Ερρίκος Ίψεν: Ο άνθρωπος ‘Ιψεν, ο Ιψεν…ισμός και τα Ιψεν…ικά τρίγωνα

Ερρίκος Ίψεν

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Ο σπουδαίος ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, γεννήθηκε στο Σην της Νορβηγίας στις 20 Μαρτίου του 1828 και πέθανε το 1906 στη Χριστιανία (σημερινό Όσλο). Οι πρόγονοί του ήταν Δανοί, Γερμανοί, Νορβηγοί και κάποιοι μακρινοί Σκωτσέζοι, οι περισσότεροι έμποροι και κάποιοι καπετάνιοι. Ο πατέρας του ήταν ένας πλούσιος επιχειρηματίας, ο οποίος στα μέσα της δεκαετίας του 1830 καταστράφηκε οικονομικά και έτσι η οικογένεια μετακόμισε στο Βένστεπ όπου έμεινε τα επόμενα 8 χρόνια.

Ο μικρός ονειροπόλος Χένρικ έγινε εσωστρεφής, εξαιτίας της αλλαγής περιβάλλοντος -αυτά που έβλεπε από το παράθυρό του ήταν μόνο κτίρια, τίποτα πράσινο- και αφοσιώθηκε στο διάβασμα και το κουκλοθέατρο. Σε ηλικία 16 ετών δούλεψε σαν βοηθός φαρμακοποιού και πριν κλείσει τα 18 έγινε πατέρας ενός παιδιού, που ήταν καρπός της σχέσης του με μία υπηρέτρια που είχαν στο σπίτι. Το γεγονός κρατήθηκε μυστικό, σαν κάποιο σκοτεινό γεγονός της ζωής του, ο ίδιος, όμως, επί 14 χρόνια είχε αναλάβει να συντηρεί τον γιό του. Τον ελεύθερο χρόνο του μελετούσε για τις εισαγωγικές του εξετάσεις και ταυτόχρονα έγραφε.

Το 1850 εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα, τη Χριστιανία, όπου εκεί έζησε 18 μήνες με δυσκολίες και στερήσεις. Παρακολούθησε φροντιστήριο, αλλά απέτυχε στις εισαγωγικές εξετάσεις, στην αριθμητική, στα ελληνικά και στα προφορικά λατινικά. Τα πρώτα θεατρικά του δεν είχαν μεγάλη απήχηση και έτσι στράφηκε στην δημοσιογραφία που του απέφερε ένα ταπεινό εισόδημα.

Ερρίκος Ίψεν

Άρχισε να συνεργάζεται με το Νορβηγικό θέατρο του Μπέργκεν στην αρχή σαν σκηνοθέτης, αλλά του έλειπαν τα βασικά στοιχεία που κάνουν έναν σκηνοθέτη επιτυχημένο. Σαν χαρακτήρας ήταν ήσυχος, σιωπηλός και συνεσταλμένος, αμήχανος κάθε φορά που έπρεπε να διορθώσει ή να επιπλήξει κάποιον ηθοποιό. Ήταν ένας άνθρωπος που αισθανόταν δυσκολία και απροθυμία να δημιουργήσει στενές φιλικές σχέσεις ή σχέσεις εμπιστοσύνης με τους άλλους και ο οποίος προτιμούσε να κάνει μοναχικούς περιπάτους. Καθώς πηγαινοερχόταν σιωπηρά στα παρασκήνια με ένα περίεργο, παλιό, τριμμένο επανωφόρι, προκαλούσε τον σεβασμό αλλά όχι τα φιλικά αισθήματα. Παρόλα αυτά, η εμπειρία όλων εκείνων χρόνων στα θέατρα εμπλούτισε εξαιρετικά το μετέπειτα έργο του…

Το 1856 αρραβωνιάστηκε τη Σουζάνα Θόρεσεν και μετά από δύο χρόνια την παντρεύτηκε. Τον πρώτο χρόνο γάμου απέκτησαν τον μοναδικό τους γιό, Σιγκούρνι, που έμελλε να γίνει κατοπινός πρωθυπουργός της Νορβηγίας.

Μετά από διαδοχικά περάσματα στα θέατρα της Νορβηγίας, της Ρώμης, της Δρέσδης και του Μονάχου έγινε πλέον πολύ γνωστός. Αξιοποιώντας κάποιες κρατικές υποτροφίες έμεινε στο εξωτερικό, Ιταλία και Γερμανία περί τα 27 χρόνια διαμορφώνοντας έναν πιό ώριμο θεατρικό συγγραφικό χαρακτήρα. Γράφει έργα δραματικά με θέματα όπως, η αντίθεση ειδωλολατρίας και χριστιανισμού, καθώς και το κατά πόσον μπορεί ο άνθρωπος να συνδυάσει το πνεύμα με το πάθος.

