Ένας Αιώνας Μικρασία: Σφραγίδα από λίθο, Παναγιώτα Σμυρλή

Βιβλίων Γη

Θα σου μιλήσω για την ιστορία της θείας Χαρικλειώς που έμενε κι αυτή στην οδό Ανθείας, αντικριστά απ΄ το δικό μου το σπίτι. Έχει αφήσει το χνάρι της κι αυτό των προγόνων της στη μάντρα της αυλής της, μ΄ εκείνον τον σφραγιδόλιθο που κουβάλησε απ΄ την πατρίδα της. Η ιστορία της είναι γνωστή στην Πάτρα και η ίδια, αν και τη γνώρισα σε μεγάλη ηλικία, υπήρξε από τις ωραιότερες γυναίκες της εποχής της.

Η Χαρίκλεια ήρθε από τη Σμύρνη τυλιγμένη απ΄ το λαιμό ως τα νύχια με μια ξεθωριασμένη  ρόμπα, για να καλύψει τις δαντέλλες που φουρφούριζαν στο στήθος, χύνονταν στη μεταξένια πράσινη οργαντίνα της και κατέληγαν σε φιόγκους δεμένους στη μέση της. Άλλες, στον ποδόγυρο του φουστανιού τους, είχαν ραμμένα τιμαλφή. Εκείνη άφησε να το σέρνει ο άνεμος. Με βλέμμα απλανές και γαλανό σαν τη θάλασσα κατέβηκε στο λιμάνι της Πάτρας. Η ρόμπα δεν έκρυβε την ομορφιά της και το μαντήλι δεν κάλυπτε τον χείμαρρο των μαλλιών που ξεχύνονταν με κάθε της κίνηση.

Οι αχθοφόροι παραμέρισαν, το πλήθος άνοιξε και η Χαρίκλεια πέρασε σαν έκπτωτος άγγελος ανάμεσά τους, κρατώντας ένα σακούλι στα χέρια της μ΄ εκείνη την ευλάβεια των ιερών λειψάνων, κοιτάζοντας κατευθείαν μπροστά, στην καρδιά της πόλης, τον Άι-Νικόλα, και τις πολυάριθμες σκάλες του, που χώριζαν την Πάτρα στα δυο. Τα νιάτα της, όσα και η χρονιά της καταστροφής, είκοσι δύο, καθώς και η στητή κορμοστασιά της, φώναζαν την καταγωγή και το «έχει» της.

Βιβλίων Γη

Άλλοι, την ώρα του ξεριζωμού, συμμάζεψαν τζοβαϊρικά ή έραψαν στις φόδρες τους μασούρια με λίρες, κατέβασαν απ΄ τα εικονίσματα φυλαχτά κι εικόνες, παράχωσαν θησαυρούς κι έθαψαν σεντούκια προτού μπουν στη βάρκα της σωτηρίας και το αμφίβολο μέλλον τους. Η κοπέλα, αν και οι ανταύγιες της φωτιάς μαζί με τον αχό από τα ποδοβολητά των αλόγων έφτανε στο σπίτι της, δε νοιάστηκε για τίποτα απ΄ αυτά. Η Αϊσέ, η παραδουλεύτρα της, έκλαιγε και μαλλιοτραβιόταν, ο άνδρας της ο Ασλάν είχε φέρει τον αραμπά απ΄ έξω και τη φώναζε, περιμένοντας με τα γκέμια στα χέρια. Ακόμα και το δευτερόλεπτο ήταν κρίσιμο, αλλά η Χαρίκλεια, αντί να βγει τρέχοντας και να φύγει, άνοιξε την πίσω πόρτα και μπήκε στο κτήμα. Ο άνεμος έφερνε μυρωδιές, φύλλα φαιά, σκόνη και αρχέγονες μνήμες. Χάιδεψε τα παρτέρια της, αποχαιρέτησε τις συκιές και τα λιόδενδρα, τάισε τ΄ άλογό της και το πότισε για τελευταία φορά. Κούρνιασε για λίγο σαν μικρό παιδί στη ρίζα του ευκάλυπτου, δένοντας τα χέρια της στα γόνατα, γέρνοντας μπρος-πίσω, μπρος-πίσω, σαν παλιό εκκρεμές με μάτια άσταχτα.

Πήρε μαζί της μια χούφτα χώμα και λίγους σπόρους από τους κατιφέδες της. Ύστερα κατέβασε τον Ασλάν από τον αραμπά και τον έβαλε -σ΄ εκείνον τον χαλασμό- να ξεκολλήσει με μια αξίνα από τον τοίχο τους, που έβλεπε στον δρόμο, τον σφραγιδόλιθο με το οικόσημο της οικογένειας. Βυζαντινός σταυρός, πελεκημένος σε γκρίζα πέτρα, με τις λειχήνες της περιπέτειας πάνω της, ίσια με μια παλάμη στο μέγεθος κι ένα καλλιτεχνημένο μονόγραμμα Α, μπλεγμένο στα φυλλώματα της δάφνης. Αλεζάκης, τ΄ όνομα του προπάππου και του πατέρα της, που γνώρισε τον θάνατο, όπως όλοι οι δικοί της, λίγες ημέρες μονάχα πριν, ανυποψίαστη ώρα, ώρα που το μαγαζί ξεδίπλωνε τις πραμάτειες του. Ο ήλιος χάιδευε τα σακιά με τις φακές και τα φασόλια, τρύπωνε στα ράφια με τα μπαχαρικά, έλουζε τα ματσάκια με τα βότανα, στραφτάλιζαν οι γυάλες με τα γλυκά, μοσχομύριζαν οι βανίλιες και το μαστίχι. Ο ήλιος χάθηκε απ΄ τις σκιές και τα αρώματα απ΄ το αίμα.

