Μανόλης Αναγνωστάκης: «Μιλώ», η ποίηση του για πάντα

Βιβλίων Γη

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 9 Μαρτίου του 1925. Αδελφή του ήταν η θεατρική συγγραφέας Λούλα Αναγνωστάκη. Καταγόταν από το χωριό Ρούστικα Ρεθύμνου όπου σώζεται το σπίτι του πατέρα του Ανέστη και του θείου του Χρήστου, σπουδαίων Θεσσαλονικέων ιατρών. Ο ένας παππούς του, ο Ιωάννης Κασιμάτης ήταν βουλευτής του Ελευθερίου Βενιζέλου. Σπούδασε Ιατρική και κατόπιν πήρε την ειδικότητά του ακτινολόγου στη Βιέννη. Έμεινε στην Θεσσαλονίκη ως ακτινολόγος μέχρι το 1978. Τα επόμενα χρόνια τον κέρδισε η Αθήνα.

Μανόλης Αναγνωστάκης

Θεωρείται κορυφαίος ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, “στρατευμένος” λόγω της έντονης πολιτικής πεποίθησης που απέπνεαν τα έργα του. Πιστός στις αριστερές ιδέες του, φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο γι’ αυτές, αλλά αποφυλακίστηκε με την γενική αμνηστία το 1951. Χαρακτηρίστηκε ως ο «ποιητής της ήττας», καθώς με τους στίχους του εξέφρασε τη διάψευση των οραμάτων της Αριστεράς. Η ποίησή του εκφράζει μελαγχολικά την αβεβαιότητα, την αποξένωση, αλλά και τις διαψευσμένες ελπίδες μιας ολόκληρης εποχής, χωρίς όμως να θεωρείται απαισιόδοξη. Πάντα αφήνει την ελπίδα ότι υπάρχει ένα φως κάπου στο τέλος της διαδρομής.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ενώ μελοποιήθηκαν από συνθέτες, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Μιχάλης Γρηγορίου, ο Γιάννης Μαρκόπουλος και ο Δημήτρης Παπαδημητρίου. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1986) και το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας (2002), ενώ αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Μιλώ

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουν δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους.

Μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.
Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες

Π' αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π' άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει.
Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Σχετικά Άρθρα