Μαντάμ Ορτάνς: «Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία…»

Βιβλίων Γη

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Η «Φραντσέζα» Adeline Guitar, γνωστότερη ως Μαντάμ Ορτάνς (1874 – 2 Μαΐου 1938) γεννήθηκε στη Γαλλία το 1874. Τρεις πόλεις διεκδικούν την εντοπιότητά της, το Παρίσι, η Τουλόν και η Μασσαλία. Ήταν μία πολύ λεπτή, ευγενική και όμορφη Γαλλιδούλα που σε ηλικία 16 ετών έγινε πόρνη. Ήταν χορεύτρια και τραγουδίστρια, (σαντέζα) και προτιμούσε να χορεύει καν-καν, επιδεικνύοντας ως ψηλά τα καλλίγραμμα πόδια της. Λέγεται ότι για ένα διάστημα χόρευε και στο Παρισινό «Μουλέν Ρούζ».

Βιβλίων Γη

Το 1896 η Κρήτη βρισκόταν ακόμη υπό οθωμανική κατοχή. Η ύπαιθρος “έβραζε” από τα επαναστατικά κινήματα, ενώ στις πόλεις οι Τούρκοι είχαν εμφανώς το επάνω χέρι. Οι μεγάλες δυνάμεις τότε, έστειλαν τους στόλους τους με 10.000 περίπου στρατιώτες, για να κατευνάσουν τα πνεύματα. Η παραμονή των ξένων στόλων στη Σούδα κράτησε μέχρι και το 1907.

Το 1898 η Αδελίνα καταφτάνει στα Χανιά, με ένα μπαλέτο από 500 Γαλλίδες χορεύτριες, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της στους άνδρες των Μεγάλων Δυνάμεων που υπηρετούσαν στους στόλους. Έτσι αρχίζει να γράφεται η ιστορία της στο νησί ως μαντάμ Ορτάνς, παρωνύμιο πού της έδωσε ο Γάλλος Ναύαρχος Ποττιέ, ο οποίος λέγεται ότι ήταν ερωτευμένος με την Ορτανσία και παλιός της γνώριμος…

Σε τούτη την ερημιά πούχαμε φτάσει, τίποτα δεν έλειπε, το χαβιάρι, να πεις, το βάνανε πάνω στο τραπέζι με το γουβά, και το κρασί το περνούσαν από τα φραντσέζικα στο ρούσικο με τη μάνικα. Όταν όλοι τους πέφταν ξεροί απ’ το πιοτό, τα άλλα καράβια στέλναν τη βάρκα να μας γυρέψει, κ’ έβγαινε στη σκάλα να μας αποδεχτεί ο ίδιος ο αμιράλης. Ποτιέ λέγαν το δικό μας, Χάρρις γρικιόταν ο Εγγλέζος, Κανεβάρο ο Ιταλός.

Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Νίκος Καζαντζάκης

Η Αντελίν, έχοντας ιδιαίτερη σχέση με το Ναύαρχο Ποτιέ και με τη δική του υποστήριξη, έκανε τον οίκο ανοχής της, σημείο συνάντησης των αξιωματικών. Αυτά συνέβαιναν μέχρι την άφιξη του Πρίγκιπα Γεωργίου στην Κρήτη, που σήμανε την αποχώρηση των συμμαχικών στόλων, οπότε αποσύρθηκαν οι ξένοι στρατιώτες και κλείσανε οι οίκοι ανοχής. Η ίδια παρέμεινε όμως στα Χανιά και εμφανιζόταν στο κοσμικό London Bar παρουσιάζοντας ένα ωραίο για την εποχή εκείνη θέαμα, με χορούς, τραγούδια και με τη γοητεία και την φινέτσα της παριζιάνικης ζωής. Παροιμιώδη έμειναν τα γλέντια με τη «Μαντάμ Ορτάνς» που οι Χανιώτες «Δον Ζουάν» της εποχής άνοιγαν ντουζίνες μπουκάλια με σαμπάνιες για χάρη της και την έπιναν μέσα στο γοβάκι της.

