Νίκος Καζαντζάκης: Ο χαρισματικός λογοτέχνης με το πάθος της κρητικής γης…

Νίκος Καζαντζάκης

Γράφει η Σοφία Σιγάλα

Ο Καπετάν-Μιχάλης είναι ένα από τα εμβληματικά έργα του Νίκου Καζαντζάκη. Ο ομώνυμος ήρωας είναι ο πατέρας του, ο Μιχάλης Καζαντζάκης. Αρκετά στοιχεία του χαρακτήρα και της αντίληψής του είναι δεμένα με τη μυθιστορία του μυθιστορήματος, του οποίου τα θέματα που αναπτύσσονται είναι τόσο πολύπλοκα και πολυδιάστατα που διαπλέκεται το ένα με το άλλο και μαζί συγκροτούν ένα σύμπλεγμα αξιών. Μέσα από τη μυθιστορία και τα πραγματικά στοιχεία διαφαίνονται πολλές λεπτομέρειες από τις βιωματικές εμπειρίες του συγγραφέα και του πατέρα του. Πώς ήταν όμως η πραγματική σχέση του Μιχάλη Καζαντζάκη με τον γιο του, Νίκο Καζαντζάκη;

Ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν ένας Κρητικός με όλη τη σημασία της λέξης. Βαθυστόχαστος, αλλά και πρόσχαρος. Φιλικός, με αγάπη για τη ζωή, φίλος καλός με όσους αγαπούσε, έντιμος και με σεβασμό. Γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου του 1883. Περισσότερο από όλους, τον απασχόλησε ο πατέρας του, Μιχάλης, με τον οποίο είχε μια σχέση δυνατή και καθοριστική. Τον «καπετάν Ψωμή» όπως ήταν το παρατσούκλι του, που καταγόταν από το χωριό «Βαρβάρους» Πεδιάδος.

Ο Μιχάλης Καζαντζάκης, ήταν ένας γνήσιος ασυμβίβαστος Κρητικός.  Αψύθυμος, βαρύς και γεροδεμένος «Άντρας» όπως λέγανε τότε στη Κρήτη.  Αγαπούσε πολύ τον γιο του.  Τον θαύμαζε. Όταν τον είχε κοντά του . σχολαρούδι παιδί, ήθελε να τον κάνει δικηγόρο.  Να ανοίξει γραφείο στο Ηράκλειο κι αυτός να κάθεται εκεί στα γεράματά του και να καπνίζει ναργιλέ.  Όνειρο του γερο-Καζαντζάκη αρκετά γνωστό σ’ όλη την οικογένεια.

Το 1910, ο Νίκος Καζαντζάκης στέλνει γράμμα στον πατέρα του από την Αθήνα πως θα σπουδάσει Νομική. Τα σχέδια του Μιχάλη Καζαντζάκη όμως δεν τελεσφορούν. Πεθαίνει πριν δει τον γιο του δικηγόρο. Όταν πέθανε ο πατέρας Καζαντζάκης και άνοιξαν οι κληρονόμοι το χρηματοκιβώτιο, βρήκαν εκτός από λίγα πολύτιμα  αντικείμενα και ελάχιστα απομείναντα χρήματα, μόνο τα γράμματα που του ‘ χε στείλει  γιος του. Τα φύλασσε εκεί, σαν κειμήλια.

Νίκος Καζαντζάκης

Υπάρχουν μαρτυρίες από τον οικογενειακό κύκλο του Νίκου Καζαντζάκη ότι ο ίδιος κατηγορήθηκε για έναν πνευματικό κύκλο που δημιούργησε και προσπαθούσε να καταστρέψει…την ελληνική γλώσσα (;) Ο πατέρας του κράτησε ουδέτερη θέση πάνω στο θέμα, αλλά η φράση που του είπε στη φυλακή, στο παλιό κάστρο του Ηρακλείου, καταγράφηκε από τους συγγενείς του:

Εγώ δεν κατέχω απ’ αυτά.  Ό,τι πεις εσύ, αυτό είναι το σωστό. Εγώ σε σπούδαζα για να κατέχεις πιο πολλά από τους άλλους. Εμένα να μου πεις αν θέλεις πράμα κουβέρτα ή φαΐ να σου φέρω…

