ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ: «Το πιο λεπτό άνθος, με το πιο δυνατό άρωμα μέσα σ’ όλη τη νεοελληνική ποίηση»

Βιβλίων Γη

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

«Το πιο λεπτό άνθος, με το πιο δυνατό άρωμα μέσα σ’ όλη τη νεοελληνική ποίηση», όπως την αποκάλεσε ο Γιάννης Χονδρογιάννης, πέθανε στις 29 Απριλίου του 1930.

Βιβλίων Γη

Η Μαρία Πολυδούρη γεννήθηκε στην Καλαμάτα και μετά από μετακινήσεις της οικογένειας στο Γύθειο και τα Φιλιατρά,(ο πατέρας της ήταν γυμνασιάρχης), επέστρεψε στην Καλαμάτα, όπου τέλειωσε το γυμνάσιο . Όσο ήταν μαθήτρια έγραψε το πεζοτράγουδο «Ο πόνος της μάνας» και την ποιητική συλλογή «Μαργαρίτες». Το 1918 διορίστηκε στη Νομαρχία Μεσσηνίας. Το 1920 πέθαναν και οι δυο γονείς της, πρώτα ο πατέρας της και σαράντα μέρες αργότερα η μητέρα της.

Το 1922 μετατέθηκε στη Νομαρχία Αττικής, ενώ ήδη ήταν σπουδάστρια στη Νομική Σχολή. Στην υπηρεσία της εργαζόταν και ο ομότεχνός της Κώστας Καρυωτάκης. Γνωρίστηκαν και μεταξύ τους αναπτύχθηκε ένας παράφορος έρωτας, που μπορεί να κράτησε λίγο, αλλά επηρέασε καθοριστικά τη ζωή και το έργο της. Η Μαρία ήταν τότε 20 ετών, ενώ ο Καρυωτάκης 26 και ήδη είχε εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές — τον Πόνο των ανθρώπων και των πραμάτων (1919) και τα Νηπενθή (1921) — με τα οποία είχε κερδίσει την εκτίμηση κάποιων κριτικών και ομότεχνών του.

Τον Αύγουστο του 1922, ο Καρυωτάκης μαθαίνει ότι πάσχει από σύφιλη, μια ανίατη και κακόσημη για την εποχή ασθένεια, την οποία εμμέσως παραδέχεται με το ποίημά του «Ωχρά Σπειροχαίτη» (ονομασία που έχει δοθεί στον ιό της σύφιλης). Ενημέρωσε αμέσως την αγαπημένη του Μαρία και της ζήτησε να χωρίσουν. Εκείνη του πρότεινε να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά, όμως εκείνος ήταν πολύ περήφανος για να δεχτεί τη θυσία της. Η Μαρία αμφέβαλε για την ειλικρίνειά του και το θεώρησε ως πρόφαση για να την εγκαταλείψει. Δεν αντέχει όμως να μην τον βλέπει και έτσι συνεχίζει να διατηρεί φιλική σχέση μαζί του.

Το 1924 μπήκε στη ζωή της ο δικηγόρος Αριστοτέλης Γεωργίου, που μόλις είχε επιστρέψει από το Παρίσι. Ήταν νέος, ωραίος και πλούσιος και η Πολυδούρη τον αρραβωνιάστηκε στις αρχές του 1925, παρόλο που αγαπούσε τον Καρυωτάκη. Παρά την αφοσίωση του αρραβωνιαστικού της, η Πολυδούρη δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σοβαρά σε καμία δραστηριότητα. Έχασε τη δουλειά της στο δημόσιο μετά από αλλεπάλληλες απουσίες και εγκατέλειψε τη Νομική. Φοίτησε στη Δραματική Σχολή Κουναλλάκη και μάλιστα πρόλαβε να εμφανιστεί ως ηθοποιός σε μία παράσταση, «Το κουρελάκι», όπου είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Το 1926 διαλύει τον αρραβώνα της με τον Γεωργίου και φεύγει για το Παρίσι, όπου και παρακολουθεί μαθήματα υψηλής ραπτικής στην σχολή Pizier.

