ΠΡΙΜΟ ΛΕΒΙ. In memoriam, (31/7/1919-11/4/1987)

Πρίμο Λέβι

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Ιταλοεβραίος χημικός και συγγραφέας-ποιητής, γνωστός για τα αυτοβιογραφικά γραπτά του, με θέμα τα βιώματά του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς. Το σπουδαιότερο έργο του είναι το βιβλίο «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», που θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας με θέμα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και από τη δεκαετία του ’60 και μετά, συμπεριλαμβάνεται στη διδακτέα ύλη των ιταλικών σχολείων.

Να εκμηδενίσεις τον άνθρωπο είναι δύσκολο, όσο και να τον δημιουργήσεις…

Πρίμο Λέβι

Ο Πρίμο Λέβι γεννήθηκε στο Τορίνο στις 31 Ιουλίου 1919 και μεγάλωσε στη μικρή εβραϊκή κοινότητα της ιταλικής μεγαλούπολης. Το 1938, πρόλαβε να εγγραφεί στο Χημικό του Πανεπιστημίου του Τορίνο, πριν τεθεί σε εφαρμογή ο ρατσιστικός νόμος που απαγόρευε στους Εβραίους να εγγράφονται στο πανεπιστήμιο. Το 1941 ο Λέβι αποφοίτησε με άριστα , αλλά επάνω στο πτυχίο του έγραφε ότι είναι Εβραίος. Το 1942 προσχώρησε σε παράνομες αντιφασιστικές οργανώσεις και ανέπτυξε αντιστασιακή δράση. Το Δεκέμβριο του 1943, ο ίδιος και οι σύντροφοί του συνελήφθησαν από τη φασιστική αστυνομία και μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο στο Φόσσολι. Στις 22 Φεβρουαρίου του 1944, 650 Εβραίοι μεταξύ αυτών και ο Λέβι, στοιβάχτηκαν σε ένα τρένο και μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς.

Εκεί «σημαδεύτηκε» με το νούμερο 174.517 και αμέσως οδηγήθηκε στο στρατόπεδο Άουσβιτς III, όπου παρέμεινε μέχρι την απελευθέρωσή του από τον Κόκκινο Στρατό στις 27 Ιανουαρίου του 1945. Το ότι επέζησε το οφείλει στην καλή τύχη του και σε μία σειρά από συγκυρίες, όπως αναφέρει και καταγράφει ο ίδιος. Ήταν μικροκαμωμένος και πολύ αδύνατος , άρα άντεχε την ασιτία. Γνώριζε τα βασικά της γερμανικής γλώσσας και όντας χημικός, βρέθηκε να δουλεύει σε χημικό εργοστάσιο. Στάθηκε τυχερός όσες φορές πέρασε από «επιλογή» για τους θαλάμους αερίων.

Τον Ιανουάριο του 1945 ο Πρίμο ασθενής από οστρακιά, βρισκόταν στο αναρρωτήριο του στρατοπέδου και έτσι γλίτωσε τον βέβαιο θάνατο που επεφύλαξαν οι Γερμανοί σε όσους κρατούμενους πήραν μαζί τους κατά την φυγή τους, λόγω της προέλασης των ρωσικών στρατευμάτων. Δεν ξέχασε όμως ποτέ το παράγγελμα «εγέρθητι» (Wstawać) στα πολωνικά, που άκουγαν κάθε πρωί οι έγκλειστοι στο Άουσβιτς.

Πρίμο Λέβι

Μετά την απελευθέρωσή του κι έπειτα από μια πολύμηνη περιπλάνηση στην Αν. Ευρώπη, επέστρεψε στην Ιταλία τον Οκτώβριο του 1945. Το 1947 ο Λέβι παντρεύτηκε τη Λουτσία Μορπούνιο, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Στις 11 Απριλίου 1987 ο Πρίμο Λέβι έπεσε από την εσωτερική σκάλα της τριώροφης οικίας του στο Τορίνο και βρήκε ακαριαίο θάνατο. Η επίσημη εκδοχή ήταν αυτοκτονία, λόγω και της χρόνιας κατάθλιψης από την οποία υπέφερε. Οι φίλοι του, όμως, απέρριψαν την εκδοχή της αυτοκτονίας, υποστηρίζοντας ότι ο θάνατός του οφειλόταν σε ατύχημα, πιθανόν από το γεγονός ότι, τις προηγούμενες μέρες είχε επισκεφθεί τον γιατρό του και παραπονιόταν για ζαλάδες.

