβαρής μουσικής: Να τ’ ακούσει και πάλι, και πάλι, να προχωρήσει με μια βαθμιαία κατάδυση στο βάθος, να κατέβει από στρώμα σε στρώμα ίσαμε την περιοχή του αυστηρά ενδόμυχου, που είναι η περιοχή του καθαρά κι ανομολόγητα ψυχικού. “Για να εισδύσει κανείς στο έργο του Τσέχοφ, γράφει ο Στανισλάφσκι, χρειάζεται ένα είδος ανασκαφής”. Όμως από τον ιστό αυτό της αράχνης, που πλέκει με άπειρη ευαισθησία ο ποιητής, τι μαγεία παράδοξη αναδίνεται, τι γοητεία που σαγηνεύει! Έχετε την εντύπωση, στις Τρεις αδελφές λογουχάρη, πως ακούσατε μια μελωδία τραγουδημένη με κλειστό στόμα, μουρμουριστή.

Άγγελος Τερζάκης, 1951

Σχετικά Άρθρα