Μερικές άγνωστες ιστορίες για τον Νίκο Καζαντζάκη

Νίκος καζαντζάκης
  • Ο Καζαντζάκης, άνθρωπος στοχαστικός ήθελε να μένει αδιάσπαστος και ανεπηρέαστος από εξωγενείς παράγοντες όταν συζητούσε.  Έτσι, για να μην ενοχλούν τον κατά καιρούς  συνομιλητή τα βλέμματα των άλλων και τραυματίζουν την φιλοσοφική ή στοχαστική διάθεση προτιμούσε να κλείνουν τα φώτα όταν μιλούσαν. Αφού λοιπόν έκλειναν τα φώτα, ο Καζαντζάκης συνήθως συμπλήρωνε: «Άλλωστε ο ήχος διαδίδεται και στο σκοτάδι». Τέτοιες «νυχτερινές συντροφιές είχε πολλές.  Και πρώτα-πρώτα τον Αλέξη Ζορμπά και τον φίλο του ζωγράφο Τάκη Κολμούχο.
  • Ο Νίκος Καζαντζάκης φαινόταν καμιά φορά ντροπαλός. Έγραφε στον πατέρα του ότι, αν έπαιρνε φοιτητικό βραβείο στο εξωτερικό, θα πήγαινε να φτιάξει τα χαλασμένα  του δόντια.  Και δε ζήτησε, άμεσα τουλάχιστον, τη συνδρομή του πατέρα του. Ζήτησε όμως την οικογενειακή βοήθεια σε πιο δύσκολες ώρες, όπως οι μέρες που πέρασε «καταπεινασμένος» όπως λέει σ’ επιστολή κι ο ίδιος από την Αίγινα.  Τότε ειδοποίησε εκτάκτως την οικογένειά του να του στείλουν τρόφιμα, πράγμα που έγινε σχεδόν αμέσως με λαθροκάραβο Ηρακλειώτικο που βρήκε ευκαιρία να φτάσει μέχρι εκεί. Την εποχή αυτή ζούσε στην Αίγινα με την μετέπειτα γυναίκα του την Ελένη Σαμίου. Ήταν η εποχή της Γερμανικής κατοχής και η πείνα ήταν τόσο μεγάλη, ώστε άρχισε κιόλας να πρήζεται.
  • Στο οικογενειακό του περιβάλλον, ο Καζαντζάκης εμφανίζεται από τα χρόνια της εφηβείας  του σαν το χαϊδεμένο παιδί της οικογένειάς του. Πρωτύτερα δεν υπάρχουν ενδείξεις εκτός από όσα αφηγήθηκε ο ίδιος μέσω των συγγραμμάτων του. Αντικρύζει με δέος τον πατέρα του, πράγμα που ενισχύει μια φήμη που κυκλοφόρησε παλιά στο Μεγάλο Κάστρο ότι δηλαδή ο πατέρας του τον έδερνε πολύ άγρια και για να μην ακούγονται οι φωνές του, τον κατέβαζε σε μια εσοχή των Ενετικών τειχών. Βέβαια, αυτό δεν ξεφεύγει από τα πλαίσια του όρου «φημολογία» γιατί είναι αποδεδειγμένη η συμπάθεια, η αλληλοσυμπάθεια, και αλληλοεκτίμηση μεταξύ πατέρα και γιου.

Οι σχέσεις του Νίκου Καζαντζάκη με μεγάλα πνεύματα της εποχής του.

Ο διακεκριμένος ερευνητής Νίκος Λυγερός δημοσίευσε στην προσωπική του ιστοσελίδα μία επιστολή του Άλμπερτ Αϊνστάιν προς τον Νίκο Καζαντζάκη. Στο σύντομο κείμενο του ο σπουδαίος επιστήμονας ευχαριστούσε τον Έλληνα λογοτέχνη για τις μεταφράσεις έργων του ιδίου στα γερμανικά, που του είχε αποστείλει για να διαβάσει, κατόπιν αιτήματος του Αϊνστάιν. Στο Μουσείο Καζαντζάκη “φιλοξενούνται” συνολικά η επιστολή του Αϊνστάιν καθώς και ακόμη μία του Τόμας Μαν που και εκείνος τον ευχαριστεί για το βιβλίο του “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται”. 

Νίκος Καζαντζάκης-Einstein

Ο Μιχάλης Καζαντζάκης για τον Νίκο Καζαντζάκη ήταν κάτι περισσότερο από πατέρας. Ήταν πηγή έμπνευσης και σύμβολο ελευθερίας και πνεύματος, Λύτρωσης και εξαγνισμού. Το αποδεικνύει περίτρανα το μεγάλο έργο του, Ο Καπετάν Μιχάλης. Κατάφερε με τόλμη και πρωτοπορία να συνθέσει μια ιδιότυπη, φιλοσοφική και ιστορική βιογραφία του πατέρα του. Μάλιστα, προς το τελευταίο μέρος του έργου, διατυπώνεται το σημαντικότερο δίλημμα του ,μυθιστορήματος και προσωπική του αναζήτηση, αν δηλαδή ο αγωνιστής, μπροστά στο φάσμα του θανάτου, πρέπει να συνεχίσει να μάχεται ή να παραδίνεται. Ασχέτως εάν δεν υπάρχει ελπίδα για σωτηρία, η κρητική ματιά στη ζωή επιτάσσει την πάλη, πέρα από κάθε πρόσκομμα. Ο Καπετάν Μιχάλης είναι ο ήρωας που εκφράζει αυτό το μείζον δίλημμα και υλοποιεί το ηρωικό καζαντζακικό ήθος. Ίσως αυτή η φράση του ήρωά του, να αποτελεί και τη σκέψη και αντίληψη πάνω στην οποία περιέγραψε τη συγγραφή του. «Ελευτεριά ή…»

Αρκετά από τα στοιχεία του σημερινού άρθρου ανήκουν σε πηγές που μοιράστηκε μαζί μου η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη, όπως και το αρχείο του κ. Νίκου Λυγερού.

Σχετικά Άρθρα