Σαρλ Μπωντλαίρ: Ο καταραμένος ποιητής

Βιβλίων Γη

«Δεν μπορώ να συλλάβω κάποιον τύπο ομορφιάς στον οποίο δεν υπάρχει μελαγχολία».

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Ο Σαρλ Πιερ Μπωντλαίρ ήταν Γάλλος ποιητής και ένας από τους σημαντικότερους της χώρας. Θεωρείται ο «πατέρας του πνεύματος της παρακμής» και ονομάστηκε «καταραμένος ποιητής» καθώς είχε μοναδικό σκοπό να σκανδαλίζει την αστική τάξη και για την κοινωνικά μη αποδεκτή ζωή του. Γεννήθηκε στο Παρίσι, στις 9 Απριλίου του 1821. Σήμερα, θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές-δημιουργούς της λογοτεχνίας.

Αντιπάθησα αμέσως αυτόν τον υπέροχο ηλίθιο που με το ύφος του προσπαθούσε να μου εμφυσήσει όλο το Γαλλικό Πνεύμα.

Γεννήθηκε στο Παρίσι, στις 9 Απριλίου του 1821 από μορφωμένους αστούς γονείς. Σε ηλικία 6 ετών έμεινε ορφανός από πατέρα και η μητέρα του, έναν χρόνο αργότερα, παντρεύτηκε τον συνταγματάρχη Οπίκ. Αυτή η νέα κατάσταση τάραξε πολύ τον Μπωντλαίρ που δεν συγχώρησε τη μητέρα του και τον οδήγησε να φύγει μακριά από τη Γαλλία, μόλις τελείωσε το λύκειο, το 1839. Έκανε ένα σύντομο ταξίδι στις Ινδίες όπου πλούτισε τη φαντασία του και την έμπνευσή του με θαλασσινές εικόνες και οράματα από μέρη εξωτικά. Γυρνώντας πίσω στο Παρίσι, συνδέθηκε ερωτικά με τη νεαρή μιγάδα Ζαν Ντυβάλ, που τον μύησε στις ηδονές και στις πληγές του πάθους, εξωθώντας τον στα άκρα και έτσι, το 1842 τίθεται υπό δικαστική επιτήρηση, λόγω «άθλιου βίου».

Βιβλίων Γη

Αρχίζει, αυτήν την εποχή, να γράφει τα πρώτα του ποιήματα εμφανώς επηρεασμένος από τον Έντγκαρ Άλαν Πόε του οποίου ήταν ο μεταφραστής, τον Γκυστάβ Φλωμπέρ και τον Βίκτωρα Ουγκό. Ο Μπωντλαίρ θα ασχοληθεί με την πολιτική μόνο τόσο, όσο χρειάζεται για να προστατεύσει την ελευθερία των συμπολιτών του, χωρίς συγκεκριμένη ιδεολογία και με δηλωμένη την απέχθειά του για την αστική τάξη. Θα συμμετέχει, μαζί με άλλους καλλιτέχνες και λογοτέχνες, στην «Επανάσταση των Οδοφραγμάτων» και θα μιλήσει ανοιχτά για το μίσος, που τρέφει προς την κυβέρνηση του Ναπολέοντος Γ΄.

Τα Άνθη του Κακού, το πιο διάσημο ανθολόγιό του, εκδίδονται το 1857 και αυτόματα δημιουργούν αντιδράσεις, μέχρι που καταδικάζονται για «προσβολή των δημοσίων και των καλών ηθών». «Σε μερικά σημεία αμφιβάλλουμε για την πνευματική υγεία του κυρίου Μπωντλαίρ, όμως μερικά άλλα (σημεία), δεν μας επιτρέπουν περαιτέρω αμφιβολίες. Η αηδία πνίγει την αχρειότητα». Το 1861, επανεκδίδονται, αφού ο Μπωντλαίρ αφαίρεσε 6 ποιήματα. Την ίδια χρονιά, ο Μπωντλαίρ φεύγει στο Βέλγιο και διαμένει στις Βρυξέλλες.

Ο «καταραμένος ποιητής», που πολέμησε την αστική τάξη και τον «συμβατικό» τρόπο ζωής, ήταν άνθρωπος που κατέκρινε τον ρομαντισμό, περιφρόνησε τον σοσιαλισμό και τον νατουραλισμό και δεν συμβιβάστηκε ποτέ. Άφησε την τελευταία του πνοή στις 31 Αυγούστου του1867, στο Παρίσι, προσβεβλημένος από σύφιλη, με κλινική εικόνα την πάρεση και αφασία. Ενταφιάστηκε στον ίδιο τάφο με τη μητέρα και τον πατριό του, στο κοιμητήριο του Μονπαρνάς.

«Ο Δάντης μιας παρηκμασμένης εποχής», όπως τον αποκάλεσαν, ο δυσνόητος ποιητής για την εποχή του, θα γνωρίσει φήμη μετά τον θάνατό του και θα διακριθεί παγκοσμίως ως ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της Γαλλικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας. Έγραψε ποιήματα σοβαρά αλλά και σκανδαλιστικά, συμπλέκοντας την ομορφιά με την κακία, την βία με την ηδονή, την μελαγχολία με τη νοσταλγία.

