Απόστολος Καλδάρας: Μια ζωή εντιμότητας και επιτυχιών

Απόστολος Καλδάρας

Γράφει η Σοφία Σιγάλα

Ο Απόστολος Καλδάρας γεννήθηκε στις 7 Απριλίου του 1922. Το άστρο που γεννήθηκε μαζί του έδωσε άλλη μοίρα από αυτή που πίστεψε ότι θα βιώσει. Ο φοιτητής της Γεωπονικής στη Θεσσαλονίκη έμελλε να γίνει ένας από τους πιο λαμπρούς συνθέτες της Ελλάδας. Πίστευε πάντα πως υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος να αγαπηθεί ένα τραγούδι και να γίνει επιτυχημένο. Τη δεκαετία του ΄40, όταν ο έρωτας και η αγάπη είχαν λόγο πρωταγωνιστικό στους στίχους των τραγουδιών, εκείνος κατάφερε να δώσει μια διαφορετική υπόσταση. Να σκαρώνει τραγούδια για την κοινωνία, τα πάθη, και την Ιστορία του τόπου.

Το μπουζούκι είναι η μεγάλη του λατρεία. Έχει μάθει να παίζει από μικρό παιδί και είναι το μέσο επιβίωσης στα φοιτητικά του χρόνια. Στο δίλημμα που του τέθηκε στη ζωή του -αν θα τελειώσει τις σπουδές του ή θα ασχοληθεί με τη μουσική- πόντους κέρδισε η δεύτερη. Το άστρο της γέννησής του είχε καθορίσει την πορεία του στη ζωή…Το 1946 εγκαταλείπει τη Γεωπονική Σχολή της Θεσσαλονίκης και κατεβαίνει στην Αθήνα. Έτσι ξεκινάει ο δρόμος της επιτυχίας.

Τα πρώτα του ακούσματα ήταν βυζαντινοί ύμνοι και τροπάρια, λόγω του παππού του που ήταν ιεροδιδάσκαλος. Το πρώτο του τραγούδι είναι το «Μάγκας βγήκε για σεργιάνι». Ηχογραφείται με τις φωνές του Μάρκου Βαμβακάρη και του Βασίλη Τσιτσάνη. Το αποτέλεσμα; Αγαπήθηκε από όλους. Η συνέχεια γράφεται με τραγούδια που θα μείνουν για πάντα στις καρδιές και την ψυχή του ελληνικού λαού.

Απόστολος Καλδάρας

Ο ίδιος πιστεύει πως τα μέσα της εποχής είναι λιγοστά για να γίνει ένα τραγούδι διάσημο και γνωστό στον κόσμο. Γι΄ αυτό και από τους πρώτους στίχους πρέπει να μιλήσει στην καρδιά του.

«Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι»

Στις 27 Φεβρουαρίου του 1947 γράφει το εμβληματικό τραγούδι «Νύχτωσε χωρίς Φεγγάρι». «Ήταν λίγο μετά τη γερμανική κατοχή. Τότε που οι διώξεις, οι εκτελέσεις, οι εκτοπίσεις των αριστερών ήταν καθημερινό φαινόμενο. Ήμουν τότε στη Θεσσαλονίκη, κι ένα σούρουπο βλέπω στα κάστρα του Γεντί Κουλέ μερικές σιλουέτες κρατουμένων. Αυτό ήταν! Έτσι γράφτηκε το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι».  Ήταν 22 χρονών. Οι στίχοι του τραγουδιού, μέσα από τη νύχτα και το σκοτάδι, κατάφερνε να αποτυπώσει όλη την τυραννία και το μαύρο που βίωνε ένας λαός την περίοδο του Εμφυλίου. Οι αρχικοί του στίχοι λογοκρίνονται. Ακούγεται από τη φωνή της Στέλας Χασκίλ:

(Νύχτωσε και στο Γεντί)

Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι
το σκοτάδι είναι βαθύ
κι όμως ένα παλληκάρι
δεν μπορεί να κοιμηθεί

Άραγε τι περιμένει
απ’ το βράδυ ως το πρωί
στο στενό το παραθύρι
(που φωτίζει το κελί)
που φωτίζει με κερί

Πόρτα ανοίγει πόρτα κλείνει
(μα διπλό είναι το κλειδί
τι έχει κάνει και το ρίξαν
το παιδί στη φυλακή;)
με βαρύ αναστεναγμό
ας μπορούσα να μαντέψω
της καρδιάς του τον καημό

