Νίνα Σιμόν: Η αρχιέρεια της σόουλ

Βιβλίων Γη

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Στις 21 Απριλίου του 2003 πέθανε στο σπίτι της, σε ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό της Μασσαλίας, η θρυλική τραγουδίστρια της τζαζ και σόουλ, Νίνα Σιμόν, έχοντας δίπλα της τους αφοσιωμένους φίλους της. Μπορεί να έχασε τη μάχη με τον καρκίνο, κέρδισε όμως την αιωνιότητα, μέσα από τα τραγούδια της, τις μουσικές της και τις στάχτες της, που σκορπίστηκαν στην αφρικανική ήπειρο, σύμφωνα με τη βούλησή της.

Βιβλίων Γη

Γεννημένη στις 21 Φεβρουαρίου 1933, στη Βόρεια Καρολίνα, η Eunice Kathleen Waymon -όπως ήταν το πραγματικό της όνομα- σε μία οικογένεια με οκτώ παιδιά, ασχολήθηκε από μικρή με τη μουσική μαθαίνοντας να παίζει πιάνο και να τραγουδά στη χορωδία της εκκλησίας της. Σε ηλικία έντεκα ετών δίνει το πρώτο της ρεσιτάλ, σε μια δημοτική βιβλιοθήκη. Θα είναι όμως και η πρώτη φορά που θα έρθει αντιμέτωπη με το ρατσισμό. Οι γονείς της κάθονταν στην πρώτη σειρά, έτοιμοι να τη στηρίξουν. Την ώρα που έπαιζε, μπήκαν στην αίθουσα κάποιοι αργοπορημένοι λευκοί. Οι ταξιθέτες τότε, ζήτησαν από τους δικούς της να μετακινηθούν και να παραχωρήσουν τις θέσεις τους. Αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο κι εκείνη μη αντέχοντας την ταπείνωση, σταμάτησε κι αρνήθηκε να συνεχίσει. Το έκανε, τελικά, όταν οι γονείς της την πίεσαν να επιστρέψει. Την επόμενη μέρα, ξύπνησε «λιγότερο αθώα, περισσότερο σκληρή, λίγο περισσότερο μαύρη», έχει αναφέρει.

Σπούδασε πιάνο στη διάσημη Μουσική Σχολή Juillard της Νέας Υόρκης , πράγμα σπάνιο για έγχρωμη γυναίκα την εποχή εκείνη. Όταν τελείωσαν τα χρήματά της όμως, αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές της. Μετακομίζει στη Φιλαδέλφεια με την οικογένειά της, για να πάει σε ένα πιο προσιτό μουσικό πρόγραμμα, όμως απορρίπτεται από το Curtis Institute of Music λόγω χρώματος, όπως πιστεύει η ίδια. Εργάζεται ως βοηθός φωτογράφου, καθηγήτρια πιάνου, μουσικός για τραγουδιστές.

Κάποια μέρα, έμαθε πως ένα από τα παιδιά που βοηθούσε έπαιζε πιάνο σε ένα μπαρ για 90 δολάρια την εβδομάδα, αμοιβή διπλάσια από την δική της. Σκέφτηκε πως έπρεπε να κάνει το ίδιο, αλλά όταν το έμαθε η μητέρα της, έγινε έξαλλη.

Για εκείνη, ήταν σαν να δούλευα για τις φωτιές της Κόλασης.

νινα σιμον

Για να μην τη ζαλίζει, λοιπόν, άλλαξε το όνομά της. Για τους γονείς της, ήταν η Γιουνίς Γουέιμον, ενώ για τον κόσμο, έγινε η Νίνα Σιμόν , ένας συνδυασμός του χαϊδευτικού με το οποίο τη φώναζε ο σύντροφός της και του μικρού της Γαλλίδας ηθοποιού Σιμόν Σινιορέ. Και κάπως έτσι, γεννήθηκε μία σταρ. Εγκατέλειψε τότε την κλασική μουσική και άρχισε να παίζει τζαζ και μπλουζ σε κλαμπ του Atlantic City, συνδυάζοντάς τα, με την αμερικανική λαϊκή μουσική των θρυλικών δεκαετιών του 1950 και του ’60.

