Ευαγγελία Γιάννου: Αν έδινα άλλον τίτλο στον «Κλεμμένο Κόσμο», αυτός θα ήταν «Εντροπία»

Βιβλίων Γη

Συνέντευξη της Ευαγγελίας Γιάννου στη Σοφία Σιγάλα

Ο Κλεμμένος κόσμος, της Ευαγγελίας Γιάννου, είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο αποδεικνύει πως όσο κι αν νομίζουμε πως μπορούμε να καταφέρουμε να ρυθμίσουμε τη ζωή, πάντα κάτι θα προσπαθεί πάντα να την μπερδέψει, να την ανατρέψει και να προσπαθούμε πάντα να την οργανώσουμε. Τίποτα δεν είναι σε τάξη στη ζωή, όλα θέλουν κάποιον τρόπο για να έρθουν σε σειρά. Αυτή η δύσκολη φύση και θέση του κόσμου είναι η εντροπία. Η συγγραφέας μίλησε στη Βιβλίων Γη για το τελευταίο της μυθιστόρημα και για τον κόσμο της συγγραφής μέσα από τα δικά της μάτια.

1. Το τελευταίο σου μυθιστόρημα, Ευαγγελία, είναι ένα κόσμος που τιτλοφορείται Κλεμμένος. Γιατί του έδωσες αυτόν τον χαρακτηρισμό;

Σοφία, σ’ ευχαριστώ για τη φιλοξενία στη Γη Των Βιβλίων. Κάθε φορά που την επισκέπτομαι, πάντα βρίσκω όμορφα πράγματα, δοσμένα με τρόπο που κινεί το ενδιαφέρον και τη σκέψη.

Όταν επιλέγεις τον τίτλο για το έργο σου, στόχος είναι να κεντρίζεις το ενδιαφέρον του αναγνώστη και ταυτόχρονα να παρουσιάζεις ένα κομμάτι από την κεντρική ιδέα του μυθιστορήματος. Όσον αφορά το δικό μου θα έλεγα το εξής: Ο κάθε άνθρωπος αποτελεί έναν κόσμο, με όλα τα στοιχεία που περικλείει, εκείνα που προσδιορίζει και διεκδικεί. Συναισθήματα, επιλογές, μνήμες, ιδιαιτερότητες. Όταν τα έχεις όλα, είσαι πλήρης. Έτσι αισθάνεσαι κι έτσι πρέπει να είναι. Ίσως όμως κάποια στιγμή έρθει κάποιος κι αρχίσει να αποκολλά φλούδες από πάνω σου. Αν αυτό είναι μια αργή και ανεπαίσθητη διαδικασία, θα φθάσεις στο σημείο να προσπαθήσεις να συνθέσεις, να προσδιορίσεις, τον εαυτό σου και τότε θα αντιληφθείς πως  είσαι κενός. Δε σου έχει μείνει τίποτε. Σου έκλεψαν τον κόσμο σου. Και χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να σταθείς όρθιος και να πολεμήσεις, να διεκδικήσεις το αυτονόητο, το δικαίωμα να έχεις έναν κόσμο δικό σου. Ξέρεις, Σοφία, ο φανερός εχθρός είναι ένας τίμιος αντίπαλος, που μπορείς να τον πολεμήσεις. Μα ο κρυφός εχθρός, εκείνος που φοράει το πρόσωπο της αγάπης, όποιας μορφής, και χρησιμοποιεί την ανάγκη σου να αγαπήσεις και να αγαπηθείς, είναι ο μόνος που δεν μπορείς ή δεν θέλεις να συγκρουστείς μαζί του.

2. Ποια είναι η ιστορία του μυθιστορήματος σου;

Ένας επαρχιακός τόπος, κάπου ανάμεσα στη δεκαετία ’70 με ’80.

Από τη μια πλευρά η οικογένεια Πολυδώρου, τυπική οικογένεια του χωριού, ο πατέρας εργάζεται στα κτήματα, η μητέρα φροντίζει το σπίτι, οι δυο κόρες απασχολούνται στο εργαστήρι ραπτικής, γκρινιάζουν για τη μονοτονία και την αυστηρότητα της καθημερινότητας, ονειρεύονται, σχεδιάζει η κάθε μια το δικό της μέλλον, ερωτεύονται, ζούνε. Από την άλλη πλευρά η οικογένεια Μαρδίρη, η οποία αποτελείται μόνο από τον ίδιο και, σε πιο ελαστικά πλαίσια, από τη γυναίκα που τον μεγάλωσε, την οικονόμο του.