Οι αρχικοί στίχοι ενόχλησαν την κυβέρνηση, ως βαθιά πολιτικοποιημένοι και στοχευμένοι. Δε θα έβγαινε ποτέ έτσι στην κυκλοφορία. Το τραγούδι που γνωρίζουμε έως σήμερα είναι αποτέλεσμα της αλλαγής που έκανε ο Απόστολος Καλδάρας. Από πολιτικό, πήρε μορφή ερωτικού τραγουδιού. Όλοι ήξεραν όμως τι εννοούσε…

Απόστολος Καλδάρας

Η δεκαετία του ΄50 θα είναι χρυσή για τον συνθέτη. Οι δημιουργίες του θα αγαπηθούν από όλους, οι συνεργασίες του θα είναι χρυσές. Εμφανίζεται στα νυχτερινά μαγαζιά και γράφει δίσκους που θα αγαπηθούν από όλους: Με τον Πρόδρομο Τσαουσάκη («Βρε ζωή φαρμάκια στάζεις»), τον Γρηγόρη Μπιθικώτση («Στ’ Αποστόλη το κουτούκι», «Μου σπάσανε τον μπαγλαμά»), τον Στέλιο Καζαντζίδη, («Ό,τι αγαπάω εγώ πεθαίνει»), τον Πάνο Γαβαλά («Άμα θες να κλάψεις, κλάψε», «Λαϊκό τσα-τσα»), την Καίτη Γκρέυ, τη Γιώτα Λύδια («Σύ μου χάραξες πορεία»), την Πόλυ Πάνου («Τα λιμάνια»), τον Μιχάλη Μενιδιάτη («Πετραδάκι, πετραδάκι», «Περιφρόνα με γλυκιά μου»), τον Μανώλη Αγγελόπουλο («Φαρίντα»), τον Αντώνη Ρεπάνη, τον Στράτο Διονυσίου, τη Βίκυ Μοσχολιού («Ένα αστέρι πέφτει, πέφτει») και τον Σταμάτη Κόκοτα («Όνειρο απατηλό»). Τα τραγούδια του ακούγονται σε ταινίες και μαγαζιά της νύχτας, οι δίσκοι αγοράζονται από όλους και ακούγονται παντού οι μεγάλες του επιτυχίες. Ένα γεγονός στη ζωή του θα γίνει η αφορμή να αποσυρθεί από τη νύχτα. Η δεύτερη περίοδος δημιουργίας, θα αργήσει πολύ…

Ο Απόστολος Καλδάρας είναι άνθρωπος έντιμος και ηθικός. Η οικογένεια που δημιουργεί είναι για εκείνον ό, τι πιο πολύτιμο έχει. Την προστατεύει και τη διασφαλίζει. Το ίδιο ύφος έχει στη δουλειά του. Οι αρχές που διέπουν τη ζωή του αποτελούν για εκείνον αρχή και τέλος, (θεωρείται ο πρώτος που, μαζί με τους Τσιτσάνη και Δερβενιώτη, αποσπάστηκαν από την ΑΕΠΙ, αλλά και ο πρώτος που έδωσε ποσοστά στην αλλά Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και δημιούργησαν κίνημα στο χώρο των συνθετών και των στιχουργών). Ο χαμός της κόρης του το 1965, θα είναι ο λόγος να αποτραβηχτεί από τη νύχτα. Η σύνθεση και η δημιουργία θα γίνει γι’ αυτόν δρόμος και μέσο λύτρωσης και έκφρασης, αλλά μόνο από τον χώρο του σπιτιού του. Μια κιθάρα -το αγαπημένο του όργανο- θα είναι σύντροφος για να φτιάξει τις παρτιτούρες μεγάλων τραγουδιών. (Σύμφωνα με τον Μιχάλη Μενιδιάτη, για την κόρη έγραψε τραγούδια που όσοι δεν γνώριζαν τα θεωρούσαν ερωτικά, ενώ στην πραγματικότητα έκρυβαν τον πόνο του πατέρα. Όπως οι στίχοι: «Τι θα γίνω μες τη ζωή / αν ξυπνήσω ένα πρωί / και κοιτάξω την αγκαλιά μου / κι από μέσα να λείπεις εσύ…»).

