Το Φεγγάρι και η Στοιχειώ

Βιβλίων Γη

Ήθελα να γράψω ένα ποίημα, μα δεν τα κατάφερα…

Έτσι, έφτιαξα ένα παραμύθι

Γράφει η Αργυρώ Μαργαρίτη

Μια φορά κι έναν καιρό, λοιπόν, πάνω σ’ ένα ουρανό που ήταν φτιαγμένος από τούλι και ταφτά στο χρώμα του χαμογελαστού κυκλάμινου, ζούσε ένα μικρό, γυάλινο φεγγάρι.Κάθε πρωί ξυπνούσε πολύ αργά κι ετοιμαζόταν να κάνει την τουαλέτα του. Δηλαδή, όταν λέμε πολύ αργά, εννοούμε μετά το μεσημέρι, πολύ μετά, περίπου την ώρα του δειλινού, γιατί όλη τη νύχτα δεν κοιμόταν, αφού τα φεγγάρια δεν κοιμούνται ποτέ τη νύχτα.

   Ξυπνούσε, λοιπόν, αργά, έριχνε μια ματιά να βεβαιωθεί πως ο ήλιος δεν είχε φύγει ακόμα και ύστερα … χασμουριόταν, τεντωνόταν και κάποια στιγμή, υποκύπτοντας στο χρέος,  γλιστρούσε απ’ το μεταξωτό κρεβάτι του και, κυλώντας απαλά, πήγαινε να πλυθεί στη συννεφοπηγή.

Αυτή η πηγή ήταν μια μεγάλη-μεγάλη ασημένια χύτρα που μέσα της έβραζε βρόχινο νερό. Από πάνω η χύτρα ήταν καλά κλεισμένη μ’ ένα μαρμάρινο βαρύ καπάκι. Μόλις το φεγγάρι έφτανε κοντά, το καπάκι άνοιγε λίγο κι ένα σύννεφο ατμού ξεπεταγόταν ανακουφισμένο και για ευχαριστώ το χάιδευε απαλά στο πρόσωπο. Τότε εύρισκαν την ευκαιρία κι άλλα μικρά ατμόνεφα, φτιαγμένα απ’ το ρόδινο νερό φυλακισμένης βροχής, κι έβγαιναν κρυφά από τη χύτρα χοροπηδώντας στον ταφταδένιο ουρανό.

   Καμιά φορά μάλιστα που το φεγγάρι ξεχνιόταν, γιατί πολύ του άρεσε το χάδι αυτό, οι δραπέτες ατμοί  ξέφευγαν με δύναμη, ξεχύνονταν στον ουρανό και τότε … σιγοψιχάλιζε κάτω στη γη.

Αλλά το φεγγάρι αυτό δεν το ήξερε.

Κι ύστερα άρχιζε η δουλειά. Πολλή δουλειά, γιατί η ώρα περνούσε κι ο ήλιος θα έσβηνε και θα ‘ρχονταν το σούρουπο.

  Γύρω απ’ το γυάλινο φεγγάρι μαζεύονταν ένα σωρό αστροξωτικά και το ‘τρίβαν, το ‘τρίβαν με θαλασσινά σφουγγάρια για να γυαλίσει σαν καθρέφτης και να λάμψει σαν χρυσάφι. Κι όταν πια ο νυσταγμένος ουρανός γέμιζε λυπημένες βιολέτες, εκείνο ξεκινούσε τη βόλτα του στους τούλινους δρόμους.

  Είσαι πολύ όμορφο! του φώναζαν οι πούλιες που ‘χαν κεντήσει οι νεράιδες. Τι μοναδικό χρώμα! τραγουδούσαν τ’ αστέρια που τρεμολαμπίριζαν καθώς χαμογελούσαν. Ευχαριστώ πολύ, καλησπέρα! τους απαντούσε ευγενικά, γιατί είχε καλούς τρόπους, και γλιστρούσε ήρεμα και απαλά ρίχνοντας αχτίδες στα φωτεινά σημάδια, στους ακατοίκητους πλανήτες και στη γη. Και δεν ένοιωθε καμιά λύπη ούτε ευτυχία, αφού τίποτε θλιμμένο ή χαρούμενο δεν συνέβαινε στη ζωή του, εκεί ψηλά, στον ταφταδένιο ουρανό.