Βιβλίων Γη

Ποιήματα

Albatros

Πολλές φορές οι ναυτικοί, την ώρα να περνάνε,
πιάνουν τους άλμπατρους -πουλιά της θάλασσας τρανά-
που ράθυμα, σα σύντροφοι του ταξιδιού, ακλουθάνε
το πλοίο που μες στα βάραθρα γλυστράει, τα πικρά.

Μα μόλις σκλαβωμένα κει στη κουπαστή τα δέσουν,
οι βασιλιάδες τ' ουρανού, σκυφτοί κι άχαροι πια,
τ' άσπρα μεγάλα τους φτερά τ' αφήνουνε να πέσουν,
και στα πλευρά τους θλιβερά να σέρνουνται κουπιά.

Αυτοί που 'ν' τόσον όμορφοι, τα σύννεφα σα σκίζουν,
πώς είναι τώρα κωμικοί κι άσκημοι και δειλοί!
'Αλλοι με πίπες αναφτές τα ράμφη τους κεντρίζουν,
κι άλλοι, για να τους μιμηθούν, πηδάνε σα κουτσοί.

Μ' αυτούς τους νεφοπρίγκηπες κι ο Ποιητής πως μοιάζει!
δε σκιάζεται τις σαϊτιές, τις θύελλες αψηφά·
μα ξένος μες στον κόσμο αυτό που γύρω του χουγιάζει,
σκοντάφτει απ' τα γιγάντιά του φτερά σα περπατά.
Μεθάτε

Πρέπει να μαστε όλο μεθυσμένοι.
Είναι το παν: η μόνη λύση.
Μη μας βαραίνει το φριχτό φορτίο του Χρόνου,
που μας τσακίζει και στη γης μας σπρώχνει,
μας πρέπει ένα μεθύσι χωρίς τέλος.

Μα με τί;
Με κρασί, με ποίηση ή μ' αρετή.
Διαλέχτε. Όμως μεθάτε.

Κι αν κάποτε ξυπνήσετε ίσως
πάνω σε σκάλες αναχτόρων,
στο χλωρό χορτάρι μίας τάφρου,
μέσα στη μοναξιά της κάμαρής σας,
και νιώσετε πως το μεθύσι σας περνάει
ή κιόλας πως κοντεύει να περάσει,
ρωτήσετε τον άνεμο, το κύμα, το άστρο, το πουλί και το ρολόγι,
το κάθε τι που φεύγει, κλαίει, τρέχει, που τραγουδά, που μιλεί:
Τί ώρα να ναι;
Θα σας πούν κι ο άνεμος και τ' άστρι και το ρολόγι, το πουλί:

Είναι ώρα για μεθύσι.
Μην είστε ανελέητοι σκλάβοι του Χρόνου,
μεθάτε, μεθάτε δίχως τελειωμό, μεθάτε.
Με κρασί, με ποίηση ή μ' αρετή, διαλέχτε.
Semper Eadem

«Πούθ' η αλλώτικη», έλεγες, «η θλίψη αυτή σε πιάνει,
που λούζει σα τη θάλασσα το βράχο το γυμνό»;
'Αμα η καρδιά μας μια φορά το τρύγημά της κάνει,
και ζει κανείς ειν' άσκημο! το ξέρουν όλοι αυτό·

είν' ένας πόνος ξάστερος, δεν είναι κρύφιος! έλα!
σα τη δική σου τη χαρά, φαίνεται στη στιγμη.
Πάψε λοιπόν να με ρωτάς, περίεργη κοπέλα,
κι αν κι η φωνή σου είναι γλυκιά, σώπα, ωραία μου συ.

Σώπαινε, ανίδεη ψυχή, μ' όλα ξετρελαμένη!
στόμα με γέλιο παιδικό! Οι άνθρωποι είναι δεμένοι
πιότερο με το Θάνατο παρά με τη Ζωή.

'Αστη καρδιά μου, άστηνα στο ψέμα να μεθύσει!
στου ώριου ματιού σου τ' όνειρο τ' ωραίο ν' αρμενίσει,
και στων βλεφάρων σου τη σκιά πολύ να κοιμηθεί!
Συνομιλία
Είσαι όμορφη σα ρόδινο του φθινοπώρου δείλι!
μα η λύπη ως κύμα μέσα μου φουσκώνει σκοτεινό,
κι αφήνει όταν πισωδρομά στα ράθυμά μου χείλη,
της θύμησης της πιο πικρής τον κατασταλαγμό.

Μάταια γλυστρά το χέρι σου στου στήθους μου τα ψύχη·
καλή μου, κείνο που ζητά ρημάδι εγίνη πιά,
απ' της γυναίκας τ' άγριο το δόντι και το νύχι.
Μη τη καρδιά μου πια ζητάς, τη φάγανε θεριά.

Είν' η καρδιά μου ανάκτορο, απ' όχλους ρημαγμένο·
μεθούν εκεί, σκοτώνονται, τραβιούνται απ' τα μαλλιά!
Μ' από το στήθος σου άρωμα βγαίνει, το γυμνωμένο!...

Ω των ψυχών κακιά πληγή! Το θες κι εσύ Ομορφιά!
Με τα λαμπρά, τα φλογερά σου μάτια ως φωταψία,
κάψε και τα ρημάδια αυτά π' αφήσαν τα θηρία!
______________

Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Σχετικά Άρθρα