Σάρα Μπερνάρ: Ο πρώτος Άμλετ του κινηματογράφου ήταν γυναίκα…

Βιβλίων Γη

Γράφει η Σοφία Σιγάλα

Ήταν η ηθοποιός που θεωρήθηκε η μεγαλύτερη όλων των εποχών όταν, τον 19ο αιώνα, τη θαύμαζε όλος ο κόσμος, οι παραστάσεις της ήταν μοναδικές και οι περιοδείες της σε όλες τις γωνιές της γης ξεσήκωναν το κοινό που την παρακολουθούσε. Η γέννησή της αλλά και η πορεία της επεισοδιακή. Η Σάρα Μπερνάρ μάγευε, καθήλωνε όποιον την έβλεπε. Ήταν από τις πρώτες ηθοποιούς που αγκάλιασαν τον κινηματογράφο στη γέννησή του μόλις το 1899. Στην ιστορία του 19ου αιώνα της Γαλλίας είναι η μοναδική γυναίκα που ζει μια μυθική αποθέωση και η πρώτη που χαρακτηρίζεται «ιερό τέρας» της σκηνής. Έγινε γνωστή κατά τη δεκαετία του 1870 στις θεατρικές σκηνές της Ευρώπης και, επειδή οι ρόλοι που της δόθηκαν ήταν δραματικοί, της αποδόθηκε το προσωνύμιο η «θεϊκή Σάρα».

Η Μπερνάρ γεννήθηκε στο Παρίσι ως Σάρα Μαρία Εριέτα Ροζέν Μπερνάρ, νόθα κόρη της Ιουλίας Μπερνάρ. Αγνώστου πατρός. Η μητέρα της Ιουλία μεγάλωσε με τη μητριά της και έφυγε για το Παρίσι όπου έζησε σαν πόρνη πολυτελείας με το όνομα Yule. Τα μητρώα γέννησης της Σάρα χάθηκαν και εκείνη πλαστογράφησε καινούργια όπως τα προτιμούσε εκείνη. Άλλωστε ήταν απαραίτητα για να δηλώσει πως είναι Γαλλίδα υπήκοος και να της δοθεί η δυνατότητα να λάβει την τιμή να εκλεγεί στη Λεγεώνα της Τιμής. Έτσι παρουσιάζεται ως κόρη της Ιουδίθ βαν Χαρντ (Judith van Hard) και του Εδουάρδου Μπερνάρ (Édouard Bernardt) από τη Χάβρη, φοιτητή νομικής, λογιστή, ναυτικού δοκίμου ή αξιωματικού του ναυτικού, σύμφωνα με μεταγενέστερους ισχυρισμούς της ίδιας.

Η ίδια δε θέλησε ποτές να γίνει ηθοποιός. Από μικρή που ήταν, μεγάλωσε σε οικοτροφείο, μιας και η μητέρα της δεν μπορούσε, λόγω της φύσης της δουλειάς της, να την προσέχει. Είχε πολύ αδύναμη κράση και ήθελε να γίνει μοναχή. Αυτό δε θα γινόταν ποτέ. Ένας από τους εραστές της μητέρας της, ο Δούκας του Μορνί και ετεροθαλής αδελφός του Ναπολέοντα Γ’ αποφασίζει πως θα γίνει ηθοποιός. Στα 13 της χρόνια μπαίνει στο Conservatoire d’Art dramatique de Paris (Ωδείο της δραματικής τέχνης του Παρισιού), τη σχολή υποκριτικής στην οποία χορηγός ήταν η κυβέρνηση. Αυτή θα είναι και η αρχή της ζωής της ως «σταρ του 19ου αιώνα»

Στο Ωδείο ήταν πάντα μια μέτρια μαθήτρια, αν και η ίδια δε συμπάθησε ποτέ τους περισσότερους από τους δασκάλους της και θεωρούσε οπισθοδρομικές τις μεθόδους διδασκαλίας. Το 1862 αφήνει το Ωδείο και πάλι χάρη στη διαμεσολάβηση του Δούκα του Μορνί γίνεται δεκτή στη Comédie Francaise (Γαλλική Κωμωδία), την εθνική θεατρική εταιρεία, σαν αρχάρια υπό δοκιμή. Κατά τη διάρκεια των υποχρεωτικών τριών πρώτων δημόσιων εμφανίσεών της, οι οποίες απαιτούνταν από όλους τους αρχάριους, η δύναμη, η ομορφιά και η καθαρή δεξιοτεχνία της ερμηνείας της ελάχιστα έγιναν αντιληπτά από τους κριτικούς. Το συμβόλαιό της με την Comédie Francaise ακυρώθηκε το 1863, αφού χαστούκισε στο πρόσωπο μια μεγαλύτερη ηθοποιό η οποία είχε φερθεί σκληρά στη νεότερη αδελφή της. Η επόμενη θεατρική της παρουσία ήταν για εκείνη απογοητευτική· υποδυόταν μια Ρωσίδα πριγκίπισσα. Αποφασίζει πως θέλει να αναζητήσει τον δρόμο της στην υποκριτική και γίνεται εταίρα, μέχρι και το 1865.