Στα Χανιά, η Μαντάμ Ορτάνς κατοικούσε σε ένα γωνιακό σπίτι στα Μαχαιράδικα. Κάθε απόγευμα, φεύγοντας από το σπίτι της, πήγαινε πρώτα στην Καθολική Εκκλησία, έβαζε στο κεφάλι της ένα μαύρο δαντελένιο μαντήλι και έκανε την προσευχή της. Οι Χανιώτες γλεντζέδες της εποχής εποφθαλμιούσαν τα θέλγητρα της ωραίας Γαλλιδούλας και της έστελναν ακριβά δώρα και λουλούδια για να τη δελεάσουν. Η Ορτάνς, όμως, δεν έκλεινε ραντεβού με κανέναν, παρά έδινε αόριστες υποσχέσεις. Εκτός από τον Ιταλό Ναύαρχο Κανναβάρο (Felice Napoleone Canevaro) με τον οποίο ήταν σφόδρα ερωτευμένη.

Βιβλίων Γη

Αυτό που γράφεται στο μυθιστόρημα «Αλέξης Ζορμπάς» ότι πήγαινε και περνούσε νύχτες ολόκληρες μέ τους Ναυάρχους των 4 μεγάλων δυνάμεων και τους αναγνώριζε στο σκοτάδι από την κολώνια τους είναι μυθοπλασία του συγγραφέα Ν. Καζαντζάκη. Η πραγματικότητα είναι ότι σχετιζόταν μόνο με τον Κανναβάρο.

Κάποιος Χανιώτης μάλιστα, ωραίος και λεβέντης, ένας γνήσιος Μπον Βιβέρ» τη φλέρταρε και πήγαινε κάθε βράδυ στο κέντρο που τραγουδούσε για να τη δει και να της στείλει λουλούδια. Καθόταν στα πρώτα τραπεζάκια του κέντρου, πάντα καλοντυμένος με ακριβά κοστούμια και μεταξωτά πουκάμισα. Κάποτε την προσκάλεσε για να της προσφέρει ένα ωραίο δείπνο και για χατίρι της θα άνοιγε να πιει Γαλλική σαμπάνια «Ντόν Περινιόν». Η γλυκιά Ορτάνς τού απάντησε ότι τον εκτιμά, της αρέσει η ευγένειά του αλλά θα έβγαινε μαζί του υπό ένα απαράβατο όρο: «Να με σεβασθείς και να φερθείς σαν ιππότης», γιατί δεν ήθελε να πατήσει τον «όρκο πίστεως» που είχε δώσει στον αγαπημένο της Ιταλό ναύαρχο. Ετσι και έγινε! Βγήκαν, έφαγαν αλλά μετά το δείπνο, ο καθένας πήγε σπίτι του, σώζοντας έτσι την τιμή του Ιταλού ναυάρχου.

Βιβλίων Γη
Καφωδείο στις αρχές του 20ου αιώνα

Στις 10 Μαρτίου 1905, με αρχηγό τον Ελευθέριο Βενιζέλο ξεκίνησε η επανάσταση στο χωριό Θέρισο Χανίων. Αιτία ήταν η πολιτική του Ύπατου Αρμοστή, Πρίγκηπα Γεωργίου και αίτημα η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Μετά την επανάσταση του Θερίσου, η Ορτάνς έφυγε από τα Χανιά και εγκαταστάθηκε στη Σητεία με ενδιάμεσο σταθμό το Ηράκλειο. Το μαγαζί της Σητείας όμως δεν ήταν κερδοφόρο κι έτσι αποφάσισε το 1908, να πάει στον Άγιο Νικόλαο. Εκεί άνοιξε καφωδείο στην προκυμαία της πόλης.

Η επιτυχία του ήταν τέτοια, πού χρειάστηκε να πάρει παράταση ωραρίου λειτουργίας. Πράγματι, ο τότε νομάρχης Λασιθίου υπέγραψε απόφαση με την οποία επιτρεπόταν στον ιδιοκτήτη του χώρου «Νικόλαον Χανιωτάκην, καφεπώλην, κάτοικον Αγίου Νικολάου να έχη ανοικτόν το εντός της κωμοπόλεως Αγίου Νικολάου και κατά την ακτήν κείμενον καφενείον του μέχρι της 3ης μετά το μεσονύκτιον ώρας».

