ΠΛΑΤΕΙΑ ΔΙΑΜΑΝΤΙΟΥ, ΜΕΡΣΕ ΡΟΔΟΡΕΔΑ

Πλατεία Διαμαντιού

Γράφει η Νατάσα Μουτούση

Είναι κατά τη γνώμη μου ένα από τα πιο όμορφα μυθιστορήματα που έχουν εκδοθεί στην Ισπανία μετά τον εμφύλιο.

Με αυτά τα λόγια αποχαιρετά τη Μερσέ Ροδορέδα στην εφημερίδα ” El Pais” ο μεγάλος Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, όταν πληροφορήθηκε τον θάνατό της το 1983,και περιλαμβάνονται στο επίμετρο αυτού του βιβλίου της.

Η “ΠΛΑΤΕΙΑ ΔΙΑΜΑΝΤΙΟΥ” είναι ένα πραγματικά αξιοπρόσεκτο βιβλίο το οποίο έγραψε η συγγραφέας στη Γενεύη, όπου είχε αυτοεξοριστεί, όταν ξέσπασε ο εμφύλιος στη πολυαγαπημένη της πατρίδα. Αν και μακριά από τον τόπο της, διατηρεί τις μνήμες ζωντανές, τις αφήνει να την οδηγήσουν πίσω στη λατρεμένη της Καταλονία και γράφει με απροσμέτρητη ευαισθησία ένα αριστούργημα στα καταλανικά. Η εξαιρετική μετάφραση αυτής της έκδοσης αποδίδει με ακρίβεια τα γραφόμενα και δεν αφαιρεί τίποτα από την αξία του πρωτοτύπου.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση παρέχει την απαιτούμενη αμεσότητα στον αναγνώστη ο οποίος παρακολουθεί τη ζωή μιας τραγικής ηρωίδας με μία ψυχοσύνθεση, που παραπέμπει στην πιθανή ψυχολογική κατάσταση της ίδιας της συγγραφέως εκείνη την εποχή και κατ’ επέκταση, αλληγορικά, στην πολιτική κατάσταση της πολύπαθης χώρας της. Περιγράφεται ένα ανθρώπινο δράμα, που μπορεί να υπονοηθεί ως προσωπικό βίωμα της λογοτέχνιδας και αντιπαραβάλλεται με το δράμα ενός ολόκληρου λαού, του Ισπανικού.

Η Νατάλια είναι ένα φτωχό και αθώο νεαρό πλάσμα, το οποία μεγαλώνει με την απουσία της μητέρας, που έχασε νωρίς, και με έναν απόμακρο πατέρα που ζει με τη νέα “κυρία” του. Η μοναξιά είναι η μόνη της συντροφιά σε ένα κόσμο άγνωστο, μέσα στον οποίο εκείνη αισθάνεται χαμένη. Η πρώτη προσέγγιση από έναν γοητευτικό νεαρό, που συναντάει στην εκδήλωση της Πλατείας, την κολακεύει. Της ζητάει να την συνοδέψει στο χορό του πασοντόμπλε ένα χορό που τους φέρνει πιό κοντά. Αναπτύσσεται μεταξύ τους μία σχέση με έκδηλη την παραβίαση κάθε προσωπικού δικαιώματός της από εκείνον από την πρώτη στιγμή. Ο Κιμέτ μετονομάζει την Νατάλια σε Κολομέτα που σημαίνει “μικρό περιστεράκι” και της επιβάλλεται από την αρχή με κάθε τρόπο. Της επισημαίνει ότι υποχρεούται να της αρέσουν όσα και σε εκείνον. “Γιατί εκείνη δεν ξέρει απ’ αυτά”. Παντρεύονται και εκείνη πειθαρχεί. Πειθαρχεί και υποτάσσεται ολοκληρωτικά. Εργάζεται σκληρά στην καθαριότητα ενός ξένου σπιτιού και βυθίζεται σε μία κοπιαστική καθημερινή ρουτίνα που την εξαϋλώνει.

Πλατεία Διαμαντιού

Ζούσα όπως θα ζούσε μία γάτα, πάνω κάτω με την ουρά χαμηλά, με την ουρά όρθια, τώρα είναι η ώρα του φαγητού, τώρα είναι η ώρα του ύπνου, με τη διαφορά ότι μία γάτα δεν είναι αναγκασμένη να δουλεύει για να ζήσει.