Σάρα Μπερνάρ

Για άλλη μια φορά όμως, ο Δούκας του Μορνί θα τη σώσει. Έχει μόλις γίνει υπουργός Εσωτερικών και θα επιτρέψει το ανέβασμα του έργου του πατέρα Δουμά, Η «Κυρία με τις καμέλιες», που είχε απαγορευτεί ως ανήθικο για τα χρηστά ήθη από τον προκάτοχό του. Μαργαρίτα Γκωτιέ θα είναι η Σάρα, που σημειώνει παγκόσμια επιτυχία, απογειώνοντας την καριέρα της και το όνομα του Αλέξανδρου Δουμά. Ο δρόμος έχει ανοίξει για τη Σάρα Μπερνάρ. Θα είναι στρωμένος με θαυμασμό, δόξα, φήμη και θα κερδίσει την υστεροφημία ως μία από τις μεγαλύτερες ηθοποιούς του κόσμου.

Η ζωή μου, που αρχικά περίμενα να είναι πολύ σύντομη, αλλά φαίνεται πια πολύ μεγάλη, μου δίνει την απερίγραπτη χαρά να σκέφτομαι πόση δυσαρέσκεια θα προκαλούσε στους εχθρούς μου.

από την αυτοβιογραφια τησ

Πάντα πίστευε πως για να πετύχει την απόλυτη ταυτοποίηση με τον ήρωα ή την ηρωίδα που υποδύεται, έπρεπε να γίνει ένα με τον χαρακτήρα και τα πάθη του ρόλου. Η ίδια γράφει την αυτοβιογραφία της πως, επειδή είχε πολύ ευαίσθητη κράση, την περίοδο που έχει τον ρόλο της Μαργαρίτας Γκωτιέ, νιώθει πολύ άρρωστη. Οι γιατροί κάνουν διάγνωση πως έχει πολύ βαριά φυματίωση. Εκείνη πιστεύει πως είναι ο μόνος τρόπος να μπει στο μυαλό και τη διάθεση της ηρωίδας της. Αφού θεραπεύεται, στο σαλόνι της θα έχει θέση ένα φέρετρο, μέσα στο οποίο θα κοιμάται κάθε βράδυ. Πιστεύει πως μόνο έτσι μπορεί να νιώσει και να κατανοήσει τους τραγικούς ήρωες που υποδύεται. Κάποτε ο Δουμάς (υιός) θα πι πως τη Σάρα Μπερνάρ είναι δύσκολο να τη πιστέψει κάποιος μιας και είναι διαβόητη ψεύτρα…

Στήνει δικό της θίασο, μετά τον καβγά και το χαστούκι που έδωσε σε έναν παραγωγό, ενώ συχνά τσακώνεται με τους συναδέλφους. Η πρώτη της σημαντική επιτυχία ήταν στον ρόλο της Αν Ντάμπι το 1868, στην αναπαράσταση του θεατρικού έργου “Κιν” (Kean), του μυθιστοριογράφου και θεατρικού συγγραφέα Αλέξανδρου Δουμά (πατέρα). Ο μεγαλύτερος θρίαμβος, όμως, της Σάρας στο Οντεόν ήρθε το 1869, όταν απέδωσε τον ρόλο του νέγρου Ζανέτο στο μονόπρακτο “Ο διαβάτης” (Le Passant) του νεαρού δραματουργού Φρανσουά Κοπέ (François Coppée), ένα ρόλο τον οποίο επανέλαβε σε κατ’ εντολή ερμηνεία μπροστά στον Ναπολέοντα Γ’.

