Ο λαγός του Πάσχα, Αργυρώ Μαργαρίτη

Βιβλίων Γη

Γράφει η Αργυρώ Μαργαρίτη

Μια φορά κι έναν καιρό, που λέτε, σε κάποιο μακρινό δάσος, ζούσε ένας λαγός που τον έλεγαν Μπομπέ. Χαριτωμένος, με το πάντα καλοχτενισμένο του τρίχωμα, τα τεντωμένα μουστάκια του, την παιχνιδιάρικη ουρά και το μόνιμο χαμόγελο καλοσύνης στο μουτράκι του. Ένα μικρό κουσούρι είχε μόνο ο μικρός Μπομπέ. Δεν ήταν… πώς να το πω…. Δεν ήταν… ας πούμε και πολύ έξυπνος. Τα ζώα του δάσους τον αγαπούσαν πολύ, μα συχνά του σκάρωναν φάρσες και μετά γελούσαν με τις γκάφες του. Ο λαγός μας δεν στεναχωριόταν με τα πειράγματα των φίλων του, αντίθετα, γελούσε κι ο ίδιος με τα παθήματά του.

Βιβλίων Γη

Όχι πολύ μακριά από το δάσος, βρισκόταν μια αγροικία. Γελάδες, κατσίκες, γουρουνάκια, άλογα, ένας ταύρος, ο γάιδαρος, δυο σκυλιά και ένα σωρό άλλα ζώα έμεναν εκεί. Ανάμεσά τους και καμιά δεκαριά κότες που ήταν οι καλύτερες φιλενάδες του Μπομπέ.

Τις επισκεπτόταν συχνά, τους έφερνε τα νέα του δάσους, και όταν ο καιρός ήταν καλός, οι κότες το έσκαγαν και πήγαιναν βόλτα μαζί του. Εκείνος, με πολλή περηφάνια, τους έδειχνε τα μέρη όπου μπορούσαν να βρουν κάμπιες και σκουληκάκια, ο νοστιμότερος μεζές για τις κότες που, εδώ που τα λέμε, είχαν βαρεθεί το καλαμπόκι. Κι αυτές, για να τον ευχαριστήσουν, του χάριζαν ένα αυγό που ο Μπομπέ το καταβρόχθιζε με λαιμαργία.

Πέρασε ο χειμώνας, ήρθε η άνοιξη, πλησίαζε το Πάσχα.

 Τη Μεγάλη Εβδομάδα, ο μικρός λαγός γέμισε ένα καλαθάκι με νεροσκούληκα και σποράκια  και μια και δυο τα πήγε πεσκέσι στις φιλενάδες του. Φάγανε, γελάσανε, τραγουδήσανε, κακαρίσανε και εκεί κατά το απόγεμα, ο Μπομπέ τις αποχαιρέτισε, έφυγε και τις άφησε να κοιμηθούν νωρίς, γιατί όπως ξέρετε οι κότες κοιμούνται με… τις κότες!

Έφτασε το Μεγάλο Σάββατο και οι κοτούλες σκέφτηκαν να κάνουν ένα δώρο στον φίλο τους που τις φρόντιζε τόσο πολύ. Ένα δώρο-έκπληξη. Θα πήγαιναν την ώρα που ο Μπομπέ έκανε τη βόλτα του στο δάσος και θα γεννούσαν από ένα αβγό στη φωλιά του. Έτσι, εκείνος θα είχε για την Κυριακή του Πάσχα ένα υπέροχο πρωινό.

Έτσι κι έγινε. Ο Μπομπέ βγήκε για τον συνηθισμένο του περίπατο, οι κότες μπήκαν φουριόζες στη φωλιά, άφησαν πέντε αβγά, τα έκρυψαν κάτω από το αχυρένιο στρώμα και φύγανε. Ο λαγός μας γύρισε ψόφιος από την κούραση. Είχε κατέβει μέχρι τη λίμνη, χάζεψε τα ψάρια, έφτασε μέχρι το ξέφωτο, χάζεψε τα ελάφια, ανέβηκε μέχρι το λόφο, χάζεψε το χωριό. Στον γυρισμό, με το ζόρι έσερνε τα πόδια του. Μπήκε στο λαγούμι του και ήδη είχε κοιμηθεί πριν καλά καλά ξαπλώσει. Την επομένη ξημέρωνε η γιορτινή μέρα της Λαμπρής.

Βιβλίων Γη

Δεν είχε προλάβει να δει το πρώτο του όνειρο, όταν ένιωσε κάτι σκληρό κάτω από το στρώμα, που τον εμπόδιζε να απολαύσει τον ύπνο του. Σηκώνεται αγγουροξυπνημένος, παραμερίζει τα άχυρα και… τι να δει;

Πέντε ολόασπρα, γυαλιστερά αυγά, σαν τα όμορφα βότσαλα της λίμνης, βρισκόταν εκεί μπροστά του.