Το έγκλημα που αποτελεί τον πυρήνα της ιστορίας, άφησε πίσω του δύο θύματα, τη νεαρή σύζυγο του Ανδρέα, καθώς και τον πατέρα του. Ένα διπλό φονικό, χωρίς προφανή αιτία ή κίνητρο, και στο οποίο μοναδικός μάρτυρας υπήρξε η μικρή κόρη της οικογένειας Πολυδώρου, η Θάλεια -13 χρονών τότε- που έμενε στο κτήμα κρατώντας συντροφιά στη γυναίκα του Ανδρέα. Το κορίτσι βρέθηκε πλάι στα δύο νεκρά σώματα, με ένα μεγάλο κενό στο μυαλό και στη μνήμη.

Ο Ανδρέας ποτέ δεν έπαψε να ψάχνει απαντήσεις προς κάθε πιθανή, και μη, κατεύθυνση. Όταν η Θάλεια, 23 χρονών πια, αρρωσταίνει, εκείνος αποφασίζει να βοηθήσει με όποιον τρόπο μπορεί την οικογένεια, καθώς ενδόμυχα πιστεύει πως η κοπέλα κρατά το κλειδί για τις απαντήσεις. Και κάπου εδώ έρχεται το σημείο όπου ο καθένας μπορεί να αναρωτηθεί: Είναι καλύτερα να γνωρίζεις ή όχι; Είναι η γνώση δώρο ή κατάρα; Πόσο ασφαλής μπορεί να αισθάνεσαι μέσα στην άγνοια;

3. Η Θάλεια και ο Ανδρέας είναι πρόσωπα με μυστικά που τους ενώνουν. Η συνάντησή τους είναι αγάπη ή ανάγκη;

Η ανάγκη είναι η μεγαλύτερη παγίδα, καθώς μπορεί να καθορίσει πλαίσια, να κατευθύνει συμπεριφορές, να αλλάξει την οπτική των γεγονότων. Και ποια μεγαλύτερη ανάγκη από την αγάπη, η οποία αποτελεί λύτρωση και τιμωρία μαζί;

4. Κάνεις λόγο για την εντροπία και η νοηματική δομή του Κλεμμένου Κόσμου στηρίζεται σε αυτήν τη θεωρία. Πώς ερμηνεύεις εσύ αυτή την κατάσταση της φύσης;

Θα έλεγα πως αποτελεί τον τρόπο της φύσης να σου πει πως όλα υπάρχουν, είναι. Χωρίς να τους δίνει θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Μόνο ο τρόπος που θα τα δεις και θα τα χρησιμοποιήσεις μπορεί να τα μετατρέψει σε καλά ή κακά, αρχόμενα ή άναρχα, τακτοποιημένα ή άτακτα, όμορφα ή άσχημα. Η εντροπία σου κάνει σαφές πώς, όσο κι αν εσύ επιμένεις να δημιουργείς τη δική σου τάξη βάσει κανόνων κι επιταγών, αυτή που έχει λόγο και υπόσταση στη φύση είναι η αταξία, καθώς η κατάργηση της τάξης και των νόμων αποτελεί τον μοναδικό τρόπο για να συνεχίσει να υπάρχει, οδεύοντας προς μια ομοιόμορφη και ίση κατανομή.

5. Ποια ρεύματα λογοτεχνικά σε επηρέασαν στη γραφή σου;

Πάντα διάβαζα, χωρίς όριο, κι έτσι θα χαρακτήριζα τις επιρροές που δέχτηκα ως πολλαπλές και ποικίλες. Όμως όταν ξεκίνησα να γράφω ποτέ δεν στάθηκα σ’ αυτές. Σαφώς και συνυπήρχαν υποσυνείδητα, όμως δημιουργούσα χωρίς να λαμβάνω υπόψη τάσεις και σχολές. Άλλωστε δεν νομίζω πως η συγγραφή είναι κάτι που μπορεί να διδαχτεί, τουλάχιστον όσον αφορά την ουσία. Οι τεχνικές, ο σωστός τρόπος για να εκφράζεσαι στον γραπτό λόγο, ναι. Αλλά η τέχνη, αυτό που θέλεις να γράψεις, όχι. Εγώ απλώς εκφραζόμουν με τον τρόπο που μου έβγαινε. Εκ των υστέρων, όταν προσπάθησα να εντάξω κάπου το αποτέλεσμα, κατέληξα πως μάλλον ανήκω στον σουρεαλισμό, εκεί όπου όλα είναι πιθανά, όπου επικρατεί η αυτόματη γραφή, κάτι που με χαρακτηρίζει, καθώς αποτελεί και τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο καταφέρνω να ταυτιστώ με τα πρόσωπα και να περιγράψω άμεσα τον βαθύτερο ψυχισμό των ηρώων, αγγίζοντας σχεδόν τα όρια του μαγικού ρεαλισμού, σε μία ιδιότυπη αρμονική συνύπαρξη, διεκδικώντας την απελευθέρωση από κάθε τυποποιημένη φόρμα.