Το 1879 ανέβηκε στα θέατρα της Γερμανίας “Το κουκλόσπιτο”, το οποίο προκάλεσε τεράστιο σκάνδαλο. Στο έργο αναλύονται οι σχέσεις ενός ζευγαριού καθώς και τα αποτελέσματα που έχουν στην καθημερινότητά του οι πρωτοβουλίες της συζύγου. Το 1889 το έργο ανέβηκε στο Λονδίνο και πυροδότησε σφοδρές διαμάχες γύρω από τον «Ιψενισμό». (Η ρεαλιστική αυτή προσέγγιση στα θέματά του αποδόθηκε ως Ιψενισμός). Το 1881 δημοσίευσε τους “Βρυκόλακες”. Στο έργο αυτό τα αφροδίσια νοσήματα συμβολίζουν τις ηθικές ασθένειες που κληροδοτούνται από το παρελθόν και σκοτώνουν τους ζωντανούς ανθρώπους. Οι αρνητικές αντιδράσεις στη Νορβηγία και το Λονδίνο όπου ανέβηκε η παράσταση ήταν αναμενόμενες.

Ερρίκος Ίψεν

Τα μετέπειτα έργα του

Επόμενα έργα του ήταν: “Ένας εχθρός του λαού”, “Η αγριόπαπια” και “Ρόσμερχολμ”. Όλα αυτά τα έργα έχουν ως θέμα τα διαφορετικά πεπρωμένα εκείνων που τολμούν και δεν μπορούν να αποφύγουν ή φοβούνται να πουν την αλήθεια.

Ο Ίψεν συνήθιζε να περνάει τους καλοκαιρινούς μήνες στο αγαπημένο του Τυρόλο. Εκεί, το 1889 γνώρισε την νεαρή Χελένε Ραφ, από το Μόναχο, η οποία έγινε τακτικός επισκέπτης στο σπίτι της οικογένειας Ίψεν, κάτι που πυροδοτούσε τη ζήλια της γυναίκας του συγγραφέα. Σε αυτές τις μοναχικές διακοπές του στο Τυρόλο, γνώρισε και την Έμιλυ Μπάρνταχ, μία δεκαοχτάχρονη κοπέλα από τη Βιέννη για την οποία ο Ίψεν έλεγε αργότερα: «είναι ο Μαγιάτικος ήλιος στον Σεπτέμβρη της ζωής μου». Αυτές οι σχέσεις με νεαρές αφοσιωμένες γυναίκες άφησαν τα ίχνη τους στην “Έντα Γκάμπλερ” καθώς και σε επόμενα θεατρικά του και δημιούργησαν τον όρο “Ιψενικό τρίγωνο”. Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζεται μία τριαδική ερωτική σχέση που είναι απαγορευτική αλλά συνάμα γοητευτική.

Το 1891, ο Ίψεν παγκόσμια διάσημος πλέον γύρισε στη Νορβηγία και εγκαταστάθηκε στη Χριστιανία, μετά από περίπου 50 χρόνων απουσία.

…εδώ πάνω, κοντά στα φιόρδ είναι η γενέτειρα μου· πού βρίσκεται όμως η πατρίδα μου;

Ένα εγκεφαλικό το 1900 και άλλο ένα, έναν χρόνο αργότερα, τον άφησαν σχεδόν παράλυτο. Στις 22 Μαΐου του 1906 όταν η νοσοκόμα του διαβεβαίωσε έναν επισκέπτη ότι ήταν λίγο καλύτερα, εκείνος ψιθύρισε: «αντιθέτως». Πέθανε την επόμενη μέρα στις 2:30 μμ. Ο τάφος του βρίσκεται στο νεκροταφείο του Σωτήρος στο κέντρο του Όσλο.

Ο Ίψεν ήταν λεπτολόγος και συστηματικός. Η πρακτική που ακολουθούσε στην ώριμη περίοδο της ζωής του ήταν να αφιερώνει 2 χρόνια σε κάθε έργο το οποίο επεξεργαζόταν με βάση προκαταρκτικές σημειώσεις, παραλλαγές και σχεδιάσματα τα οποία συνεχώς τελειοποιούσε μέχρι την τελική τους μορφή. Τιμήθηκε ως ο πατέρας του «Ιψενισμού», χαρακτηρισμό που έδωσε ο Μπέρναρντ Σω και αφορά την κριτική της ηθικής της εποχής του, με μορφή θεατρικού έργου.

Παράλληλα αμφισβητήθηκε αλλά και αναγνωρίστηκε ως ο δημιουργός του σύγχρονου δραματικού θεάτρου πρόζας. Περνώντας τα χρόνια εκτιμήθηκαν και άλλα χαρακτηριστικά του έργου του όπως, η αξεπέραστη δεξιοτεχνία της τεχνικής του, η διεισδυτική ψυχολογική του ανάλυση, ο συμβολισμός του και η ποίηση του θεατρικού του λόγου. Έργα του τα οποία έχουν ανέβει κατά καιρούς σε ελληνικές θεατρικές σκηνές είναι: Βρυκόλακες, Έντα Γκάμπλερ, Η κυρά της θάλασσας, Η αγριόπαπια, Το σπίτι της κούκλας, Οι μνηστήρες του θρόνου, Νόρα ή Το κουκλόσπιτο, Ρόσμερχολμ Ο αρχιμάστορας Σόλνες, Ο εχθρός του λαού.

Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Σχετικά Άρθρα