Ο Μπομπέ τα έχασε. Η νύστα τού έφυγε αμέσως.

Έμεινε για λίγο σκεπτικός.

Έκανε δυο γύρους.

Έξυσε το κεφάλι του απορημένος.

Έκανε τρεις γύρους.

Τσίτωσε τα μουστάκια του προβληματισμένος.

Έκανε τέσσερις γύρους,

Έξυσε τα αυτιά του γεμάτος περιέργεια.

Έκανε πέντε γύρους.

Χαμογέλασε ευχαριστημένος.

«Κοίτα να δεις», φώναξε, «γέννησα πέντε αυγά χωρίς να το καταλάβω! Είμαι ιδιοφυΐα!»

Βιβλίων Γη

Αφού πέρασε η πρώτη έκπληξη και η πρώτη χαρά, ο Μπομπέ δεν ήξερε τι να κάνει. Ήθελε να τρέξει αμέσως στη φάρμα, να βρει τις κότες, να τους πει το μεγάλο νέο, πως μπορούσε κι αυτός να γεννά αυγά, να ξαφνιαστούν, να απορήσουν, να του δώσουν συγχαρητήρια. Ήταν όμως αργά, τα σκυλιά της φάρμας ξαγρυπνούσαν, θα τον έπαιρναν στο κυνήγι.

Μα έλα που δεν κρατιόταν!  Δεν μπορούσε να περιμένει το ξημέρωμα!

Βγήκε απ’ το λαγούμι και πήγε στη μεγάλη βελανιδιά, εκεί που είχε τη φωλιά της η κυρά Κουκουβάγια, που ποτέ δεν κοιμόταν τη νύχτα. Τη βρήκε κουρνιασμένη πάνω σ’ ένα χοντρό κλαδί να μιλά με το φεγγάρι.

«Καλησπέρα, κυρία Κουκουβάγια», είπε ο Μπομπέ ευγενικά.

«Καλησπέρα, Μπομπέ, πώς και δεν κοιμάσαι τέτοια ώρα;» παραξενεύτηκε το νυχτόβιο πουλί.

«Δεν μπορώ, μου συμβαίνει κάτι πολύ σπουδαίο, πρέπει σε κάποιον να το πω»

«Μπα! Και τι σπουδαίο μπορεί να συμβεί σ’ ένα λαγό, μέσα στη νύχτα;» ξαναρώτησε η σοφή κυρία.

Ο Μπομπέ έσκυψε ντροπαλά το κεφάλι, κατέβασε τ’ αφτιά του, κούνησε τη φουντωτή του ουρά.

«Γέννησα πέντε αυγά!»

«Παρακαλώ;»

«Ακριβώς, όπως σας το λέω. Πέντε κάτασπρα, πανέμορφα αυγά. Δεν ξέρω πώς έγινε, αλλά εγώ τα γέννησα, ελάτε να τα δείτε!»

Η κυρία Κουκουβάγια χαμογέλασε με συγκατάβαση. Είχε καταλάβει. Κάποια φάρσα θα του σκάρωσαν οι κότες κι αυτός ο χαζούλης το πίστεψε. Δεν είχε βέβαια κανένα λόγο να τον βγάλει από την πλάνη του. Ήταν πολύ ευτυχισμένος, πολύ περήφανος για το κατόρθωμά του. Του έδωσε θερμά συγχαρητήρια και τον έστειλε για ύπνο.

Ο Μπομπέ ξαναγύρισε στο λαγούμι του, αλλά ο τόπος δεν τον χωρούσε. Θαύμαζε και ξαναθαύμαζε τα αυγά του, περιμένοντας ανυπόμονα την αυγή. Η καμπάνα της μικρής εκκλησίας του χωριού ακούστηκε να χτυπά. Τρεις η ώρα… τέσσερις… πέντε… έξι η ώρα…

Επιτέλους ξημέρωσε!

Ο Μπομπέ έκανε επιμελώς την Κυριακάτικη τουαλέτα του. Βούρτσισε το τρίχωμά του, έφτιαξε τα μουστάκια του, γυάλισε τα δυο μεγάλα του δόντια, καθάρισε τα αφτιά του, θαύμασε για μια ακόμη φορά τα αριστουργήματα που βρισκόταν πάνω στο αχυρένιο στρώμα και ξεκίνησε τραγουδώντας χοροπηδηχτά!

Η μέρα ήταν πανέμορφη. Η εξοχή είχε φορέσει τα καλά της για να υποδεχτεί την Ανάσταση του Χριστού. Παπαρούνες, μαργαρίτες, χαμομήλια, καμπανούλες στόλιζαν τους αγρούς.

