Η ταυτότητα της μέρας…

Βιβλίων Γη

Γεώργιος Σουρής: «Ως πότε τέλος πάντων θα λέγωμεν ”ως πότε;”», ο ποιητής που η σάτυρά του έχει την ίδια αξία μέχρι σήμερα…

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Η ζωή του

Γεννήθηκε σαν σήμερα, στην Ερμούπολη της Σύρου στις 2 Φεβρουαρίου 1853 . Ο πατέρας του, ένας εύπορος Τσιριγώτης, όταν χρεοκόπησε,τον έστειλε να δουλέψει στη Ρωσία. Έμεινε εκεί για δύο μήνες και μετά ήρθε στην Αθήνα και γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή, από όπου δεν πήρε ποτέ πτυχίο γιατί απορρίφθηκε στα Λατινικά;;.. Αυτή του η αποτυχία είχε σαν αποτέλεσμα να ξεκινήσει καριέρα στην δημοσιογραφία. Δημοσιογράφος εξαιρετικός, κατά πολλούς, σατίριζε έμμετρα τα γεγονότα της εποχής. Στην Αθήνα διέμενε σε μία μικρή κάμαρα, μαζί με την οικογένεια της μελλοντικής του συζύγου, της Μαρίας Κωνσταντινίδη, με καταγωγή από την Χίο.. 20 χρονών ο ίδιος, ανέλαβε την προγύμναση της 14χρονης Μαρίας και την ερωτεύτηκε. Πάνω σε ένα τετράδιο της έγραψε τη λέξη “σ’αγαπώ”. Η απάντησή της ήταν “κι εγώ”. Το αίσθημα ενέκρινε η μητέρα της, όχι όμως το υπόλοιπο οικογενειακό της περιβάλλον. Έτσι ο γάμος μπήκε σε αναμονή. Μετά από λίγα χρόνια, το 1881, το ζευγάρι παντρεύτηκε και απέκτησε πέντε παιδιά. Η γυναίκα του έλεγε αστειευόμενη, ότι έχει έξι παιδιά, καθότι φρόντιζε και τον ίδιο που ήταν γενικά αδέξιος και ανέμελος. Σε όλη τους την κοινή ζωή τον στήριζε, αναλάμβανε όλες τις υποχρεώσεις του σπιτιού και λειτουργούσε για τον ίδιο σαν ο προσωπικός του φύλακας. Το σπίτι τους στην οδό Πινακωτών 15, στη σημερινή Χαριλάου Τρικούπη, υπήρξε ένα από τα γνωστότερα αθηναϊκά φιλολογικά σαλόνια. Το 1883 σε ηλικία 30 ετών έβγαλε το πρώτο φύλλο της εφημερίδας του “Ο ρωμηός”. Η εφημερίδα του ήταν έμμετρη και σατιρική (ακόμη και στις αγγελίες) και κυκλοφόρησε για 36 χρόνια, μέχρι λίγο πριν από το θάνατό του. Το 1900 παρουσιάστηκαν στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών “οι Νεφέλες” του Αριστοφάνη, σε έμμετρη απόδοση δική του. Από τότε θεωρήθηκε ως ο “σύγχρονος Αριστοφάνης”. Το 1911 τιμήθηκε με το “Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος”. Το 1915 έλαβε “Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών”. Στις 26 Αυγούστου 1919 πέθανε σε ηλικία 56 ετών. Μετά θάνατον τιμήθηκε με το παράσημο του “Ανώτατου Ταξιάρχη του Σωτήρος”.

Βιβλίων Γη

Το έργο του

Το έργο του αποτελούνταν από κείμενα με έμμετρους, πληθωρικούς στίχους. Ήταν καλοπροαίρετος χωρίς να βρίζει και έγραφε κυρίως για τον λαό, τους άρχοντες, τους βασιλείς και τον εαυτό του, όντας αυτοσαρκαστικός. Η γλώσσα που χρησιμοποιούσε ήταν μικτή. Χρησιμοποιούσε τη δημοτική εμπλουτισμένη με λόγιες λέξεις και φράσεις. Τα θέματα του αφορούσαν την κακοδαιμονία της ελληνικής πολιτικής σκηνής, που καθρεφτίζει τα ελαττώματα της φυλής μας. Η γραφή του σαρκαστική και γλυκόπικρη, μαστιγώνει, σατιρίζει, διακωμωδεί, γελοιοποιεί και στηλιτεύει λαό, άρχοντες, εξουσία, φαυλοκρατία. Αγαπήθηκε από όλους, μορφωμένους και αμόρφωτους, πλούσιους και φτωχούς. Οι λογοτέχνες της εποχής του όμως είναι διχασμένοι. Χωρίζονται σε φανατικούς υπέρμαχους (Ξενόπουλος και Μάρκος Αυγέρης) και σε φανατικούς πολέμιους (Κωστής Παλαμάς και Ψυχάρης) που θεωρούν ότι το έργο του απευθύνεται σε πιο καθυστερημένους μορφωτικά ανθρώπους. Ο Γιάννης Κορδάτος έγραψε στην Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας: Ο Σουρής δεν ήταν ποιητής αλλά στιχοπλόκος, που με τις κουδουνιστές ρίμες του και την παιχνιδιάρικη στιχουργία του, διασκέδαζε τους αναγνώστες του. Πολλοί σύγχρονοι του τον ονομάτισαν “στιχοφάμπρικα”. Όμως το λαϊκό αυτό “πειραχτήρι” στοχαζόταν βαθιά και με φιλολαϊκό πνεύμα για την επικαιρότητα και την δημοκρατία. Οι στίχοι του μπορεί να μη διαβάζονται ευρέως σήμερα, όμως οι τόμοι του “Ρωμηού” θα έχουν πάντα μεγάλη αξία για την ιστορική έρευνα. Ο Σουρής έγραψε για τον πολέμιο του, Κωστή Παλαμά:

Βιβλίων Γη

σε συμβουλεύω, Κώστα μου, αντί να γράφεις στίχους, άρπαξε το κεφάλι σου και χτύπα το στους τοίχους…

Ποιήματα

Το χιόνι είναι κρύσταλλο, 
ξερός βοριάς σφυρίζει 
και χάσαμε τη ζέστη μας και τον περίπατο μας,                            
το λάδι και το βούτυρο από το κρύο πήζει, 
τουλάχιστον να έπηζε και λίγο το μυαλό μας

Δυστυχία σου, Ελλάς

Ποιος είδε κράτος λιγοστό    
σ’ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;
Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά ‘χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;
Νά ‘χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;
Όλα σ’ αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.
Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που ‘χει
στο ‘να λουστρίνι, στ’ άλλο τσαρούχι.
Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.
Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.
Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;




Κι ένα αυτοσαρκαστικό:

Όμορφος δεν ήταν και το γνώριζε, αλλά ήταν τόσο πνευματώδης, που αυτό κάλυπτε όλες του τις ατέλειες. 

Βρε ίσκιε μου γιατί με ακολουθείς;                            
βρε ίσκιε μου δεν πας να μου χαθείς;                                        
σε απαντώ στο σπίτι και στον δρόμο                                           
και μου γεννάς πολλές φορές τον τρόμο.

Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Σχετικά Άρθρα