Βιβλίων Γη

Εκεί προσβλήθηκε από φυματίωση και νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο Charite. Επέστρεψε στην Αθήνα το 1928 και συνέχισε τη νοσηλεία της στο Νοσοκομείο Σωτηρία, όπου έμαθε για την αυτοκτονία του αγαπημένου της Κώστα Καρυωτάκη. Στο Σωτηρία, στην τρίτη θέση απόρων βρίσκεται μαζί με τον Γιάννη Ρίτσο που νοσηλεύεται για τον ίδιο λόγο και για τον οποίο η Πολυδούρη γράφει το «Βαριά Καρδιά».

Έχει ήδη φτάσει Απρίλιος του 1930. Φήμες λένε ότι ο Άγγελος Σικελιανός, φίλος της που την εκτιμά πολύ, διαθέτει τα χρήματα για τη νοσηλεία της στην κλινική του Χρηστομάνου, όπου και τη μεταφέρει. Άλλοι λένε ότι διενεργείται έρανος από φίλους της και το «Βήμα», κάτι που όταν το μαθαίνει η Πολυδούρη, γίνεται έξαλλη και ζητάει να σταματήσει. Κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι τη φροντίδα της έχει αναλάβει η αδερφή της Βιργινία και άλλοι ότι αυτός που τελικά τη φρόντισε ήταν ο πρώην αρραβωνιαστικός της.

Όπως και να’ χει, η Πολυδούρη αργοπεθαίνει…

Η φυματίωση την έχει καταβάλλει και τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου πεθαίνει από ένεση μορφίνης στην κλινική Χρηστομάνου στα Πατήσια. Η ίδια είχε παρακαλέσει έναν πολύ καλό της φίλο να της προμηθεύσει την ένεση της μορφίνης. Έχοντας ήδη ζήσει μια συναρπαστική, μποέμ, αλλά και «ασύδοτη» για την εποχή της ζωή, η σπουδαία Ελληνίδα ποιήτρια θα κηδευτεί την ίδια μέρα στο Α’ Νεκροταφείο.

…Η Μαρία δραπετεύει από παντού. Από το σπίτι της, από τον έρωτα, από τη δουλειά της, από την Ελλάδα, από τα νοσοκομεία, από την παραδοσιακή ποίηση κι από την ίδια τη ζωή. Υπερτιμά τις δυνάμεις της, γιατί δεν τις διαχωρίζει από τις ανησυχίες της, που ’ναι ακατάλυτες. Ενώ η ίδια αισθάνεται πως ζει πολύ σοβαρά και με πάθος, εμείς, παρακολουθώντας τη ζωή της, έχουμε την εντύπωση ότι παίζει, διασκεδάζει, βαριέται και φεύγει.

Λιλή Ζωγράφου

Ίσως αυτά τα λόγια της Ζωγράφου να περιγράφουν με τον πιο εύστοχο τρόπο, τον πυρήνα του χαρακτήρα και της προσωπικότητα της «καταραμένης» ποιήτριας, που δεν είναι άλλος από την έννοια της ελευθερίας. Ο έρωτας και ο θάνατος είναι οι δύο άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ποίησή της. Είναι μεστή από πηγαίο λυρισμό που ξεσπά σε βαθιά θλίψη και κάποτε σε σπαραγμό, με εμφανείς επιδράσεις από τον έρωτα της ζωής της, Κώστα Καρυωτάκη, αλλά και τα μανιάτικα μοιρολόγια. Οι συναισθηματικές και συγκινησιακές εξάρσεις της Πολυδούρη καλύπτουν συχνά κάποιες τεχνικές αδυναμίες και στιχουργικές ευκολίες του έργου της.