Το πρώτο της άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1957, σημειώνοντας κορυφαία επιτυχία με το κομμάτι “I Loves You Porgy”. Ο δίσκος Little Girl Blue κυκλοφόρησε το 1959 και εκτοξεύθηκε. Ξαφνικά, η Σιμόν βρέθηκε να παίζει στις μεγαλύτερες σκηνές της Νέας Υόρκης χωρίς μάνατζερ, χωρίς ατζέντη. Πείστηκε, μάλιστα, να πουλήσει τα πνευματικά της δικαιώματα έναντι τριών χιλιάδων δολαρίων. Υπέγραψε συμβόλαιο χωρίς καν να διαβάσει τους όρους και όταν τελικά το τραγούδι My Baby Just Cares For Me έφτασε στην κορυφή, κατάλαβε πως είχε χάσει μία περιουσία.

Βιβλίων Γη

Όσο θριάμβευε όμως στη καριέρα της, άλλο τόσο δυστυχούσε στα προσωπικά της. Παντρεύτηκε για πρώτη φορά το 1958, τον jazz drummer Ντον Ρος. Στην αυτοβιογραφία της, έγραψε πως δε θυμόταν καν την ημερομηνία του γάμου, «μία σαφής ένδειξη για τα συναισθήματά μου προς εκείνον». Όταν μετακόμισαν στη Νέα Υόρκη για να κυνηγήσει εκείνη την επιτυχία της, αποφάσισαν να χωρίσουν.

Το 1961, μπήκε στη ζωή της ο Άντριου Στάουντ, ένας αστυνομικός από το Χάρλεμ. Έγινε, έπειτα, μάνατζέρ της κι απέκτησε πλήρη έλεγχο στα οικονομικά της. Διοργάνωνε τις περιοδείες της κι εκείνη τον περιέγραφε ως τον «καλύτερο μάνατζερ του κόσμου». Κατάφερνε να την ηρεμεί στις πιο σκοτεινές της στιγμές. Κι όμως, χρόνια μετά το διαζύγιό τους, αποκαλύφθηκε πως την κακοποιούσε σωματικά και ψυχικά, με τη Νίνα να υπομένει τα πάντα, τυφλωμένη από έρωτα.

Κατά τη διάρκεια των 60s, η Νίνα Σιμόν έγινε μία από τις μεγαλύτερες ακτιβίστριες του κινήματος κοινωνικών δικαιωμάτων για δικαιοσύνη, ελευθερία και ισότητα. Δύο συγκεκριμένα περιστατικά την οδήγησαν να γράψει τα τραγούδια – ύμνους του κινήματος, στα οποία εξέφρασε το θυμό και τον πόνο της, και τα οποία της χάρισαν τις πιό μεγαλειώδεις παραστάσεις. Το πρώτο, ήταν η δολοφονία του βετεράνου και ακτιβιστή Μέντγκαρ Έβερς στο Μισισίπι, στις 12 Ιουνίου 1963. Το δεύτερο, η έκρηξη στην Εκκλησία Βαπτιστών της Αλαμπάμα, στις 15 Σεπτέμβρη εκείνης της χρονιάς. Τέσσερα κορίτσια έχασαν τη ζωή τους, ενώ δεκάδες τραυματίστηκαν. Όλα τους, προκλήθηκαν από λευκούς εξτρεμιστές της Κου Κλουξ Κλαν. Έτσι προέκυψε το Mississippi Goddam, το πρώτο κομμάτι που έγραψε για το κίνημα.