«Η ανωτέρω απόφαση του νομάρχη εξεδόθη παρανόμως», απεφάνθη ο Σταθμάρχης που εκπροσωπούσε τον νόμο, την τάξη και την ηθική, διότι στο καφωδείον σύχναζαν «γύναια αναιδέστατα, εψιμιθυωμένα και ασέμνως ενδεδυμένα (τα οποία) δια προκλητικών του σώματος κινήσεων παρασύρουν τον απλόν κόσμον εις τον βόρβορον της εξαχρείωσης».«….ποιούσι δε την χειρίστην εντύπωσιν εις τους εντίμους κατοίκους, καθό προσβάλουσαι την δημοσίαν ηθικήν, δια ταύτα παρακαλώ υμάς, όπως ευαρεστούμενοι, ενεργήσετε τα δέοντα, όπου δει και ούτω διαταχθή το κλείσιμον του εν λόγω καφενείου ει δυνατόν δε και η απέλασις των εν λόγω γυναικών». Όλα αυτά οδήγησαν στο κλείσιμο του καταστήματος και έτσι, η Ορτανσία μετά του συζύγου της πλέον, Ν. Χανιωτάκη πήραν τον δρόμο για την Ιεράπετρα με καΐκι, προς αναζήτηση καλύτερης τύχης.

Στην Ιεράπετρα νοίκιασαν ένα μαγαζί στη Μεσοκαστελιά, απέναντι από μια αρχινισμένη εκκλησιά. Η ίδια η Ορτάνς έγραψε σε μια φίλη της για την Ιεράπετρα: «Είναι ένα φανταστικό μέρος, ανάμεσα ακριβώς από Ευρώπη και Αφρική. Δεν έχει την αφόρητη ζέστη της Αφρικής αλλά και δεν ξέρει τι θα πει κρύο. Ποτέ δεν έχει χιονίσει, παλτό δε φοράει σχεδόν κανένας, σπάνια στα σπίτια ανάβουν μαγκάλια…Ο Νικόλας σηκώνεται πρώτος από τα χαράματα, μπαίνει στη βάρκα του και ανοίγεται στο πέλαγος για ψάρεμα…Τώρα πια είμαι σίγουρη για την αγάπη του…Τώρα πια κάνω για πρώτη φορά κάτι στη ζωή μου που μου δίνει ξεχωριστή χαρά: ασχολούμαι με το νοικοκυριό».

Η 47χρονη όμως πλέον Ορτανσία περιέπεσε στο λάθος του εφησυχασμού… Οι τίτλοι του τέλους άρχισαν να εμφανίζονται. Η αυλαία του έρωτά τους έδειχνε να πέφτει. Η εμπειρότατη «μαντάμ» δεν κατάλαβε ότι τα τηγάνια, οι κατσαρόλες, η σφουγγαρίστρα και η σιγουριά της είχαν μηδενίσει την έλξη του Νικόλα γι’ αυτήν. Τον Νικόλα όμως, τον απασχολούσε το θέμα, και μια ωραία πρωία, σαν έτοιμος από καιρό, πήρε την απόφαση και τα λεφτά της μαντάμ κι έγινε μπουχός. Η στόφα της Ορτάνς δεν της επέτρεψε να τρέξει από πίσω του. Τελικά, στις αρχές του 1910 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ιεράπετρα, όπου άνοιξε χαρτοπαικτική λέσχη και εστιατόριο στην Μεσοκαστελλιά. Εν συνεχεία, λειτούργησε ένα ξενοδοχείο ύπνου, στη θέση όπου βρίσκεται σήμερα το «Hotel Creta». Το ξενοδοχείο εκείνο ονομαζόταν «Η Γαλλία».

