Γέρση, Αργυρώ Μαργαρίτη

Γέρση

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Η συγγραφέας Αργυρώ Μαργαρίτη, με έντονες μικρασιατικές καταβολές και γνήσιες ιωνικές ρίζες, είχε από τα μικράτα της πολλά ακούσματα από ιστορίες και παραμύθια των γιαγιάδων της που ήρθαν από τα απέναντι παράλια. Εντυπωσιασμένη, ορκίστηκε ότι κάποια μέρα, θα γράψει την ιστορία μιας θαυμαστής γυναίκας που γνώρισε καλά. Όχι, δεν ήταν η Γέρση, αλλά μια κοπέλα που επηρεάστηκε πολύ από τη ζωή της Γέρσης. Τι είναι όμως η Γέρση;

Είναι ένα εξαιρετικό λογοτεχνικό πόνημα, «ψυχωμένο», που δεν μπορεί να περιγραφεί με οικονομία λόγου. Μία μυθιστορηματική ζωή, δίπλα σε πολλές άλλες παράλληλες ζωές, με φόντο ιστορικό και με πλοκή παραμυθίας. Βιβλίο αντιπολεμικό, κοινωνικό, ιστορικό, παραμυθένιο αλλά αληθινό, μιας και τα παραμύθια μαρτυρούν τις μεγαλύτερες αλήθειες. «Εκείνο το βράδυ που λες…» ή «άκου να δεις πώς γίνεται…» : είναι φράσεις- εργαλεία της συγγραφέως που κερδίζουν την προσοχή του αναγνώστη. Ένα βιβλίο πολυπρόσωπο, μία τοιχογραφία χαρακτήρων πολύχρωμη, όπου η συγγραφέας κατάφερε να ψυχογραφήσει τον κάθε ένα ήρωα με τόση μαστοριά, ώστε ο αναγνώστης να νιώθει ότι είναι δικοί του άνθρωποι.

Γέρση

Η περιγραφή της καθημερινότητας στη Σμύρνη και στις γύρω περιοχές είναι τόσο αξιόπιστη και αυθεντική, που έχει κανείς την εντύπωση ότι ζει και συμμετέχει σαν μέλος των οικογενειών αυτών. Η γλώσσα γραφής είναι αληθινή και ιδιωματική, με εκφράσεις ανάλογες της ντοπιολαλιάς του κάθε ήρωα, πότε τούρκικα, πότε σμυρνέικα, ηπειρώτικα, πελοποννησιακά, ηχοχρώματα που σμίγουν και γίνονται μελωδικό τραγούδι.

Βιβλίο με γλώσσα γραφής «προφορική»! Περιγραφές με αλληγορία, με ανατολίτικη παραλογή και σοφία, με παραμύθια και με αρχαίους θρύλους, με χιούμορ υποδόριο και σαρκαστικό, με εικόνες σκληρές πολέμου και με γλώσσα ριψοκίνδυνη, ενίοτε αθυρόστομη. Με αναφορές στοχαστικές στη ματαιότητα του πολέμου, στην ελπίδα για την επιστροφή στην πατρίδα την αγαπημένη, στον έρωτα που πονάει και με απλή και κατανοητή περιγραφή των ιστορικών γεγονότων.

Οι νεκροπόλεις φυλάσσουν ανέγγιχτη τη μαγεία των σοφών της ιωνικής γης, λίπασμα για τις κόκκινες μηλιές. Με τούτο τον καρπό ξεγελάστηκε ο άνθρωπος. Εδώ λοιπόν μπροστά σου, ορθώνεται ο περίλαμπρος ναός και εμποδίζει τη θέα του μιναρέ. Ο όφις, είτε φορά στέμμα, δίκοχο, σκούφο, μπερέ η σαρίκι, ένα και το αυτό, το μήλο που σου δίνει… …. Σωριάζεται ο ναός σε εκατόμβες θυμάτων, όμως μην ανησυχείς, κάτι άλλο θα φτιάξουμε με τούτες τις ψηφίδες. Έτσι γίνονται άλλωστε τα περίτεχνα μωσαϊκά: με θρύμματα. Χρειάζεται μόνο χώμα από τον κήπο σου, αίμα απ’ τις φλέβες του παιδιού σου, να γίνει λάσπη καλή να τα συγκολλήσει.