Στη φάρμα είχαν όλοι ξυπνήσει. Οι κότες, πρώτες και καλύτερες, έψαχναν τρόπο να το σκάσουν, να πάνε στο δάσος να περάσουν το Πάσχα με τον φίλο τους. Όταν είδαν τον Μπομπέ να φτάνει καμαρωτός-καμαρωτός, κακάρισαν χαρούμενες. Να δεις που ερχόταν να τις ευχαριστήσει για το δώρο τους.

«Καλημέρα, κορίτσια! Δεν φαντάζεστε τι μου συνέβη χτες το βράδυ!»

«Τι σου συνέβη, Μπομπέ;» ρώτησαν χαμογελώντας οι κοτούλες.

«Ε, λοιπόν, θα σας το πω» κορδώθηκε εκείνος. «Παρόλο που με νομίζετε χαζό, εγώ κατάφερα να γεννήσω πέντε αυγά. Και μάλιστα, πιο όμορφα από τα δικά σας!!!»

Οι κότες κοκάλωσαν, τα έχασαν, κακάρισμα δεν έβγαινε από το ράμφος τους. Αυτή ήταν μια εξέλιξη που δεν την περίμεναν. Τι να του πουν; Πώς να του φανερώσουν την αλήθεια; Πώς; Να του χαλάσουν τη χαρά; Ο λαγός τις είδε σκεφτικές και παρεξήγησε τη σιωπή τους. Φαντάστηκε πως οι φιλενάδες του ζήλεψαν που και αυτός είχε πλέον το προνόμιο να γεννά αυγά όπως κι εκείνες.

Στεναχωρέθηκε…

Βιβλίων Γη

Όμως μια ιδέα φώτισε το αγαθό μυαλό του.

«Να σας πω, βρε κορίτσια. Μη ζηλεύετε. Ίσως αυτό έγινε γιατί είναι Πάσχα. Ίσως θα γεννώ αυγά μόνο κάθε Πάσχα!»

«Αυτό είναι, μπράβο Μπομπέ» κακάρισαν ανακουφισμένες οι κότες. «Να δεις που θα γεννάς αυγά μόνο κάθε Πάσχα. Αλλά, για πες μας, είσαι ευτυχισμένος μ’ αυτό που συνέβη;»

«Φυσικά! Και το ρωτάτε; Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου!»

Σαν έφυγε ο Μπομπέ, οι κότες το αποφάσισαν. Θα πήγαιναν κάθε χρόνο, την παραμονή του Πάσχα, θα άφηναν κρυφά αυγά στη φωλιά του αγαθιάρη φίλου τους και όλα θα πήγαιναν μέλι-γάλα.

Έτσι ακριβώς και έγινε. Οι κότες έβαλαν σε εφαρμογή το σχέδιο τους και ο Μπομπέ εύρισκε κάθε Κυριακή του Πάσχα πέντε κάτασπρα  αυγά που πίστευε πως ήταν δικό του επίτευγμα. Όλο το δάσος ήξερε το μυστικό, μα κανείς δεν το μαρτύρησε. Όλοι αγαπούσαν αυτό το χαριτωμένο ζωάκι και όλοι ήθελαν να το βλέπουν χαρούμενο.

Η ιστορία μαθεύτηκε σιγά σιγά, και κότες από άλλες αγροικίες ζήλεψαν τις φιλενάδες του Μπομπέ. Πήγαιναν λοιπόν κρυφά, και άφηναν κι εκείνες αυγά στο λαγούμι του λαγού. Έφτασε όμως κάποιο Πάσχα που τα αυγά ήταν τόσα πολλά και φυσικά ο Μπομπέ δεν ήταν δυνατό να τα φάει όλα. Πήρε τη συνήθεια να τα φορτώνει σε ένα καλάθι, να τα πηγαίνει ξημερώματα στην πόλη και να τα κρύβει κάτω απ’ τα φυλλώματα των λουλουδιών για να μη σπάσουν.

Από τότε, σε πολλές πόλεις και χωριά της Ευρώπης, τα παιδιά βρίσκουν αυγά κρυμμένα στους κήπους, που τώρα πια είναι σοκολατένια ή ζαχαρωτά. Γιατί η ιστορία του Μπομπέ άρεσε πολύ στους μεγάλους και θέλουν να την κρατούν ζωντανή μέχρι σήμερα!

Βιβλίων Γη

Ένα παλιό γαλλικό παραμύθι

Διασκευή: Αργυρώ Μαργαρίτη

Σχετικά Άρθρα

Ο ιστότοπος προστατεύεται!