Θεόφιλος: Ο «σαλός» φουστανελάς ζωγράφος…

Θεόφιλος

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Ήταν 24 Μαρτίου του 1934 όταν ο ο Θεόφιλος, ο πιο γνωστός Έλληνας λαϊκός ζωγράφος, βρέθηκε νεκρός στο άθλιο καμαράκι του, στο νησί του την Λέσβο. Η νεκροψία έδειξε ανακοπή καρδιάς, αλλά η φήμη που κυκλοφορούσε ήταν, ότι έπαθε τροφική δηλητηρίαση, λόγω του ότι κατανάλωνε αλλοιωμένα τρόφιμα που τα έπαιρνε ως αμοιβή για τα έργα του.

Γεννήθηκε στη Βαρειά της Λέσβου μεταξύ του 1867 και 1870. Ήταν το πρώτο παιδί μιας φτωχής οικογένειας που απέκτησε άλλα επτά στη συνέχεια. Ο πατέρας του ήταν τσαγκάρης και ο παππούς του από την πλευρά της μητέρας του ήταν αγιογράφος. Το ενδιαφέρον του για τη ζωγραφική, αναμενόμενα, εκδηλώθηκε από νωρίς.

Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ άρχισε να δουλεύει από μικρός και να κερδίζει το ψωμί του ζωγραφίζοντας κυρίως τοιχογραφίες σε ξωκλήσια και εκκλησίες, σε μαγαζιά, καφενεία και σπίτια. Περιπλανήθηκε ζωγραφίζοντας σε μία μεγάλη περιοχή, που με κέντρο τη Μυτιλήνη απλώνεται ως τη Σμύρνη και μέχρι την άλλη πλευρά του Αιγαίου, τα χωριά του Πηλίου, τον Βόλο και τα προάστια του. Αυτό δεν οφειλόταν βασικά στον άστατο χαρακτήρα του, αλλά στην «παράδοση του πλανόδιου ζωγράφου», που του έδωσε και το προσωνύμιο ο «σοβατζής με τη φουστανέλα».

Ήταν ένας “γλυκός σαλός” της λαϊκής ζωγραφικής τέχνης.

Ο Θεόφιλος ήταν γνωστός από μικρός όχι μόνο για τη ζωγραφική του, αλλά για τη συμπεριφορά του. Με τα μασκαρέματα και τα σπαθιά σαν άλλος Μεγαλέξανδρος και με τους πιτσιρικάδες που έτρεχαν από πίσω του, είχε γίνει γνωστός στις περιοχές που δούλευε ως αγαθός και μερικοί δε δίσταζαν να του κάνουν και χοντρά αστεία. Οι ζωγραφιές του όμως ικανοποιούσαν τα αισθητικά γούστα των πελατών του και αυτό αποδεικνύεται από τη σταθερή ζήτηση που είχαν.

Βιβλίων Γη

Κι αν οι μπογιές των αλλονών συμπατριωτών του είναι για να γυαλίζουν τα παπούτσια, όμως τα χρώματα του …..είναι για να ομορφαίνουν τους μπάγκους από τα μπακάλικα και τις ταβέρνες, όπου με τέχνη και με χάρη ζωγράφιζε τα καράβια στην Κρήτη, τον Καραϊσκάκη, τον Κουταλιανό και την πεντάμορφη μισή γυναίκα και μισή ψάρι. Ο… μάτια μου, είναι ζωγράφος. Ζωγράφος φοβερός!

Αφήγηση σε ημερολόγιο το 1901, για το «Φουστανελά Ζωγράφο»

Το 1928, ένας νεαρός, ονόματι Γουναρόπουλος, εγκατεστημένος στο Παρίσι από το 1919, περιδιαβαίνοντας τους δρόμους του Βόλου σαν τουρίστας, στάθηκε μπροστά σε ένα μπακάλικο με τοιχογραφίες του Θεόφιλου. Όταν επέστρεψε στο Παρίσι, ενημέρωσε τον Έλληνα τεχνοκριτικό Τeriade ( Ευστράτιο Ελευθεριάδη). Έτσι άνοιξαν οι πόρτες των γαλλικών γκαλερί για τον φουστανελά ζωγράφο. Ό Teriade σε μία συνέντευξή του είπε εκθειάζοντας την φαντασία του:

…όταν ζωγραφίζει σκηνές από μέρη όπου δεν πήγε ποτέ του!!!! η ζωντάνια των αναπολήσεων του ……!!!

Τον Θεόφιλο πρέπει τον βάλουνε στην πρέπουσα θέση, κοντά σε ό,τι υπάρχει ευγενέστερο στην ελληνική τέχνη από τους βυζαντινούς χρόνους έως σήμερα.

Ο Θεόφιλος του Οδυσσέα Ελύτη

«Επιστρέφοντας από την Αμερική τον Ιούνιο του 1961, σταμάτησα για λίγες μέρες στο Παρίσι και καθώς βγήκα να χαζέψω στους δρόμους, το πρώτο πράγμα που είδα ήταν σε μία βιτρίνα βιβλιοπωλείου όπου συνήθιζα να πηγαίνω , τη μεγάλη αφίσα της έκθεσης του Θεόφιλου που είχε ανοίξει ακριβώς εκείνη την εβδομάδα στις αίθουσες του Λούβρου. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά. Ε! λοιπόν ναι! υπήρχε δικαιοσύνη σε αυτόν τον κόσμο. Ο Teriade χρηματοδοτεί την ίδρυση του μουσείου Θεόφιλου που άνοιξε το 1965 στη γενέτειρα του Βαρειά στη Λέσβο, όπου φιλοξενούνται 86 πίνακες του ζωγράφου. Επίσης ως μουσείο Θεόφιλου λειτουργεί το αρχοντικό Χατζηαναστασίου, γνωστό σήμερα ως οικία Κοντού, στην Ανακασιά του δήμου Ιωλκού. τους τοίχους του οποίου φιλοτέχνησε ο ζωγράφος γύρω στο 1912».

