DEREK WALCOTT: Ο εμπνευστής του «Ομήρου» των Δυτικών Ινδιών

Derek Walcott

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

In memoriam 23/1/1930-17/3/2017

Ποιητής και θεατρικός συγγραφέας από τις Δυτικές Ινδίες (αρχιπέλαγος Καραϊβικής). Το πιο διάσημο και πολυμεταφρασμένο έργο του είναι το πολυσέλιδο ποίημά του “Όμηρος”, που δημοσιεύτηκε το 1990 και του έφερε τη βράβευση με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1992. Έγραφε για τους κατοίκους των Δυτικών Ινδιών που αναζητούν την ταυτότητά τους και για την επίδραση που είχε το αποικιακό πνεύμα στην ψυχή τους.

Τρεις ήταν οι σταθερές που του έδιναν έμπνευση: στην Καραϊβική, στην αγγλική γλώσσα και στις αφρικανικές ρίζες του. Η θεματολογία του μπορεί να περιορίζεται στον τόπο του, αλλά η οπτική του υπερβαίνει τον χώρο και δίνει στην ποίησή του χαρακτήρα παγκοσμιότητας. Στο έργο του συνδυάζει την αγάπη του για την Καραϊβική με γεγονότα όπως, το Ολοκαύτωμα των Εβραίων, τη Ρωσική ποίηση που αγαπούσε πολύ και την Ελλάδα του Ομήρου.

Γεννήθηκε στις 23 Ιανουαρίου του 1930 στην πόλη Κάστρις, την πρωτεύουσα της Αγίας Λουκίας, ( νησί των Δυτικών Ινδιών, Μικρές Αντίλλες). Οι παππούδες του ήταν απόγονοι Αφρικανών σκλάβων, ενώ ο πατέρας του υπήρξε ένας μποέμ ζωγράφος που πέθανε σχετικά νέος, όταν ο Ντέρεκ και ο δίδυμος αδελφός του ήταν τριών ετών. Φοίτησε στο κολέγιο της Αγίας Λουκίας και συνέχισε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο των Δυτικών Ινδιών. Από τα εφηβικά του χρόνια άρχισε να γράφει ποιήματα και σε ηλικία 20 ετών ανέβασε το πρώτο του θεατρικό έργο . Παράλληλα δίδασκε σε σχολεία της Αγίας Λουκίας και της Γρενάδας και δημοσίευε άρθρα και κριτικές σε περιοδικά του Τρινιντά και της Τζαμάικα. Το 1957 με υποτροφία του ιδρύματος Ροκφέλερ πραγματοποίησε θεατρικές σπουδές στη Νέα Υόρκη. Μοίραζε το χρόνο του μεταξύ Τρινιντάντ και Βοστώνης όπου δίδασκε δημιουργική γραφή στο εκεί πανεπιστήμιο. Με την διδασκαλία του προέτρεπε τους φοιτητές του να γνωρίσουν τον Όμηρο και τον Σαίξπηρ και να κατανοήσουν βαθιά την Ιστορία.

Derek Walcott

Το 1962 δημιούργησε αίσθηση στους λογοτεχνικούς κύκλους με τις συλλογές ποιημάτων του, από τις οποίες πολλές έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Το 1990 κυκλοφόρησε το ποίημα-ποταμός “Όμηρος”, το οποίο αναφέρεται στα ομηρικά έπη της “Οδύσσειας” και της “Ιλιάδας”, τοποθετημένα όμως στην Καραϊβική του 20ου αιώνα.

Το ποίημα καλύπτει 360 σελίδες στην ελληνική του έκδοση, ( Νέα Σύνορα 1993) σε μετάφραση της Ελένης Κεκροπούλου και επιμέλεια του ποιητή και πολιτικού Τηλέμαχου Χυτήρη. Με το έργο του αυτό άφησε κατάπληκτη την παγκόσμια λογοτεχνική κοινότητα, η οποία θεωρούσε ότι, η εποχή των μεγάλων αφηγήσεων είχε παρέλθει. Να που βρέθηκε λοιπόν, ένας ποιητής που θα έγραφε το δικό του έπος, ακολουθώντας το πρότυπο της “Οδύσσειας” και της “Θείας Κωμωδίας”.

…ποίηση με έντονο κυματισμό όπως της θάλασσας, όπου ο μικρόκοσμος της εμπειρίας, μετατρέπεται στον μεγάκοσμο ενός οικουμενικού δράματος που το σφραγίζει ο νόστος, η αποδημία, η εξορία, η βαθιά επιείκεια και ένα στοιχείο έντονης προφορικότητας και αίσθησης ρυθμού.

Είναι επίτιμο μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Γραμμάτων και Τεχνών. Δίδαξε δημιουργική γραφή ποίησης και θεάτρου στα Πανεπιστήμια Κολούμπια, Γέηλ και Χάρβαρντ. Από το 1981 υπήρξε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης. Το 2006 αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πέθανε στο κτήμα του στην Αγία Λουκία, στις 17 Μαρτίου 2017 σε ηλικία 87 ετών.

Derek Walcott

Όμηρος, Απόσπασμα : Κεφάλαιο 1 – Μέρος α΄

«…Και κάπως έτσι, με το πρώτο φως, ξυλέψαμε τις βάρκες μας»
ο Φιλοκτήτης μειδιά για τους τουρίστες που πασχίζουνε
λίγη απ’ τη σπίθα της ψυχής του να ξεκλέψουν μες στις κόντακ τους.
Ε, και να βλέπατε, ο άνεμος σαν έφερε, πώς άρχισαν
οι φυλλωσιές να τρέμουνε, μαντάτο στους ευκάλυπτους
και της αυγής εβρήκε ο πέλεκυς τους κέδρους κατακούτελα παρόμοιος πέλεκυς, γιατί έμαθαν, άστραφτε και στα μάτια μας.
Κι όπως χάιδευε ο άνεμος τις φτέρες, τα λαρύγγια τους
ηχήσαν σαν τη θάλασσα που μια ζωή βυζάξαμε όλοι οι ψαράδες σαν κι εμένανε και ύστερα κατένευσαν:
“Τα δέντρα πρέπει να πεθάνουν, ναι”, μα οι γροθιές ακόμα
πεισματωμένες μες στις τσέπες μας δεν έλεγαν να βγούν, γιατί ήταν κρύα τα ύψη και τα χνώτα ομίχλη όλη φτερά
που θέλει ρούμι να γυρίζει. Αρκεί μια μόνο γυρισιά
προτού να βρούνε οι παλάμες μας κουράγιο για το φόνο.

Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Σχετικά Άρθρα