Η Σάρα Μπερνάρ κάνει περιοδείες σε όλον τον κόσμο. Από την Κούβα μέχρι την Ελλάδα. Ο Rostand την αποκάλεσε «βασίλισσα της πόζας και πριγκίπισσα της χειρονομίας», ενώ ο Hugo εξήρε τη «χρυσή φωνή» της. Πράγματι, η φωνή της, από ηχογράφηση σε γραμμόφωνο είναι μια αποκάλυψη. Ρέουσα, διαβαθμισμένη με τόνους που δε φαντάζεται ο ακροατής πως θα ακούσει, Γήινη και αέρινη, κελαρυστή και άγρια, ευαίσθητη και αισθαντική.

Βιβλίων Γη

Η Σάρα Μπερνάρ αποτελεί το πρότυπο της γυναίκας που αγγίζει το όνειρό της. Δυναμική, ελεύθερη, χαρισματική, μοιραία, ταλαντούχα, διάσημη. Είναι πια πλούσια, χειραφετημένη, επιτυχημένη, δυνατή, ανεξάρτητη γυναίκα. Έχει όποιον εραστή θέλει, όποτε τον θέλει και είναι μόνη όταν το θέλει. Είναι η «διασημότερη ηθοποιός του κόσμου». Εργατική, ταλαντούχα, κυκλοθυμική, οξύθυμη, εκρηκτική και αδίστακτη. Δε διστάζει να εκβιάζει παραγωγούς και συγγραφείς για να κερδίζει πρωταγωνιστικούς ρόλους. Αλλά ακόμα κι αν δεν τα καταφέρνει και μένει σε δεύτερο ρόλο, είναι τόσο σίγουρη για την υποκριτική της δεινότητα, που με την ερμηνεία της κλέβει και συχνά μονοπωλεί την προσοχή κοινού και κριτικών. ‘Εχει εραστές τους πιο διάσημους άντρες της εποχής: Γκ. Ντ΄ Αννούντσιο, Β. Ουγκώ, Γκ. Ντορέ, Ζ. Κλερίν, αλλά και την εξπρεσιονίστρια ζωγράφο Λ. Αμπεμά, με την οποία διατηρεί επί χρόνια ανοικτή ερωτική σχέση. Το 1879, λέγεται ότι η Μπερνάρ ήταν μία από τις πολυπληθείς ερωμένες του διαδόχου του βρετανικού θρόνου Πρίγκιπα της Ουαλίας, ο οποίος αργότερα έγινε ο βασιλιάς Εδουάρδος Ζ’ του Ηνωμένου Βασιλείου. Το 1882 παντρεύτηκε στο Λονδίνο τον Έλληνα ηθοποιό Αριστείδη Δαμαλά, γνωστό στη Γαλλία με το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο Ζακ Δαμαλά. Ο γάμος, ο οποίος νομικώς ίσχυε έως τον θάνατο του Δαμαλά το 1889 σε ηλικία 34 ετών, γρήγορα κατέρρευσε, κυρίως εξαιτίας της εξάρτησής του από τη μορφίνη.

Η συναναστροφή της με εικαστικούς την ωθεί στο να αναζητήσει μέσα της και το δικό της ταλέντο. Έτσι δημιουργεί στο σπίτι της ένα εργαστήριο ζωγραφικής και γλυπτικής, όπου περνάει πειραματιζόμενη αρκετό από τον ελεύθερο χρόνο της. Τα ενδιαφέροντα, ο τρόπος ζωής της είναι η πεμπτουσία της εκκεντρικότητας. Είναι εξαιρετικά ζωόφιλη και στο σπίτι της βρίσκουν καταφύγιο σκύλοι, γάτες, παπαγάλοι, χαμαιλέοντες, μαϊμούδες, ακόμα και ένα τσίτα! Η εποχή είναι των αγκυλώσεων, των… συγκεκαλυμμένων αμαρτιών και των προβεβλημένων ηθικών φραγμών, αλλά εκείνη προκαλεί διαρκώς ανοικτά και στρέφει επάνω της τα βλέμματα του κόσμου. Η Σάρα γνωρίζει πολύ καλά το παιχνίδι της δημοσιότητας. Επιπλέον, ξέρει πως για να διατηρηθεί στα ψηλά, πρέπει το κοινό να την ταυτίζει με τις ηρωίδες που υποδύεται στη σκηνή. Στην πραγματικότητα, αυτό νιώθει και μέσα της.