Βιβλίων Γη

Ο Θεόφιλος του Σεφέρη

Ο Τάκης Μπάρλας, δημοσιογράφος και λογοτέχνης αποκαλεί τον Θεόφιλο “Παπαδιαμάντη της ζωγραφικής”, ενώ ο Γιώργος Σεφέρης τον συσχετίζει με τον Μακρυγιάννη. «Μία φορά και έναν καιρό ήταν ένας φτωχός φουστανελάς που είχε τη μανία να ζωγραφίζει. Τον έλεγαν Θεόφιλο. Τα πινέλα του τα κουβαλούσε στο σελάχι του εκεί που οι πρόγονοί του βάζαν τις πιστόλες και τα μαχαίρια τους. Τριγύριζε στα χωριά της Μυτιλήνης, τριγύριζε στα χωριά του Πηλίου και ζωγράφιζε. Ζωγράφιζε ό,τι του παράγγελναν για να βγάλει το ψωμί του. Υπάρχουν στον Άνω Βόλο καμάρες ολόκληρες ζωγραφισμένες από το χέρι του Θεόφιλου, καφενέδες στη Λέσβο, μπακάλικα και μαγαζιά σε διάφορα μέρη που δείχνουν το πέρασμα του, αν σώζονται ακόμη. Ο κόσμος τον περιγελούσε. Του έκαναν μάλιστα και αστεία τόσο χοντρά που κάποτε τον έριξαν κάτω από μία ανεμόσκαλα και του σπάσαν ένα-δύο κόκαλα. Ο Θεόφιλος ωστόσο δεν έπαυε να ζωγραφίζει σε ό,τι έβρισκε. Είδα πίνακες του φτιαγμένους πάνω σε κάμποτο, πάνω σε πρόστυχο χαρτόνι. Τους θαύμαζαν κάτι νέοι που τους έλεγαν ανισόρροπους οι ακαδημαϊκοί. Έτσι κυλούσε η ζωή του και πέθανε ο Θεόφιλος δεν είναι πολλά χρόνια, και μία μέρα ήρθε ένας ταξιδιώτης από τα Παρίσια. Είδε αυτή τη ζωγραφική, μάζεψε καμιά πενηνταριά κομμάτια, τα τύλιξε και πήγε να τα δείξει στους φωτισμένους κριτικούς που κάθονται κοντά στο Σηκουάνα. Και οι φωτισμένοι κριτικοί βγήκαν και έγραψαν πως ο Θεόφιλος ήταν σπουδαίος ζωγράφος. Και μείναμε με ανοιχτό το στόμα στην Αθήνα. Το επιμύθιο αυτής της ιστορίας είναι ότι λαϊκή παιδεία δεν σημαίνει μόνο να διδάξουμε το λαό αλλά και να διδαχτούμε από το λαό. Θυμάμαι πάντα το Θεόφιλο όταν συλλογίζομαι τον Μακρυγιάννη. Σας έλεγα πως ο Μακρυγιάννης είναι από τις πιο μορφωμένες ψυχές του νέου Ελληνισμού. Το ίδιο πιστεύω και για τον Θεόφιλο, αν η λέξη μόρφωση σημαίνει πνευματική μορφή…»

Θεόφιλος

Ο Θεόφιλος του Τσαρούχη

«Θαυμάζω τη χρωματική ευδαιμονία και τη λάμψη της ζωγραφικής του Θεόφιλου τον ενθουσιασμό και τον αυθορμητισμό του. Ο Θεόφιλος ανήκει στην αντίθετη παράταξη από αυτή στην οποία ανήκουν οι δάσκαλοι, οι καθαρευουσιάνοι και οι δημοτικιστές, οι ακαδημαϊκοί και οι μοντέρνοι, οι συντηρητικοί και οι επαναστάτες. Είναι από τη μεριά των σοφών και των τρελών, παρέα με τον Σολωμό, τον παγωμένο- θερμότατο Κάλβο, τον Παπαδιαμάντη, τον αναρχικό και άκρως πειθαρχημένο Καβάφη, τον τρελό Χαλεπά κι όλους αυτούς τους επαναστατημένους Έλληνες μα συγχρόνως και συντηρητικούς. Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς, ότι αιώνια θα σκανδαλίζει αυτούς που θέλησαν πάντα να βολευτούν. Και τίποτα να μην ξέραμε για τις φάρσες και τα χωρατά που έκαναν εις βάρος του οι χωριάτες στη Θεσσαλία, θα τα μαντεύουμε από την ειδική εκείνη “απάθεια” ορισμένων έργων του, τυπική περίπτωση υπερευαίσθητων καλλιτεχνών όταν κάτι τους εμποδίζει να πουν όλη τους την αλήθεια. Εξαίρεση αποτελούν οι τοιχογραφίες στο σπίτι του προστάτη του Γιάννη Κοντού».

Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Σχετικά Άρθρα