Ώσπου ένα βράδυ, χωρίς να το καταλάβει, καθώς κυλούσε όπως κυλάει μια δραχμή σε γλιστερή επιφάνεια, είδε κάτω στη γη μια λίμνη και στάθηκε λίγο να καθρεφτιστεί στα σκούρα νερά της. Και καθώς  έβλεπε την εικόνα του ν’ αντιφεγγίζεται πάνω στη μολυβένια διαφάνεια, σκέφτηκε πως πράγματι ήταν πολύ όμορφο, μόνο που αυτό δεν είχε καμιά σημασία…

Εκεί, λοιπόν, κάτω στη γη, 
κοντά στη λίμνη τη γεμάτη νουφαρολούλουδα 
που άνοιγαν το πρωί για να πουν καλημέρα στον ήλιοκι 
έκλειναν το βράδυ για να κοιμηθούν, 
τη γεμάτη χρυσόψαρα, που κρύβονταν 
τη μέρα κάτω από τα βρύα 
για να μην τα δουν οι άνθρωποι 
και τη νύχτα χοροπηδούσαν στο φεγγαρόφωτο 
τη λίμνη την τριγυρισμένη από ψηλά δέντρα …ζούσε ένα κορίτσι.

Έμενε σ’ ένα καλύβι φτιαγμένο από κορμούς βελανιδιάς, χωρίς συντροφιά. Μοναχό του.

Το δέρμα της είχε την χροιά του ώριμου βατόμουρου, τα μαλλιά της ήταν σγουρά, πυκνά, μπερδεμένα σαν τους σκονισμένους αγριόθαμνους. Γι αυτό και όλοι οι άνθρωποι που κατοικούσαν στο πέτρινο χωριό εκεί κοντά και οι ξυλοκόποι που έρχονταν στο πευκοδάσος να κόψουν ξύλα, κι οι ψαράδες που έφταναν στη δασολίμνη να κλέψουν χρυσόψαρα, όλοι αυτοί και άλλοι τόσοι έλεγαν  πως εκεί ζούσε ένα πλάσμα άσκημο

μια μάγισσα που, ίσως, να ‘ταν και στοιχειό 
για τούτο και κανείς δεν πλησίαζε τη λίμνη το βράδυ 
αφού φοβόντουσαν …
Βιβλίων Γη

Έτσι, λοιπόν, το κορίτσι ζούσε μοναχό του, κλεισμένο στο ξύλινο σπιτάκι, που η εξώπορτά του άνοιγε μόνο τα βράδια. Τότε  πλησίαζε τη λίμνη νανούριζε τα νουφαρολούλουδα φώναζε τα χρυσόψαρα και μετά σηκώνοντας τα φουστάνια, έμπαινε μέχρι τα γόνατα στον υγρό κήπο και κοίταζε το πρόσωπό της στο γυάλινο νερό. Και σκεφτόταν πως πραγματικά ήταν πολύ άσκημη, μόνο που αυτό δεν είχε καμιά σημασία.

Ώσπου ένα βράδυ, καθώς γλιστρούσε στα μεταξένια νερά, όπως γλιστράει το κουταλάκι του γλυκού μέσα στο μέλι, είδε στη μέση της λίμνης μια χρυσαφένια κηλίδα, στρογγυλή και πανέμορφη.

Τι να ‘ναι αυτό αναρωτήθηκε το κορίτσι μήπως κανένα λιμνολούλουδο;

 Και πετώντας τα ρούχα του κολύμπησε απαλά σαν νερόφιδο, προσέχοντας να μην τρομάξει το παράξενο και διαλυθεί.

Το μικρό φεγγάρι ετοιμαζόταν να φύγει και να συνεχίσει το δρόμο του, γιατί έπρεπε να φεγγαροφωτίσει και άλλα δάση και λίμνες, κοιμισμένες πολιτείες και χωριά, όταν είδε κάτι σκούρο και μπερδεμέ να πλησιάζει κρυφά το αντιφέγγισμά του που λικνιζόταν στη μέση της λίμνης. Κι έμεινε ακίνητο και περίεργο να δει τι ήταν αυτό.

Το κορίτσι έφτασε κοντά, άπλωσε το χέρι ν’ αγγίξει το λαμπερό απρόσμενο αλλά τα δάχτυλά της έπιασαν μόνο το νερό. Βούτηξε τότε βαθιά μέχρι τον πάτο, ψάχνοντας να δει τι κρυβόταν από κάτω. Θα ‘ναι κανένα φλουρί, απ’ αυτά που δίνουν τα κορίτσια στους πραματευτάδες κι αγοράζουν όμορφα φουστάνια σκέφτηκε και βούτηξε ακόμα πιο βαθιά, γιατί πολύ θα ήθελε ν’ αποκτήσει ένα όμορφο φόρεμα. Μα δεν βρήκε τίποτε κι ανέβηκε με φούρια στην επιφάνεια του νερού, τινάζοντας τα πυκνά, μπερδεμένα μαλλιά της και

βρέθηκε στη μέση του χρυσού δίσκου...
Βιβλίων Γη

Το μικρό φεγγάρι από ψηλά κράτησε την ανάσα του. Είδε μέσα από το αντιφέγγισμα της καθρεφτισμένης ζωγραφιάς του να αναδύεται    ένα πλάσμα που γυάλιζε

κι έλαμπε σαν τα ασημόψαρα 
με χιλιάδες πούλιες ν’ αστράφτουν πάνω του.