6. Πώς ξεκίνησες τη συγγραφή;

Σαν ένα ιδιόμορφο παιχνίδι έκφρασης, όπου δημιουργούσα ένα ασφαλές μέρος στο οποίο μπορούσα να κρυφτώ από τους άλλους, μερικές φορές και από τον ίδιο μου τον εαυτό. Το να παραθέτω τις σκέψεις μου στο χαρτί, ήταν ο δικός μου τρόπος να επιβιώνω μέσα στη ρουτίνα της καθημερινότητας και να αντέχω την κοινοτυπία που επιβάλλουν οι ρυθμοί της ζωής. Μικρά διηγήματα στην αρχή, ατόφια κομμάτια του δικού σύμπαντος, καθώς δεν διεκδικούσα την αποδοχή αλλά κυρίως προσωπικό χώρο και δημιουργικό χρόνο. Εξακολουθώ να το κάνω αυτό, απλώς έχει αλλάξει η κλίμακα στην οποία κινούμαι.

7. Ο Κλεμμένος Κόσμος μοιάζει με ένα ψυχογραφικό παιχνίδι ρόλων. Πώς θα χαρακτήριζες εσύ το μυθιστόρημά σου;

Δε νομίζω πως θα μπορούσε να υπάρξει πιο εύστοχος χαρακτηρισμός απ’ αυτόν που η ίδια έδωσες.

Στο ψυχογραφικό μυθιστόρημα δίνεται μεγαλύτερη βαρύτητα στα ψυχολογικά χαρακτηριστικά των ηρώων, παρά στα φυσικά ή τις περιγραφές του περιβάλλοντος χώρου, τα οποία παίζουν μάλλον δευτερεύοντα ρόλο και χρησιμοποιούνται περισσότερο για να εντείνουν την ατμόσφαιρα, επηρεάζοντας και προκαλώντας συναισθηματικές διακυμάνσεις. Επίσης παρουσιάζονται οι πιο ενδόμυχες σκέψεις των προσώπων, καθώς και οι προβληματισμοί τους, με κάθε λεπτομέρεια. Ο δημιουργός στην ουσία βρίσκεται μέσα στο μυαλό των πρωταγωνιστών και είναι σε θέση να αναγνωρίζει τις σκέψεις και την προδιάθεση του κάθε ήρωα, καλύτερα από τον ίδιο. Δεν περιγράφει τους χαρακτήρες, αλλά τους ανακαλύπτει σε βάθος, βλέπει πτυχές που ο ίδιος ο ήρωας δεν ήξερε πως υπάρχουν μέσα του.

Είναι συναρπαστικό να συντελείς σε όλο αυτό, να είσαι εκείνος που μπορεί να συλλάβει, να συνθέσει και να παραθέσει τη συνολική εικόνα και το αποτέλεσμα, αναφορικά εξουσιάζοντας, αλλά ουσιαστικά εξουσιαζόμενος από τη ροή των γεγονότων, τη λογική και την ώθηση, τις συμπτώσεις και, τέλος, τις ιδιαιτερότητες των ηρώων.

Καταλήγοντας, το μυθιστόρημά μου είναι ψυχογραφικό παιχνίδι ρόλων, μια μυθοπλασία κατά την οποία συνθέτεται από την αρχή ένα καθ’ όλα φανταστικό σύμπαν, όμως απόλυτα δομημένο στην πραγματικότητα. Ειδικότερα θα το χαρακτήριζα ως ψυχολογικό θρίλερ με αστυνομικά στοιχεία, τα οποία είναι απαραίτητα για να δώσουν το υλικό της βάσης, χωρίς όμως να στερούν τη γοητεία του φόβου που συνθέτει το μυαλό.

