ΦΡΑΝΘΙΣΚΟ ΓΚΟΓΙΑ: Ο «πρίγκηπας» του ευρωπαϊκού ρομαντισμού

Βιβλίων Γη

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Ο Ισπανός ζωγράφος που θεωρείται «πρίγκιπας» του ευρωπαϊκού ρομαντισμού. Ο Φρανθίσκο Γκόγια γεννήθηκε στο ισπανικό χωριό Φουενδετόδος στις 30 Μαρτίου του 1746. Ο πατέρας του εργαζόταν ως επιχρυσωτής. Σε ηλικία 14 ετών, εγκαταστάθηκε στη Σαραγόσα με την οικογένειά του. Εκεί ο Γκόγια γράφτηκε ως μαθητευόμενος στο εργαστήριο του ζωγράφου Χοσέ Λουθάν Μαρτίνεθ. Κοντά στον Μαρτίνεθ έκανε τα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα αντιγράφοντας πολλές γκραβούρες, εξασκώντας έτσι το ταλέντο του.

Το 1770 σε ηλικία 24 ετών, ο Γκόγια βρέθηκε στη Ρώμη, όπου συνέχισε να ζωγραφίζει εξελίσσοντας την τεχνική του. Ένα χρόνο αργότερα επέστρεψε στη Σαραγόσα όπου άρχισε να δέχεται τις πρώτες παραγγελίες για πίνακες. Σιγά σιγά η φήμη του μεγάλωνε και άρχισε να κερδίζει ικανοποιητικά χρήματα. Την ίδια περίοδο παντρεύτηκε την Χοσέφα, αδελφή του φημισμένου ζωγράφου Φρανθίσκο Μπαγιέ. Το 1774 έφυγε από τη Σαραγόσα και εγκαταστάθηκε στη Μαδρίτη. Στην ισπανική πρωτεύουσα εργάστηκε μαζί με τον Μπαγιέ στη δημιουργια σκίτσων, πάνω στα οποία βασίστηκαν οι ταπετσαρίες που κόσμησαν τα βασιλικά ανάκτορα.

Πέντε χρόνια μετά, το 1779 ο βασιλιάς της Ισπανίας ανέθεσε στον Γκόγια να ζωγραφίσει ένα πίνακα για το ναό του Αγίου Φραγκίσκου στη Μαδρίτη. Ένα χρόνο αργότερα, ο ζωγράφος είναι πλέον διάσημος και δέχεται πλήθος παραγγελιών. Το 1785 διορίζεται αναπληρωτής διευθυντής ζωγραφικής στην Βασιλική Ακαδημία. Με την γυναίκα του έχουν αποκτήσει έξι παιδιά, από τα οποία δυστυχώς τα τέσσερα έχουν πεθάνει. Σε πολλά έργα του αυτής της περιόδου απεικονίζονται παιδιά, ίσως λόγω του θανάτου των δικών του παιδιών.

Την περίοδο που ακολουθεί, ο ζωγράφος αρχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, αλλά συνεχίζει να εργάζεται πυρετωδώς έως το 1792, χρονιά όπου καταφεύγει στην Ανδαλουσία προσπαθώντας να ξεκουραστεί και να αναρρώσει. Το καλοκαίρι του 1793 θα επιστρέψει στην εργασία του, έχοντας όμως χάσει εντελώς την ακοή του. Δύο χρόνια μετά, το 1795 γίνεται διευθυντής ζωγραφικής στη Βασιλική Ακαδημία της Μαδρίτης. Αντιμετωπίζοντας και πάλι κάποια προβλήματα υγείας, το 1798 θα παραιτηθεί από τη θέση του στην Ακαδημία, αλλά δεν θα πάψει να ζωγραφίζει ούτε στιγμή.

Βιβλίων Γη

Αν και ήταν πλέον ο πρώτος ζωγράφος της Βασιλικής αυλής, θα αποποιηθεί αυτή του την ιδιότητα έως το 1814, όπου ο Φερδινάνδος Ζ’ θα ανέβει ξανά στο θρόνο της Ισπανίας, τον οποίο είχαν καταλάβει οι Γάλλοι. Το διάστημα της Γαλλικής κατοχής έχει πεθάνει η γυναίκα του και ο μόνος εν ζωή από την οικογένειά του είναι πλέον ο γιος του Χαβιέρ.

Το 1815 , αν και δεν είναι πλέον πολύ δημοφιλής στην αυλή του Φερδινάνδου, λαμβάνει ένα ποσό από το Στέμμα ως ανταμοιβή για το γεγονός ότι δεν εργάστηκε για τους Γάλλους κατακτητές. Η επιδείνωση της υγείας του θα τον αναγκάσει το 1819 να εγκατασταθεί στα περίχωρα της Μαδρίτης, στον Άγιο Ισίδωρο, σε μία κατοικία που ονομάστηκε από τους χωρικούς η «έπαυλη του κουφού».

Η άσχημη κατάσταση της υγείας του επιβαρύνεται και από την άσχημη ψυχολογική του κατάσταση. Ζώντας εκεί με την υπηρέτριά του και την κόρη της, χωρίς καμία επαφή με τον έξω κόσμο, θα ζωγραφίσει τους τοίχους του σπιτιού του με 14 τοιχογραφίες που θα γίνουν γνωστές ως «Μαύροι πίνακες» Τα απόκοσμα, εφιαλτικά και αλληγορικά αυτά έργα, με πιο γνωστό αυτό με τον τίτλο «Ο Κρόνος καταβροχθίζει τον γιο του», που έχουν ως θέμα τους το κακό, θα θεωρηθούν λόγω της ωμότητάς τους προϊόντα ενός διαταραγμένου μυαλού και θα εκτιμηθούν πολύ αργότερα, αρχικά από τους ιμπρεσιονιστές. Το 1842 φεύγει από την Ισπανία, αρνούμενος να δεχτεί την πολιτική κατάσταση της χώρας και πηγαίνει στην Γαλλία. Εκεί συνεχίζει να εργάζεται παρόλο που η υγεία του επιδεινώνεται συνεχώς.

Δύο χρόνια θα μείνει στη Γαλλία και το 1826 θα επιστρέψει στη Μαδρίτη. Εκεί θα μείνει για μικρό χρονικό διάστημα και κατόπιν θα ξαναφύγει για τη Γαλλία, στο Μπορντό, όπου και θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις 16 Απριλίου του 1828, σε ηλικία 82 ετών.

Είναι αναμφισβήτητα ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους όλων των εποχών που «ενοποίησε μοναδικά στο έργο του την υποκουλτούρα και το υποσυνείδητο». Αν και ήταν αναγνωρισμένος ζωγράφος όσο ζούσε, δεν επηρέασε ιδιαίτερα την καλλιτεχνική ζωή της εποχής του, καθώς είχε λιγοστούς μαθητές.

Ο Ευγένιος Ντελακρουά είναι εκείνος που θα τον συστήσει στους Γάλλους ρομαντικούς ζωγράφους. Ο Γκόγια, εκτός από τη ζωγραφική, ασχολήθηκε με μεγάλη επιτυχία και με την χαρακτική. Ορισμένες χαλκογραφίες του συγκαταλέγονται ανάμεσα στα καλύτερα έργα της τέχνης αυτής.

Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Σχετικά Άρθρα