Με το ηθικό σθένος και τη διανοητική ισορροπία ενός Τιτάνα του 20ού αιώνα, αυτός ο μικρόσωμος, επιμελής, αθόρυβος χημικός ανέλαβε σταθερά να υπενθυμίζει τη γερμανική κόλαση στη Γη, να τη σκεφτεί συστηματικά και να προβληματιστεί και μετά να την αποδώσει σε μια κατανοητή, διαυγή και σεμνή πρόζα.

Φιλιπ Ροθ

Ο Λέβι έγραψε επίσης ποιήματα, νουβέλες και διηγήματα, συνήθως σε ύφος μελαγχολικό. Στο «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», ο Πρίμο Λέβι καταθέτει τη μαρτυρία του από τον εγκλεισμό του στο Άουσβιτς, έχοντας ακόμα νωπές τις μνήμες. (το βιβλίο γράφτηκε αμέσως μετά την επιστροφή του, το 1946). Στο «Η Ανακωχή» αφηγείται την επιστροφή από το στρατόπεδο του θανάτου στον κόσμο των ζωντανών. Το «Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν» είναι το κατ’εξοχήν στοχαστικό βιβλίο του, με θέμα τα στρατόπεδα εξοντώσεως, γραμμένο το 1986, σαράντα χρόνια μετά το πρώτο και έναν μόλις χρόνο πριν από την αυτοκτονία του.

«Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», (Αποσπάσματα)

Πολλοί λαοί ή άτομα συμβαίνει να θεωρούν περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά ότι «κάθε ξένος είναι εχθρός […] Το φορτηγό σταμάτησε και είδαμε μια μεγάλη πύλη και πάνω της μια επιγραφή ζωηρά φωτισμένη (η ανάμνηση της με βασανίζει ακόμα στα όνειρα μου): «ARBEIT MACHT FREI, η εργασία απελευθερώνει». Δίπλα μας στέκει μια ομάδα Ελλήνων, αυτοί οι φοβεροί και αξιοθαύμαστοι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, πεισματικοί, κλέφτες, σοφοί, αμείλικτοι και αλληλέγγυοι, αποφασισμένοι να ζήσουν, ανελέητοι αντίπαλοι στον αγώνα της επιβίωσης: από αυτούς τους Έλληνες που υπερίσχυσαν στις κουζίνες και στο εργοτάξιο, που ακόμα και οι Γερμανοί υπολογίζουν και οι Πολωνοί φοβούνται. Έκλεισαν τρία χρόνια στο Άουσβιτς, αυτοί ξέρουν καλύτερα από τον καθένα τι είναι το στρατόπεδο. Στέκονται στο κύκλο με τους ώμους κολλητά ο ένας στον άλλο και τραγουδούν μια μακρόσυρτη μελωδία.

Ο Κουν είναι παράλογος. Δεν βλέπει στη διπλανή κουκέτα τον Μπέπο, τον Έλληνα που είναι εικοσιδύο χρόνων και μεθαύριο θα πάει στον θάλαμο των αερίων και το ξέρει και μένει ξαπλωμένος με το βλέμμα καρφωμένο στην λάμπα χωρίς να λέει τίποτα, χωρίς να σκέφτεται τίποτα; Δεν ξέρει ο Κουν ότι την επόμενη φορά θα είναι η σειρά του; Δεν καταλαβαίνει ότι αυτό που συνέβη σήμερα είναι μια Ύβρις που καμιά προσευχή δεν μπορεί να την εξευμενίσει, καμιά συγχώρεση, καμιά εξιλέωση των ενόχων, τίποτα απ’ όσα είναι στη δύναμη του ανθρώπου δεν μπορούν να την επανορθώσουν. Εάν ήμουν Θεός, θα έφτυνα στη γη την προσευχή του Κουν.

Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Σχετικά Άρθρα