Αυτή η παλιά πέτρα ήταν το χαραγμένο παρελθόν της, λίθινο φυλαχτό, που θα την έδενε με τα μελλούμενα.  Μπήκε επιτέλους στο αραμπά και η Αϊσέ τής έβαλε πάνω της την παλιά ρόμπα. Κράταγε την καρδιά της να μη σπάσει, το μυαλό της είχε πάρει φωτιά. Πού είναι ο αέρας ν΄ ανασάνει; Άφηνε πίσω της…Και τι δεν άφηνε πίσω της…

Βιβλίων Γη

Η Χαρίκλεια περπάταγε στο λιμάνι της Πάτρας  με το βλέμμα στυλωμένο ψηλά, την πέτρα στο σακούλι, ανακατεμένοι οι σπόροι στο χώμα, ταραγμένη η θάλασσα δίπλα της. Η άλλη θάλασσα, η δική της, δε θα αλλάξει χρώμα στα μάτια της…

…Χρόνους μετά, άσπριζε και κανάκευε τον τοίχο της αυλής της, καμάρωνε την πέτρα από τον τόπο της πλάι στην αυλόθυρα που ατένιζε τον δρόμο κι έβλεπε τα εγγόνια της να παίζουν και τους κατιφέδες να γέρνουν τα σκούρα τους κεφαλάκια στο χώμα που ράντισαν της νοσταλγίας οι καημοί. Αλλά η ζωή, ποτάμι που όλα τα αλέθει στο διάβα του, φέρνει νέους στρόβιλους, θρέφει άλλες ελπίδες, κάνει ξανά τα χαμόγελα να ανθούν.

Ο άνεμος, που έχει την ηλικία της γης, χαϊδεύει και σαρώνει. Έχει δει τόσες σκιές να μπαίνουν και να βγαίνουν από την Ιστορία του κόσμου που έπαψε πια να πονάει. Είδε την Αϊσέ, τον Ασλάν, τον χαλασμό, τη Χαρίκλεια. Τα νέα πρόσωπα παρατήρησε γύρω της, τις καινούργιες συνθήκες. Σάρωσε παλιά βάσανα, χάιδεψε το προγονικό φυλαχτό της. Αυτό, αν και ο τοίχος άλλαξε σχήμα, τόπο και εποχές, παράστεκε στις καταιγίδες και τις λιακάδες της ζωής της, όπως έκανε πάντα πριν απ΄ αυτή».

Η Γεωργία σώπασε απότομα.  Μέχρι και την ανάσα της κράταγε. Έμοιαζε να βρίσκεται σε μια κρίσιμη στιγμή. Η Φανή ήξερε πως η γυναίκα δίπλα της επιθυμούσε να είναι εντελώς απρόσβλητη από τις θλιβερές στιγμές της ζωής, βιώνοντας το παρόν, αφού αγαπούσε κάθε λεπτό της ύπαρξής της σε τούτον τον κόσμο, όμως ο τρόπος που αφηγήθηκε τα γεγονότα τής έδειξαν, πέρα από μια έμφυτη καλλιέργεια, ότι οι δύσκολες καταστάσεις επηρέαζαν τον χαρούμενο χαρακτήρα της πολύ περισσότερο απ΄ ό,τι ήθελε να δείχνει. 

«Τα ‘γραψες, κόρη μου; Έτσι μπράβο.» Και χτύπησε μαλακά το πόδι της άλλης, αποφεύγοντας το βλέμμα της, κοιτάζοντας έξω το τοπίο που περνούσε. «Δεν μπορώ να σκεφτώ τι περίμεναν αυτοί οι άνθρωποι όταν έφτασαν στην Ελλάδα. Περίμεναν τα πάντα και τίποτα. Η πατρίδα τους ήταν στη σκέψη τους κάθε ώρα, την ονειρεύονταν ξανά και ξανά, την έχτιζαν και την γκρέμιζαν με το μυαλό τους.

‘Εζησα με τους πρόσφυγες από τα είκοσι χρόνια μου, έμαθα τη γλώσσα που έφεραν από κει, οι συνήθειές τους έγιναν και δικές μου, τα φαγητά τους γεμίζουν την κουζίνα μου  και τα τραγούδια τους την καρδιά μου. Νιώθω μια απ΄ αυτούς αν και δεν απαρνήθηκα ποτέ τις ρίζες μου από την ορεινή Ναυπακτία. Τα παιδιά μου όμως είναι ευλογημένα. Στο αίμα τους κυλάει κι εκείνος ο πολισμός, που μόνο μπροστά μπορεί να τα πάει».

Παναγιώτα Σμυρλή, Συγγραφέας

Σχετικά Άρθρα

Ο ιστότοπος προστατεύεται!