σελ. 33

Ο Κιμέτ ,κατασκευαστής επίπλων, έχει τη φαεινή ιδέα της εκτροφής περιστεριών για αύξηση του εισοδήματος και γιατί ευελπιστεί σε ένα βραβείο εκτροφής περιστεριών. Αποκτούν δύο παιδιά, με τα περιστέρια να τριγυρνούν ανάμεσά τους και να γουργουρίζουν ενοχλητικά. Και η Νατάλια, τώρα πια Κολομέτα, υπομονετικά τρέχει πάνω κάτω σε έναν “χώρο” που νομίζει ότι δημιουργήθηκε αποκλειστικά και μόνον για εκείνη· για να τρέχει…

Έσκυψα το κεφάλι γιατί δεν ήξερα ούτε Τι να κάνω ούτε Τι να πω, και σκέφθηκα να πιέσω τη θλίψη, να την κάνω μικροσκοπική για να μην επιστρέψει, να μην τρέξει ούτε ένα λεπτό ακόμα στις φλέβες μου και να πάψει να με περιτριγυρίζει. Να την κάνω μπάλα, μικρή μπαλίτσα, σκάγι. Να την καταπιώ.

σελ. 64
Πλατεία Διαμαντιού

Στον πόλεμο που ξεσπάει, στρατεύεται ο άντρας της και εκείνη μόνο θλίψη και σκοτούρες τη βρίσκουν. Χάνει τη δουλειά της και αναγκάζεται να πουλήσει τα λιγοστά υπάρχοντά της για να σιτίσει τα παιδιά της. Όταν πληροφορείται το θάνατο του Κιμέτ, τη σκεπάζει το πένθος και τη ναρκώνει. Αποφασίζει, στην απελπισία της, να σκοτώσει τα παιδιά της που τα βλέπει σκελετωμένα να λιμοκτονούν και να αυτοκτονήσει. Η ζωή της αλλάζει αναπάντεχα όταν ακούει να τη φωνάζουν στον δρόμο μετά από πολύ καιρό με το πραγματικό της όνομά :”Νατάλια”…

Η Μερσέ Ροδορέδα παρασύρει τον αναγνώστη με έναν χειμαρρώδη λόγο, σχεδόν παραληρηματικό, ο οποίος συντονίζεται ιδανικά με τη γραφή, που θυμίζει τη γραφή του Νομπελίστα λογοτέχνη Ζοζέ Σαραμάγκου, με τις μακροσκελείς, ατελείωτες προτάσεις, σε μία αφηγηματική ροή που διαχέεται και κατακλύζει το κείμενο. Αποκωδικοποιεί περιστατικά, υπογραμμίζει την κοινωνικοπολιτική κατάσταση στην Ισπανία στις αρχές της δεκαετίας του ‘30,καταγγέλει την τραγικότητα του πολέμου και αποδομεί παγιωμένες αντιλήψεις για την πατριαρχία στην οικογένεια και τη χαλιναγώγηση της γυναίκας. Ο χειρισμός στην εξιστόρηση των γεγονότων, ακόμα και μία κάποια “φλυαρία”, ασκεί μία γοητεία στον αναγνώστη με τον αλληγορικό του τόνο και τον συμβολισμό που προσδίδει ακόμα και στα αντικείμενα που περιγράφονται. Η “ΠΛΑΤΕΙΑ ΔΙΑΜΑΝΤΙΟΥ” πληροί τις προϋποθέσεις ενός διαχρονικού βιβλίου “υψηλών προδιαγραφών”, το οποίο μετράει επάξια πολλές εκδόσεις,26 εκδόσεις από αυτές μόνο στην Καταλονία.

La plaça del Diamant (τίτλος πρωτοτύπου)

Μετάφραση από τα Καταλανικά : Ευρυβιάδης Σοφός

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη

Η Νατάσα Μουτούση γράφει κριτικές και απόψεις σε βιβλία μυθιστορηματικής θεματικής και μπορείτε να τη βρείτε στο Facebook πατώντας στον σύνδεσμο εδώ.

Σχετικά Άρθρα