Άννα Κομνηνή: Η πρώτη γυναίκα ιστορικός

Αλεξιάδα, Άννα Κομνηνή

Γράφει η Σοφία Σιγάλα

Στις 4 Απριλίου του 1081 γίνεται αυτοκράτορας ο Αλέξιος Α΄ ο Κομνηνός, ο οποίος αναδείχθηκε ένας από τους ικανότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Στις τέσσερις δεκαετίες διακυβέρνησης κατάφερε να παλινορθώσει το Βυζάντιο. Από τη στιγμή που ανέλαβε την αυτοκρατορία (1081) είχε να αντιμετωπίσει πολλαπλούς κινδύνους, καθώς η αυτοκρατορία απειλούνταν από τους Νορμανδούς, από τους Σελτζούκους Τούρκους, αλλά και από τους Πετσενέγους. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε και η Α΄ Σταυροφορία, η οποία σκοπό είχε να συνδράμει τον Αλέξιο στην προσπάθειά του να κατανικήσει τους εχθρούς του. Η ικανότητά του και η διπλωματία του είχαν σαν αποτέλεσμα να ανακτήσει τα χαμένα εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας και να χρησιμοποιήσει τους σταυροφόρους ώστε να ελευθερώσει τους Άγιους Τόπους. Η ικανότητά του στις διαπραγματεύσεις αλλά και εκμεταλλευόμενος τις αδυναμίες του ετερόκλιτου στρατού της Ευρώπης ήταν οι λόγοι που κατάφερε να αποδυναμώσει τον κίνδυνο που προερχόταν από τους σταυροφόρους, ενισχύοντας ακόμα περισσότερο τη δύναμη της αυτοκρατορίας. Η κόρη του, η Άννα η Κομνηνή, θα γίνει η πρώτη γυναίκα ιστοριογράφος και θα καταγράψει τη βασιλεία του πατέρα της σε ένα από τα διασημότερα έργα, την Αλεξιάδα.

Η Αλεξιάδα είναι η καταγραφή της ζωής του Αλέξιου Α΄ του Κομνηνού, αφού δεν είναι χωρισμένη σε χρονολογικές περιόδους αλλά από τη βιογραφική σκοπιά του πατέρα της. Παράλληλα, είναι η βασικότερη ιστορική πηγή για την πρώτη Σταυροφορία που έλαβε χώρα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Στην ουσία είναι η συνέχεια από την «Ύλη Ιστορίας», του άντρα της Νικηφόρου Βρυέννιου, η οποία αποτελείται από τέσσερα βιβλία και καταγράφει τα γεγονότα από το 1070 έως και το 1079.

Και μόνο από τον τίτλο -Αλεξιάδα- είναι φανερή η επιρροή της ‘Αννας της Κομνηνής από το ομηρικό έπος την Ιλιάδα. Η Άννα εξάρει τον πατέρα της σαν ιδεώδη μορφή κυβερνήτη, ενώ παρομοιάζει τον άντρα της με τον Αχιλλέα. Αν και το έργο της προσπάθησε να το κάνει επικό, διακρίνεται από τις λυρικές περιγραφές, αποτέλεσμα της φιλοπατρίας της συγγραφέως, αλλά και της αγάπης και του θαυμασμού που έτρεφε τόσο για το πατέρα της όσο και για τον σύζυγό της. Διατρέχεται από θλίψη και συναισθηματική ένταση και είναι γραμμένο σε γλώσσα που δε συνάδει με την τότε καθομιλουμένη, αφού έχει αρχαΐζουσα μορφή, γεγονός που επιβεβαιώνει την αγάπη της για την αρχαιοελληνική γλώσσα. Η Άννα, επηρεασμένη από τις σπουδές και την αγάπη της για τον Θουκιδίδη και τον Πολύβιο, διατείνεται για την αντικειμενικότητά της, ως ιδίωμα του ιστορικού. Γι΄ αυτό τον λόγο προαναφέρει πως θα πληροφορήσει για τα τυχόν σφάλματα και αβλεψίες του πατέρα της. Η Αλεξιάδα μένει στην ιστορία ως ένα μοναδικό μνημείο καταγραφής της ιστορίας και εντάσσει τη συγγραφέα του ως μία από τις πρώιμες ιστοριογράφους γυναίκες.