Η αγάπη για τη Μικρά Ασία και την προφορική παράδοση, καθώς και η επισταμένη έρευνα της συγγραφέα είναι εμφανέστατη στο βιβλίο αυτό.

…γιατί εκεί στο κούφωμα της μικρασιατικής παραλίας, ήτανε που λες, μία πόλη μαγική. Όλου του κόσμου η ομορφιά, μπάζα δεν έπιανε μπροστά στα κάλλη της. Τα πόστα κρατούσαν γερά τα εγγόνια του Ομήρου… Σαν την αγριάδα απλώναν, σκεπάζοντας τα τουρκόχορτα, φύτρωναν παντού μηλιές με κόκκινους καρπούς… Πρέπει να τους ξεριζώσουμε, να καθαρίσει ο τόπος… ( σκεφτόταν οι μεμέτηδες).

Η ιστορία ξετυλίγεται στις αρχές του 20ού αιώνα στη Σμύρνη, που παρόλο που νιώθει την απειλή πολέμου, πιστεύει ότι δεν την αφορά. Η πανέμορφη Γέρση, η περήφανη και κακομαθημένη κόρη, σαν την Σμύρνη κι αυτή, και ο Γιώργης και ο Σελίμ δύο άντρες, αδελφικοί φίλοι, που την ερωτεύονται και την διεκδικούν το ίδιο παράφορα όπως τη Σμύρνη οι Τούρκοι και οι Έλληνες!.

Εγώ ποταμός και εσύ το νερό… στερεύω μακριά σου…

Γέρση

Η συγγραφέας, εκτός από την δραματική φύση του παράφορου έρωτα της Γέρσης και του Γιώργη (η ίδια θεωρεί ότι: ο έρωτας είναι τρέλα, ζωή, φως, χρώμα, γεύση, οσμή βρωμιάς και άρωμα, ήχος μοιρολογιού και γέλιου), επικεντρώνεται και στα τραύματά που κουβαλάει όποιος έχει εμπλακεί σε πόλεμο, σημάδια ανεξίτηλα και μία αθωότητα χαμένη για πάντα.

Φαίνεται πως, σαν σαλεύει ο νους από την τρομάρα, μπροστά στον θάνατο ας πούμε, φαίνεται το λοιπόν, πώς το μυαλό ξεστρατίζει… Να δεις που κάτι τέτοιο συμβαίνει με κείνους που δε μαρτυράνε, ακόμα κι αν τους τρυπάνε με πυρωμένα σουβλιά και τους μπήγουνε λοστάρια… Δεν πονάνε γιατί δεν είναι εκεί.

Στο οπισθόφυλλο, που είναι ανταγωνιστικό δείγμα της λογοτεχνικής αξίας του βιβλίου, διαβάζουμε:

Τι είμαι για σένανε, Γιώργη Καραδάμογλου; Αυτό μόνο…. πρέπει να ξέρω…

… Εδώ που φτάσανε, δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να της πει την αλήθεια. Πήρε το χέρι της, έσκυψε κι απόθεσε στη φούχτα της ένα φιλί.

Εσύ, ομορφιά μου, είσαι το κόκκινο στο αίμα μου…

Το βιβλίο αυτό δεν μπορεί κάποιος να το διαβάσει διεκπεραιωτικά. Κάθε σελίδα, κάθε παράγραφος είναι και μία ιστορία μνήμης και γνώσης. Είναι τόσο συναρπαστικό και καθηλωτικό, ώστε ο αναγνώστης υποκύπτει στη μαγεία της Σμύρνης, αγαπά και συμπάσχει με τον ελληνισμό της απέναντι πλευράς του Αιγαίου, φρεσκάρει κι εμπλουτίζει τις ιστορικές γνώσεις του, συμμετέχει στα δραματικά γεγονότα, αιφνιδιάζεται και απολαμβάνει το απροσδόκητο τέλος! Προσωπικά, θεωρώ ότι το βιβλίο αυτό είναι ένα από τα σπουδαιότερα δείγματα λογοτεχνίας όσον αφορά την Μικρά Ασία και τον ελληνισμό της.

Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός

Σχετικά Άρθρα