Ωριμότητα

Το 1972 θα είναι για τον Απόστολο Καλδάρα χρονιά στροφής στο είδος των τραγουδιών που δημιουργεί. Με αφορμή την επέτειο των 50 χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο δίσκο με τίτλο Μικρά Ασία, σε στίχους Πυθαγόρα και ερμηνευτή τον νεαρό τότε Γιώργο Νταλάρα («Μες στου Βοσπόρου τα στενά», «Δυο παλικάρια απ’ τ’ Αϊβαλί»). Τον επόμενο χρόνο κυκλοφορεί στο ίδιο μοτίβο τον δίσκο Βυζαντινός Εσπερινός, με ερμηνευτές τον Γιώργο Νταλάρα και τη Χαρούλα Αλεξίου. Δύο άλμπουμ καλλιτεχνικής ωριμότητας για τον Απόστολο Καλδάρα και δύο «διαμάντια» της ελληνικής δισκογραφίας. Το 1977 ηχογραφεί τον δίσκο Οι ξεριζωμένοι. Η μουσική των τραγουδιών χρεώθηκε στο όνομα του Κώστα Βίρβου, ο οποίος ήταν και ο στιχουργός, επειδή ο Καλδάρας λίγο πριν ξεκινήσει η ηχογράφησή του αρρώστησε και μπήκε επειγόντως στο νοσοκομείο.

Μόλις το 1987 αποφασίζει, μετά από χρόνια εσωστρέφειας, να λάβει μέρος στη μεγάλη συναυλία που διοργανώνεται προς τιμή του και δίνει συνέντευξη στον Γιώργο Παπαστεφάνου. Ο Απόστολος Καλδάρας πεθαίνει στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 1990, ύστερα από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο. Μια μέρα μετά τη συμπλήρωση των 68 του χρόνων.

Ο Μάνος Χατζιδάκης και ο Απόστολος Καλδάρας συναντήθηκαν στα τελευταία χρόνια του συνθέτη και ο δίσκος «Οι Μπαλάντες του Περιθωρίου» και τον «Σείριο». Λίγο πριν φύγει από τη ζωή. Στην πραγματικότητα όμως, είχαν συναντηθεί ξανά σε ένα μαγαζί της Θεσσαλονίκης, όταν ο Καλδάρας είχε γράψει το «Νύχτωσε χωρίς Φεγγάρι». Όταν ο Χατζιδάκις συνεχάρη τον Καλδάρα για το τραγούδι του, συνέχισαν τη συνομιλία τους στους δρόμους της Θεσσαλονίκης ξημερώματα.

Όταν εκείνος σταμάτησε, πήρε το θάρρος να σχολιάσει, αλλάζοντας ταυτόχρονα θέμα: «Γνωρίζω την πόλη εδώ και λίγες ημέρες και ήδη έγινα φανατικός λάτρης της πόλης και των αφανών κατοίκων της. Τα παλιά σπίτια, οι ατελείωτες συνοικίες, οι κεντρικοί μα και οι απόκεντροι δρόμοι της, λειτουργούσαν θρησκευτικά τον ερωτισμό των νεαρών κατοίκων της και την υπέροχη και τόσο προχωρημένη αταξική ερωτική συνείδησή τους. Συγχρόνως μου έγινε αντιληπτό πως ο αρχαίος έρωτας δεν έχει τόση αξία στον καιρό μας, δίχως αυτό το ανομολόγητο αίσθημα αμαρτίας κι ενοχής που μας παρέχει η βυζαντινή θρησκευτική κληρονομιά μας». Ο Καλδάρας σταμάτησε. Είχαν ήδη φτάσει στο ύψος της πλατείας Αριστοτέλους. Είχε αρχίσει να ξημερώνει. Δίπλα τους η ήρεμη θάλασσα. Από την άλλη πλευρά, διακρίνονταν στο βάθος τα κάστρα, σαν να τη φυλούσαν ακόμη. Παραδίπλα ένας υπάλληλος του δήμου ξεκινούσε τη δουλειά του, την αποκομιδή απορριμμάτων. «Έχετε δίκιο φίλε μου. Για την καταγωγή των αισθημάτων της πόλης εννοώ. Κι εγώ που το μόνο που θέλω είναι να γράφω τραγούδια, ελπίζω κάποια στιγμή να γράψω έναν  <Βυζαντινό εσπερινό> και να της τον αφιερώσω». Ο Χατζιδάκις το σκέφτηκε λίγο και απάντησε ευγενικά: «Σας το εύχομαι. Είμαι κι εγώ μουσικός. Το όνομα μου είναι Μάνος Χατζιδάκις, με καταγωγή από την Ξάνθη, ζω στην Αθήνα. Θα γράψω τραγούδια για τη Θεσσαλονίκη και θα τα πω <Τα τραγούδια της αμαρτίας>, πως σας φαίνεται;». Ο Καλδάρας κούνησε το κεφάλι του επιδοκιμαστικά. «Να το κάνετε. Και να θυμάστε ότι σας ενθάρρυνε ένας φοιτητής της γεωπονίας και μουσικός από τα Τρίκαλα. Ο Απόστολος Καλδάρας». Κάπου εκεί οι δρόμοι τους χώρισαν. Πήγε ο καθένας για ύπνο. (Πηγή από το διαδίκτυο).

Σχετικά Άρθρα