8. «Στην ουσία είμαστε μόνοι μας, Λαμπρινή, σε αυτόν τον κόσμο. Όμως έχουμε πάντα την επιλογή να διαλέξουμε αυτούς που, με τη δική τους μοναξιά, θα κρατήσουν συντροφιά στην ερημιά μας». Είναι η δική σου γνώση από την εμπειρία της ζωής σου μέχρι τώρα;

Αυτή είναι γνώση του κάθε ανθρώπου. Η μοναξιά γίνεται δημιουργική και αποτελεί ευλογία όταν την επιλέξεις, ελεγχόμενα και σε υγιή πλαίσια, αλλά ταυτόχρονα μετατρέπεται σε κατάρα όταν σου την επιβάλλουν ή καταφέρει η ίδια να σου επιβληθεί διεκδικώντας ολοκληρωτικά την ύπαρξή σου. Στη ζωή ερχόμαστε μόνοι και φεύγουμε μόνοι. Δεν φέρνουμε τίποτε στον κόσμο, δεν παίρνουμε τίποτε μαζί μας. Εκτός ίσως από τις αναμνήσεις των στιγμών. Ας θυμόμαστε να αφήνουμε ένα χαμόγελο στη μοναξιά των άλλων και μακάρι οι άλλοι να κρίνουν με επιείκεια τη δική μας μοναξιά.

9. Πώς βλέπεις το παρόν και το μέλλον της σύγχρονης Ελληνικής Λογοτεχνίας;

Κατ’ αρχάς, πιστεύω πως οι Έλληνες συγγραφείς δεν υστερούν σε κανένα επίπεδο από τους ξένους κι έχουν να προσφέρουν υπολογίσιμο έργο σε όλες τις κατηγορίες της λογοτεχνίας. Γεγονός εξαιρετικά θετικό. Μια δεύτερη διαπίστωση είναι πως, σήμερα, όταν έχεις γράψει κάποιο έργο, είναι περισσότερο εφικτό να το επικοινωνήσεις στο αναγνωστικό κοινό. Έτσι βλέπουμε μία αξιοσημείωτη παραγωγή βιβλίων κι έναν μεγάλο αριθμό συγγραφέων. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν πολλά αξιόλογα άτομα, που διαθέτουν δυνατό λόγο και πρωτότυπη σκέψη, ανεξάρτητα του είδους που ασχολούνται. Κάποιες φορές είναι δύσκολο να τους εντοπίσεις και να τους διακρίνεις, αλλά αξίζει να σταθείς στο έργο τους. Πρόκειται για άτομα με αξιοπρέπεια, σεβασμό και ταλέντο, που όμως δεν είναι πάντα αρκετό για να οδηγήσει στην επιτυχία και την αναγνώριση, καθώς αυτά τα καθορίζει σε μεγάλο βαθμό η προβολή και η διαφήμιση. Ενώ την αξία την ορίζει η διαχρονικότητα, η σταθερά ποιοτική απόδοση και η αποδοχή, και κατά κάποιο τρόπο αυτό αποτελεί την ουσιαστική ανταμοιβή του συγγραφέα, καθώς η ηθική ικανοποίηση είναι πολλές φορές η μοναδική αμοιβή για τη δουλειά του.

Όμως όσοι γράφουν ορμώμενοι από εσωτερική ανάγκη, θα συνεχίσουν να το κάνουν. Κι αυτό προοιωνίζει ένα αισιόδοξο και ελπιδοφόρο μέλλον.

10.  Ποιος θα ήταν για σένα ο καλύτερος «διαφημιστικός τίτλος» για το μυθιστόρημά σου;

Ένας έξυπνα επιλεγμένος τίτλος σίγουρα μπορεί να τραβήξει την προσοχή, να δημιουργήσει ενδιαφέρον λογοπαίγνιο ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Αν μπορούσα αυτή τη στιγμή να επιλέξω από την αρχή έναν τίτλο που θα περιέγραφε με ακρίβεια και συνοπτικά το μυθιστόρημά μου, θα ήταν η λέξη «Εντροπία». Όπως σωστά επισήμανες η ίδια πιο πάνω, είναι εκείνο που κινεί τα νήματα, που δίνει νόημα και ουσία, που καθορίζει το ύφος και το αποτέλεσμα.

Ευαγγελία, σ΄ ευχαριστούμε πολύ για αυτήν την όμορφη συνάντηση.

Εύχομαι στη Γη Των Βιβλίων καλλιτεχνική και πνευματική ευφορία.

Ευχαριστώ πολύ, Σοφία, και για τον χρόνο και για τον χώρο που μου πρόσφερες.

Το μυθιστόρημα της Ευαγγελίας Γιάννου, Κλεμμένος Κόσμος, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη

Σχετικά Άρθρα