Αλεξιάδα, Άννα Κομνηνή
Αλεξιάδα,

Η Αλεξιάδα διαβάζεται και σαν λογοτεχνικό έργο. Στον πρόλογό της η Άννα Κομνηνή παρουσιάζει συνοπτικά τη δικής της ιστορία, αλλά και του συζύγου της, Νικηφόρου Βρυέννιου, ο οποίος ήταν εξαιρετικά μορφωμένος και ικανότατος στρατηγός. Η Άννα μιλά με θαυμασμό για την ευγένεια του συζύγου της, για την ασυνήθιστη ομορφιά του, αλλά και για το συγγραφικό του έργο, δηλώνοντας πόσο μεγάλη απώλεια υπήρξε ο θάνατός του τόσο για την ίδια όσο και για την αυτοκρατορία που έχασε έναν τόσο σημαντικό πολίτη. Σε κάθε κεφάλαιο που ξεκινάει προλογίζει, τρόπον τινά, με στοιχεία λογοτεχνικού ύφους, παρομοιώσεις και στοιχεία που ποοϊωνίζουν τα ιστορικά δρώμενα που θα αφηγηθεί, Αποτελείται από 15 βιβλία και στα πρώτα τρία αφηγείται τα νεανικά χρόνια και την ενθρόνιση του Αλέξιου Α΄ του Κομνηνού, συνεχίζει με την κάθοδο των Νορμανδών και τις απειλές τους στη βυζαντινή επικράτειας -Ήπερος-, το πόλεμο με τους Σκύθες, τις νίκες του αυτοκράτορα εναντίον των Σελτζούκων Τούρκων. Αναφέρεται για τον τρόπο που προσέγγισε ο αυτοκράτορας τη Δύση και τους ευρωπαίους πρίγκηπες που ηγήθηκαν της πρώτης σταυροφορίας και τους τρόπους που χρησιμοποίησε για να οργανώσει και να στρέψει προς όφελος του Βυζαντίου τις απαιτήσεις των σταυροφόρων. Τα τελευταία βιβλία αφορούν τα ύστερα χρόνια και το τέλος του αυτοκράτορα.

Έτσι λοιπόν, σαν καλός καπετάνιος, απέκρουσε σαν να πούμε, ο αυτοκράτορας τις αλλεπάλληλες επιθέσεις των κυμάτων και αφού ξέπλυνε όλη την άρμη της οικουμένης και τακτοποίησε τα ζητήματα της Εκκλησίας, ξεκίνησε πάλι για άλλα πελάγη πολέμων και θαλασσοταραχών. Αδιάκοπα ακολουθούσαν το ένα το άλλο, θάλασσα, που λέει ο λόγος, πάνω στη θάλασσα και ποταμός πάνω σε άλλον ποταμό κακών, ώστε μήτε ανάσα δεν άφηναν τον βασιλιά να πάρει μήτε να κλείσει τα βλέφαρα.

Αλεξιάδα, Βιβλίι δεύτερο, Ο πόλεμος κατά των Κομάνων, σελ. 11, εκδόσεις Άγρα
Αλεξιάδα, Άννα Κομνηνή

Η Άννα Κομνηνή ήταν μια ξεχωριστή προσωπικότητα μέσα στη δυναστεία των Κομνηνών, η οποία έκανε ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία της σε όλο το φάσμα της ζωής της. Όσο διψούσε για δόξα και εξουσία, άλλο τόσο επιδίωκε την επιμόρφωσή της από μικρή ηλικία, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε ως γυναίκα εκείνης της εποχής, αν και πριγκίπισσα.Την Αλεξιάδα την έγραψε εξορισμένη σε μονή της Κωνσταντινούπολής, ύστερα από την απόπειρα, σε συνεργασία με τη μητέρα της, τη Δαλασσηνή, να εκτοπίσει τον διάδοχο του θρόνου, Ιωάννη Β, γιο του πατέρα της από τον δεύτερο γάμο του. Ήταν από τις ελάχιστες Βυζαντινές που μετά το θάνατό τους σώζεται πλούσιο συγγραφικό έργο και η μοναδική, η οποία επεξεργάστηκε με τέτοιο ζήλο την ιστοριογραφία. Τα στοιχεία του χαρακτήρα της σκιαγραφούν μια δυναμική, τολμηρή, άκρως μορφωμένη και φιλόδοξη γυναίκα σε αντίθεση με τη μέση Βυζαντινή γυναίκα. Μόνο η μητέρα έχαιρε της εκτίμησης και του σεβασμού της οικογένειας. Σε χρόνια που η γυναικεία χειραφέτηση ήταν κάτι άγνωστο, και οι συνθήκες της καθημερινότητας της γυναίκας ήταν δύσκολες -πόσω μάλλον η εκπαίδευση και τα δικαιώματά της- η Άννα Κομνηνή κατάφερε να χαίρει εκτίμησης και να θεωρείται μια από τις πιο μορφωμένες και αξιόλογες γυναίκες της εποχής της. Ο Κωνσταντίνος Καβάφης, επηρεασμένος από την προσωπικότητά της γράφει ένα ποίημα αφιερωμένο σε εκείνη.

Άννα Κομνηνή, Καβάφης,
Στον πρόλογο της Aλεξιάδος της θρηνεί,
για την χηρεία της η Άννα Κομνηνή.

Εις ίλιγγον είν’ η ψυχή της. «Και
ρείθροις δακρύων», μας λέγει, «περιτέγγω
τους οφθαλμούς..... Φευ των κυμάτων» της ζωής της,
«φευ των επαναστάσεων». Την καίει η οδύνη 
«μέχρις οστέων και μυελών και μερισμού ψυχής».

Όμως η αλήθεια μοιάζει που μια λύπη μόνην
καιρίαν εγνώρισεν η φίλαρχη γυναίκα·
έναν καϋμό βαθύ μονάχα είχε
(κι ας μην τ’ ομολογεί) η αγέρωχη αυτή Γραικιά,
που δεν κατάφερε, μ’ όλην την δεξιότητά της,
την Βασιλείαν ν’ αποκτήσει· μα την πήρε
σχεδόν μέσ’ απ’ τα χέρια της ο προπετής Ιωάννης

Σχετικά Άρθρα