Το κορίτσι ανάπνευσε βαθιά, κοίταξε γύρω και είδε το κορμί του ντυμένο σ’ ένα μεταξωτό φως και τα μαλλιά νοτισμένα νεροσταγόνες ίδιες κι απαράλλαχτες με ακριβά πετράδια.

«Τι είσαι»; ρώτησε τη χρυσαφιά κηλίδα που λικνιζόταν γύρω της «είσαι φλουρί»;

«Είμαι ένα γυάλινο αστέρι» απάντησε το μικρό φεγγάρι «και οι άνθρωποι  με λένε φεγγάρι. Εσύ, τι είσαι»;

«Είμαι ένα κορίτσι» απάντησε το κορίτσι «κι ακούω τους άλλους να με φωνάζουνε στοιχειό. Είσαι πολύ όμορφο …»

«Αυτό δεν έχει καμιά σημασία …δηλαδή θέλω να πω, δεν μ’ ένοιαζε μέχρι σήμερα, όμως τώρα νοιώθω ευτυχισμένο που σε ντύνω με το φως μου».

«Είσαι φλουρί» απάντησε το κορίτσι και μου χάρισες το πιο ακριβό φόρεμα που κανένας πραματευτής δεν είχε ποτέ στις πραμάτειες του».

«Πρέπει να φύγω, μα θα ξανάρθω αύριο, θα είσαι εδώ»;

«Θα είμαι. Καληνύχτα Φεγγάρι».

«Καληνύχτα, Στοιχειώ».

Την άλλη μέρα είχαν πολλή δουλειά τα ξωτικά αστέρια στην ταφταδένια πολιτεία του ουρανού. Πολύ νωρίς, πριν ακόμη σουρουπώσει, την ώρα του δειλινού, όταν τα τούλια δεν είχαν πάρει ακόμα τις σκιές του τριαντάφυλλου, το φεγγάρι βρισκόταν κιόλας δίπλα στην ασημένια χύτρα.

Τα ξωτικά αστέρια το ‘τριψαν καλά καλά πολλές φορές με τα βελούδινα σφουγγάρια , μέχρι που έλαμψε πιο πολύ κι απ’ τις κορώνες που φορούν οι βασιλοπούλες. Ύστερα τράβηξαν με δύναμη το μεγάλο μαρμάρινο καπάκι και χιλιάδες σύννεφα ατμού ξεπήδησαν. Σκόρπισαν βιαστικά και μια μοσχομυριστή ρόδινη βροχή άρχισε να πέφτει πάνω στη δασολίμνη.

Τα νούφαρα ξύπνησαν κι άνοιξαν τα πέταλα να δροσιστούν. 
Τα χρυσόψαρα αναπήδησαν ξαφνιασμένα 
ρουφώντας το νερό 
που έρχονταν από ψηλά 
και γέμιζε το υδάτινο σπίτι τους. 
Οι σκονισμένοι θάμνοι ξεπλύθηκαν.

Η ξώπορτα του ξύλινου σπιτιού άνοιξε πιο νωρίς απόψε και το κορίτσι στάθηκε στη μέση της συννεφοβροχής. Ένοιωσε το φεγγαρίσιο απόνερο να μουσκεύει το κορμί της και να της λούζει τα μαλλιά … ώσπου το δέρμα της πήρε το χρώμα της αυγής κι ένας νυχτερινός καταρράχτης λύθηκε στους ώμους της.

Κι όταν είδε τη χρυσαφένια κηλίδα 
στη μέση της λίμνης 
βούτηξε στα αρωματισμένα νερά 
και αναδύθηκε στην αγκαλιά του φεγγαρόδισκου.
Βιβλίων Γη

Από τότε οι άνθρωποι του πέτρινου χωριού οι ψαράδες και οι ξυλοκόποι λένε πως κάθε βράδυ μια πανέμορφη νεράιδα βγαίνει από τα νερά της λίμνης με τα νούφαρα, ντυμένη με ταφτάδες και τούλια, με πούλιες κι αστέρια στα μαλλιά της Κι έχει μαγέψει ένα μικρό ευτυχισμένο φεγγάρι …και ζήσαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα.

Αργυρώ Μαργαρίτη, Συγγραφέας

Σχετικά Άρθρα