Σάρα Μπερνάρ

Το 1893 η Σάρα επισκέπτεται την Αθήνα. Η Σάρα για πρώτη φορά εντάσσει την Αθήνα σε περιοδεία της, καθώς έχει πληροφορηθεί ότι η πόλη διαθέτει ένα αξιοπρεπές θέατρο, το Δημοτικό, χωρητικότητας 1.500 θέσεων (άρα εξασφαλισμένα κέρδη) και με σκηνή, που μπορεί να φιλοξενήσει την απαιτητική παραγωγή της. Επιπλέον, είναι η πρώτη περιοδεία της μετά τον θάνατο του Έλληνα συζύγου της και ως εκ τούτου δεν έρχεται μόνο ως μεγάλη ηθοποιός, αλλά και ως χήρα. Λέγεται μάλιστα ότι φέρνει μαζί της ένα μνημείο φιλοτεχνημένο από την ίδια, για να το τοποθετήσει στον τάφο του. Οι έχοντες την οικονομική δυνατότητα, την ακολουθούν πλέον όπου εκείνη εμφανίζεται και πληρώνουν αδρά για να θαυμάσουν τη σύζυγο του συμπατριώτη τους, Ζαν Δαμαλά.

Και τώρα που έφυγε μακράν ο ήλιος της σκηνής ετοιμασθήτε πάλιν, ω δύσμοιροι Αθηναίοι, εις την ξηράν και πλήρη πεζότητος ζωήν μας και εγειρόμενοι καθ’ εκάστην πρωίαν ν’ ακούεται παρ’ ημών ότι έγεινε δεν έγεινε θα γείνη δεν θα γείνη το δάνειον.

«Πειραϊκή Επιθεώρησις», ιουλιος 1893

Η Μπερνάρ ήταν μία από τις πρωτοπόρους ηθοποιούς του βωβού κινηματογράφου, κάνοντας την πρώτη της εμφάνιση ως Άμλετ στη διάρκειας δύο λεπτών ταινία Η μονομαχία του Άμλετ (Le Duel d’Hamlet) το 1900. Στην πραγματικότητα η ταινία δεν στερούνταν ήχου, καθώς ο ήχος των σπαθιών είχε προεγγραφεί σε φωνογραφικό κύλινδρο (που έχει πλέον χαθεί), ο οποίος παιζόταν ταυτόχρονα με την προβολή της ταινίας. Η Σάρα Μπερνάρ πρωταγωνίστησε σε δέκα ακόμη ταινίες, δύο από τις οποίες ήταν βιογραφικού περιεχομένου.

Το 1905, κατά τη διάρκεια της παράστασης της Τόσκα (La Tosca) του Βικτοριέν Σαρντού (Victorien Sardou) στο Ρίο ντε Τζανέιρο, η Μπερνάρ τραυματίστηκε στο δεξιό γόνατο όταν έπεσε κάτω από το παραπέτο της σκηνής στην τελευταία σκηνή του έργου. Το πόδι της ποτέ δεν θεραπεύτηκε πλήρως. Ως το 1915 η γάγγραινα είχε προχωρήσει τόσο που χρειάστηκε να ακρωτηριαστεί ολόκληρο το δεξί της πόδι, καθηλώνοντάς την για αρκετούς μήνες σε αναπηρική πολυθρόνα. Συνέχισε την καριέρα της, και αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύεται, χωρίς τη χρήση ξύλινου τεχνητού μέλους (δοκίμασε να χρησιμοποιήσει μία φορά, αλλά δεν της άρεσε).

Σάρα Μπερνάρ

Το 1922 είναι ήδη 78 χρόνων και τα σοβαρά προβλήματα υγείας συνεπεία της καταπονημένης κράσης της και του γήρατος την καθιστούν σχεδόν ανήμπορη να κινηθεί. Αλλά η σπουδαία θεατρίνα έχει για όπλο την υπέροχη φωνή της. Στις 20 Απριλίου του 1922 η Σάρα Μπερνάρ, καθηλωμένη σε ακινησία επάνω στη σκηνή, θα ανεβάσει στο θέατρο της, στο Πάρίσι, το έργο του Louis Verneuil “Regine Armand” και θα εισπράξει το θερμότερο χειροκρότημα της ζωής της. Είναι το τελευταίο της. Πεθαίνει στις 26 Μαρτίου του 1923, στο 17ο διαμέρισμα της πόλης του Παρισιού.

Πηγές από το διαδίκτυο, Φρανσουάζ Σαγκάν: Γέλιο χωρίς τελειωμό

Σχετικά Άρθρα