Βιβλίων Γη

Τα «Άπαντα» της Μαρίας Πολυδούρη κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά την δεκαετία του 1960 από τις Εκδόσεις Εστία, με επιμέλεια της Λιλής Ζωγράφου. Έκτοτε επανακυκλοφόρησαν από διάφορους εκδοτικούς οίκους. Ο συγγραφέας και ποιητής Κωστής Γκιμοσούλης έχει γράψει μία μυθιστορηματική βιογραφία της με τον τίτλο «Βρέχει φως». Ποιήματά της έχουν μελοποιήσει Έλληνες συνθέτες, κλασικοί, έντεχνοι και ροκ.

Για τον Καρυωτάκη…

ΤΟΥ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

«Οἱ νέοι ποὺ φτάσανε μαζὶ στὸ ἔρμο νησί» μὲ σένα
κάποια βραδιὰ μετρήθηκαν κ᾿ ηὖραν ἐσὺ νὰ λείπης.
Τὰ μάτια τους κοιτάχτηκαν τότε, χωρὶς κανένα
ρώτημα, μόνο ἐκίνησαν τὶς κεφαλὲς τῆς λύπης.
Νύχτες πολλές, θυμήθηκαν, ἀπὸ τὴ μόνωσή σου
ἕνα σημεῖο ἀπὸ φωτιὰ τοὺς ἔστελνες, γνωρίζαν
τὸ θλιβερὸ χαιρέτισμα ποὺ φώταε τῆς ἀβύσσου
τοὺς δρόμους κι᾿ ὅλοι ἀπόμεναν στὸν τόπο τους ποὺ ὁρίζαν.
Ἀπόμεναν στὴν ἴδια τους πικρία, κρεμασμένοι
ἔτσι μοιραῖα καὶ θλιβερὰ στὸ «βράχο» τοῦ κινδύνου.
Κι᾿ ὅταν πιὰ τοὺς χαιρέτισες, οἱ αἰώνια ἀπελπισμένοι
ψάλαν μαζὶ κάποια στροφὴ καθιερωμένου θρήνου.
Μὰ φτάνουν πάντα στὸ «νησί» τὰ νέα παιδιὰ ὁλοένα.
Στὴν ἄδεια θέση σου ζητοῦν τῆς ζωῆς τὸ ἐλεγεῖο.
Σοῦ φέρνουνε στὰ μάτια τους δυὸ δάκρυα παρθένα
καὶ τῆς καινούργιας σου Ἐποχῆς τὸ πλαστικὸ ἐκμαγεῖο.
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Ἤμουν ἀνίδεη κι᾿ ἄπραγη, παρ᾿ ὅλο
ποὺ ἡ παιδικότης μοὖχε πῆ τὸ «χαῖρε».
Ὤ, γιὰ νὰ πῶ τὰ λόγια τοῦτα τώρα
θύμηση τὶς γλυκὲς πηγές σου φέρε.
Εἴχαμε οἱ δυὸ καθήσει στὸ γεφύρι
τοῦ ἔρημου δρόμου ποὺ ἔβγαζε στὸ ρέμα,
ἀκίνητοι καὶ παραπονεμένοι,
μὲ σκεφτικὸ παράξενα τὸ βλέμμα.
Τὸ σκεφτικό μας πρόσωπο ἡ Σελήνη
τὸ ἀγκάλιαζε μὲ θέρμη καὶ τὸ ἐφίλει
μὰ ἐμεῖς μέναμε πάντα καθισμένοι
μὲ σιωπηλὰ τὰ ξαφνισμένα χείλη.
Λιγάκι πρὶν δὲν ἤμαστε θλιμμένοι
μὰ μοὖπε ξαφνικὰ πὼς μ᾿ ἀγαπάει.
Αὐτὸ ἦταν! Τί νὰ νοιώσαμε μὲ τοῦτο;
Ἄχ! ὅλη ἡ παιδικὴ ψυχή μας πάει!

Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Σχετικά Άρθρα