Στο τέλος της δεκαετίας του ’70 εγκαταστάθηκε στην Ευρώπη και άρχισε τις εμφανίσεις στο Λονδίνο. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα, πήγαινε στην Ελβετία κι έπειτα εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Η πόλη αυτή την κέρδισε από το πρώτο λεπτό, «το κοινό της σέβεται τους σοβαρούς καλλιτέχνες», έγραψε στην αυτοβιογραφία της. Το μεγαλοπρεπές της παρουσιαστικό και η επιβλητική της παρουσία πάνω στη σκηνή, χάρισαν στη Σιμόν τον τίτλο της «Αρχιέρειας της Σόουλ».

Κινηματογραφικές ταινίες όπως το “Point Of No Return” του 1993, το “Romeo And Juliet” του 1996 και το “The Thomas Crown Affair” του 1999 (ριμέικ της ταινίας του 1968), περιλάμβαναν μερικά από τα τραγούδια της, παρουσιάζοντας στη νεότερη γενιά την εκφραστική μουσική της.

Η ζωή και η καριέρα της Νίνα Σιμόν βρίσκονταν μια στον ουρανό και μία στη γη –τίποτα ενδιάμεσο. Ή θα ήταν τρισευτυχισμένη, ή θα πονούσε βαθιά. Γινόταν βίαιη, η διάθεσή της άλλαζε χωρίς προειδοποίηση, ξεσπούσε όλο και συχνότερα. Αρνούνταν να τραγουδήσει όταν από κάτω οι θαμώνες μιλούσαν ή γελούσαν και πολύ συχνά στεκόταν σιωπηλή, μέχρι να υπάρξει απόλυτη σιωπή. “Περιμένω και αξίζω τον σεβασμό σας” ελεγε συχνά στο κοινό. Πολλές φορές αργούσε να προσέλθει στις συναυλίες με καθυστέρηση ωρών, αλλά παρόλα αυτά, το ακροατήριο, ενώ στην αρχή οργιζόταν, στο τέλος της συναυλίας την επευφημούσε εκστασιασμένο.

«Σε όλη μου τη ζωή ένιωθα τρομερή πίεση για να επιβιώσω», είχε αναφέρει η Σιμόν σε συνέντευξή της στο περιοδικό «Rogur» το 1960. «Και τώρα θα πρέπει να γίνω πλούσια, πάρα πολύ πλούσια, για να αγοράσω την ελευθερία μου από τον φόβο».

Βιβλίων Γη

Όταν επρόκειτο για χρήματα, δεν χαριζόταν σε κανέναν. Το 1961, όταν θα έδινε συναυλία στο κατάμεστο Αpollo Τheatre της Νέας Υόρκης, αρνήθηκε να την πραγματοποιήσει αν πρώτα δεν «έπεφτε» το ρευστό. Τότε την ενημέρωσαν ότι ήταν σε έναν φάκελο πάνω στο πιάνο. Ανέβηκε στη σκηνή και ενώ το κοινό την αποθέωνε, εκείνη άρχισε να μετράει τα χρήματα της αμοιβής της, χαρτονόμισμα προς χαρτονόμισμα. Μετά κάθισε στο πιάνο.

Φτάνοντας στο ναδίρ, στα χρόνια του Παρισιού, άκουσε τη συμβουλή ενός γνωστού της και πήγε στην Ολλανδία. Εκεί, διαγνώστηκε με μανιοκατάθλιψη, αλλά η φαρμακευτική αγωγή που της χορηγήθηκε είχε σημαντικές παρενέργειες. Δεν μπορούσε πια να οδηγήσει, καθόταν στο πιάνο και ήταν αδύνατο να παίξει. Η άρθρωσή της επηρεάστηκε σημαντικά και η καριέρα της τελείωσε άδοξα.

Το 1993 εγκαταστάθηκε στη νότια Γαλλία όπου και πέθανε μετά από 10 χρόνια. Τον Ιούνιο του 2018 κυκλοφόρησε στην Ελλάδα η αυτοβιογραφία της σε βιβλίο με τον τίτλο «Μαύρη ψυχή» από τις εκδόσεις ΣΕΛΑΣ.

Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Σχετικά Άρθρα