ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΝΤΖΑΡΟΣ: Η γνωστή-άγνωστη μουσική «ιδιοφυΐα».

Νικόλαος Μάντζαρος

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Πέρασαν 150 χρόνια από τον θάνατο του Μάντζαρου κι όμως μέχρι σήμερα, είναι ένας εν πολλοίς άγνωστος μουσουργός, αφού εκτός από την μελοποίηση του Σολωμικού “Ύμνου εις την Ελευθερίαν”, πολλοί αγνοούν την συνολική μουσική του δημιουργία . Ο Μάντζαρος λοιπόν, είναι ο συνθέτης της πρώτης όπερας Έλληνα δημιουργού που διασώθηκε, καθώς και του πρώτου γνωστού έργου σε ελληνική γλώσσα για φωνή και ορχήστρα, των πρώτων έργων για κουαρτέτα εγχόρδων και για ρεπερτόριο για πιάνο.

Ο Μάντζαρος θεωρήθηκε στα χρόνια του μέτριος δημιουργός και κατακρίθηκε ότι περιορίστηκε στο ρόλο του συνθέτη του Εθνικού μας ύμνου, η δε μουσική του χαρακτηρίστηκε μειωτικά ότι ήταν επηρεασμένη από την ιταλική σχολή. Πόσο πολύ αγνοούσαν όλοι αυτοί οι επικριτές το αξιόλογο ταλέντο του, με αποτέλεσμα να μην εκτιμήσουν σωστά την πρωταρχική εικόνα της Νεοελληνικής Μουσικής Ιστορίας που μας παρέδωσε! Στη μουσική του Μάντζαρου μπορεί κανείς να διακρίνει την συνύπαρξη γερμανικών, ιταλικών, γαλλικών στοιχείων, μαζί με τα χαρακτηριστικά της ξεχωριστής Κερκυραϊκής μουσικής παράδοσης. Ο Νικόλαος Μάντζαρος αναγνωρίστηκε εν τέλει, σαν μουσική ιδιοφυΐα, “πρύτανης της αρμονίας και της ενορχηστρώσεως, τεχνίτης μεγάλος της αντιστίξεως”. Μπορεί να κατηγορήθηκε για τις (μπελκάντο;) επιρροές του, όμως ακόμη και σήμερα, τιμάται για την ταύτισή του με τη λαϊκή ψυχή και το πατριωτικό αίσθημα.

Νικόλαος Μάντζαρος

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 26 Οκτωβρίου 1795. Γόνος πλούσιας οικογένειας ευγενών, κληρονόμησε τον τίτλο ευγενείας του Ιππότη, σπούδασε από μικρός μουσική και αργότερα τελειοποίησε τις σπουδές του στην Ιταλία. Σε ηλικία 18 ετών παντρεύτηκε τη Μαριάννα, μοναχοκόρη του δούκα Αντωνίου Μερκαντάντε Ιουστινιάνη, της αριστοκρατικής οικογένειας των Κομνηνών Ιουστινιανών και απέκτησαν μαζί τρεις κόρες και δύο γιους. Γρήγορα έγινε γνωστός λόγω της κλασικής και ιταλικής μουσικής παιδείας του. Αρνήθηκε την πρόταση να αναλάβει διευθυντής της μουσικής σχολής του Μιλάνου και του ωδείου της Νάπολι, και αφού επέστρεψε στην πατρίδα του, εργάστηκε με αφοσίωση για τη μουσική μόρφωση των νέων της περιοχής. Θεωρείται ο θεμελιωτής της Επτανησιακής Σχολής. Το 1840 ίδρυσε τη Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας

Ο ίδιος δε θεωρούσε τον εαυτό του επαγγελματία μουσικό, αυτοχαρακτηριζόταν ερασιτέχνης, για αυτό και δεν πληρωνόταν για τις υπηρεσίες του. Είχε ευγενικούς τρόπους, ήταν ευχάριστος στις συντροφιές, ένας αληθινός αριστοκράτης, αλλά με πολύ απλή συμπεριφορά. Ήταν ψηλός, φορούσε πάντοτε σκούρα και σοβαρά ρούχα, όταν δε έγραφε, μελοποιούσε ή δίδασκε, στεκόταν πάντοτε όρθιος, γι’ αυτό είχε ψηλό γραφείο. Αγαπούσε την τάξη και ήταν λιγάκι ιδιόρρυθμος. Η τέχνη ήταν για αυτόν το παν. Ήταν καλός και στοργικός πατέρας και συμπαραστεκόταν με όλους τους τρόπους στους φίλους του.

Ήταν καρδιακός φίλος του Διονυσίου Σολωμού και εκτιμούσε πολύ το έργο του εθνικού μας ποιητή. Μελοποίησε ολόκληρο τον “Ύμνο εις την ελευθερίαν”, αλλά έγραψε μουσική και για άλλα ποιήματα του Σολωμού: “την φαρμακωμένη”, “ύμνος εις τον Μπάιρον”, “Αυγούλα” “Ξανθούλα”. Δυστυχώς έχει διασωθεί ένα μικρό μόνο τμήμα του έργου του, το οποίο περιελάμβανε συμφωνίες, εκκλησιαστική μουσική, έργα για πιάνο, εμβατήρια και ύμνους. Στις 29 Μαρτίου του 1872 ο Μάντζαρος έπεσε σε κώμα κατά τη διάρκεια μαθήματος και τελικά πέθανε την επόμενη, στις 30 Μαρτίου 1872 στην Κέρκυρα, σε ηλικία 76 ετών.

Πέθανε τελείως φτωχός, καθώς δίδασκε δωρεάν, ακόμα και την εποχή που βρισκόταν σε μεγάλη οικονομική δυσχέρεια. Έλαβε τον «Αργυρούν Σταυρό του Σωτήρος» από τον Όθωνα. Το 1865 έλαβε τον «Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος» και αναγνωρίστηκε ως «μουσική ιδιοφυΐα».

Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Σχετικά Άρθρα