Ήδη η Ορτάνς ήταν άμισθη υποπρόξενος της Γαλλίας και πολλοί την υποπτεύονταν για κατάσκοπο. Έπειτα από τον πόλεμο ανέπτυξε έντονη κοινωνική δραστηριότητα και καταξιώθηκε στην Ιεράπετρα, όπου και πέθανε στις 2 Μαΐου του 1938, σε ηλικία εβδομήντα πέντε ετών και κηδεύτηκε στο ορθόδοξο κοιμητήριο. Σήμερα υπάρχει εκεί ένας δρόμος αφιερωμένος σ’ αυτήν.

«Ήταν μια αγία η μαντάμ Ορτάνς. Δεν ξέρω αν αμάρτησε στα νιάτα της, εξάλλου ποιός είναι ο αναμάρτητος; αλλά ορκίζομαι στο σταυρό που κρατώ και στη λειτουργία που κάνω, ότι έζησε στα στερνά της σαν αγία και πέθανε σαν αγία, κάνοντας χιλιάδες καλοσύνες και βοηθώντας από το υστέρημά της τους συνανθρώπους της…» είναι τα λόγια του σεβάσμιου γέροντα παπα Μανώλη που έσπευσε στο προσκέφαλο της μαντάμ Ορτάνς στα τελευταία της και της άλειψε το μέτωπο με άγιο μύρο, που της έδωσε συγχώρεση για τα όσα, εκούσια τε και ακούσια, αμαρτήματα είχε κάνει στην πολυτάραχη ζωή της. Ο παπάς αυτός είναι και ο τελευταίος άνθρωπος που είδε και άκουσε την θρυλική εταίρα, την πολυαγαπημένη των τεσσάρων ναυάρχων στα τέλη του περασμένου αιώνα.

Δεν είναι όμως μόνο ο παπάς που θυμόταν ακόμα την «αμαρτωλή» Γαλλίδα και δάκρυζε από συγκίνηση. Ήταν και η 75χρονη παπαδιά του, ήταν και η Αμαλία, 90 χρονών και πιστή φιλενάδα της Ορτάνς, ήταν και όλα τα γεροντάκια, παλιοί εραστές ή απλοί θαυμαστές της μαντάμ που ζούσαν έως τότε και τη θυμούνταν με νοσταλγία. Θυμούνταν τη μαντάμ Ορτάνς που η ζωή της αγκάλιασε δυο πολυτάραχους αιώνες, τον 19ο και τον 20ο, μα που τους αγκάλιασε όμως σαν μυθιστόρημα, σαν μια παράξενη και ατελείωτη περιπέτεια. Γιατί η ζωή της μαντάμ Ορτάνς, που ο παπά Μανώλης της σφάλισε τα μάτια, ήταν συνεχώς σε μια διαρκή κίνηση, σε μια αέναη ερωτική δραστηριότητα και αναζήτηση. Ένας θηλυκός Οδυσσέας που σαν τον ήρωα του Ομήρου «πολλών ανθρώπων οίδε άστεα και νόον έγνω…»

Βιβλίων Γη
Μιχάλης Κακογιάννης και Λίλα Κέντροβα, Μαντάμ Ορτάνς

Η Μαντάμ Ορτάνς αποτέλεσε την ηρωίδα σε πολλά λογοτεχνικά έργα, όπως στο «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», του Νίκου Καζαντζάκη, ενώ στον κινηματογράφο την υποδύθηκε η ηθοποιός Λίλα Κέντροβα στην ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη. Επίσης, στα «Πάρεργα» του Γεώργιου Πάγκαλου αναφέρονται αφηγήσεις της Ορτάνς. Στο έργο του Πρεβελάκη «Χρονικό μιας Πολιτείας» βρίσκουμε την Μαντάμ Ορτάνς ως Φατμέ. Βιογραφία της έγραψε ο Ιωάννης Μανωλικάκης.

Πηγές: Διεθνής εταιρεία φίλων Νίκου Καζαντζάκη. Αγώνας Κρήτης Χανιώτικα Νέα Wikipedia.

Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Σχετικά Άρθρα