Επιτάφιος, Γιάννης Ρίτσος: Μια φωτογραφία οδύνης και η αποκωδικοποίησή της σε λέξεις…

Βιβλίων Γη

Γράφει η Σοφία Σιγάλα

Μάιος 1936: Η Θεσσαλονίκη γίνεται κέντρο κοινωνικών αλλαγών που θα καθορίσουν τη μετεξέλιξη της πολιτικής και συνδικαλιστικής πορείας στην Ελλάδα. Οι κινητοποιήσεις των καπνεργατών, που ξεκινούν τον Φεβρουάριο, με κατάληψη ενός εργοστασίου ύστερα από την απόρριψη των αιτημάτων τους, συνεχίζεται με συμπαράσταση καπνεργατών από άλλα εργοστάσια. Οι συμπλοκές με τον στρατό και την αστυνομία θα είναι τοπικού και μεμονωμένου χαρακτήρα. Τον Μάιο, όμως, οι κινητοποιήσεις θα κορυφωθούν. Η μεγάλη απεργία και διαδήλωση των καπνεργατών, πνίγεται στο αίμα από τη δικτατορική κυβέρνηση Μεταξά, με συνολικά δώδεκα νεκρούς, προσαγωγές και πολλούς τραυματίες. Ανάμεσά τους και ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης τη στιγμή που, αιφνιδιαστικά, αστυνομικοί άρχισαν να πυροβολούν προς τη συγκέντρωση. Οι απεργοί αντιδρούν. Η φρίκη που θα επακολουθήσει είναι απερίγραπτη. Ο Ριζοσπάστης, στο επόμενο φύλλο του, θα έχει μια μεγάλη φωτογραφία που κρύβει όλη την οδύνη: Μια μάνα στη μέση του δρόμου, μαυροφορεμένη, που κλαίει τον γιο που έχασε στη μέση του δρόμου. Η αρχή για τη συγγραφή ενός από τα μεγαλύτερα έργα της σύγχρονης ποίησης από τον Γιάννη Ρίτσο. Ο Επιτάφιος. Το ημερολόγιο έγραφε 9 Μαΐου 1936.

Βιβλίων Γη

Ο Γιάννης Ρίτσος, συγκλονισμένος από την εικόνα, κλείνεται στη σοφίτα της οδού Μεθώνης, και ξεκινάει να γράφει ένα από τα πιο συγκλονιστικά ποιητικά έργα. Τα πρώτα 3 ποιήματά του τα παραδίδει δύο μέρες αργότερα. Δεν έχει φάει, δεν έχει κοιμηθεί, μόνο γράφει. Ο πρόλογος απλός, λιτός, μα τόσο οικείος στη συνείδηση των Ελλήνων, ένας οιωνός μιας ποιητικής Σίβυλας, μιας προαιώνιας Εκάτης που οι χρησμοί τους θα δικαιωθούν τα επόμενα χρόνια.

Θεσσαλονίκη. Μάης τοῦ 1936. Μιὰ μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου, μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της, βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν – τῶν ἀπεργῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της.

προλογοσ απο τον ιδιο τον ποιητη

Ο «Επιτάφιος» είναι ένα μοιρολόι. Κρύβει τη μανιάτικη ρίζα του Ρίτσου, την παράδοση της Ελλάδας και του δημώδους τραγουδιού που έχει απαρχές στον βυζαντινό όρθρο, στον αμανέ που πήρε τα ηνία και εξέφρασε τον λαϊκό καημό. Εντυπώνει τις αντιδράσεις μιας γυναίκας απλής, τις ψυχικές της διακυμάνσεις που δεν έχουν ρυθμό επιτηδευμένο, η οδύνη και η απόγνωση χαρακτηρίζουν κάθε λέξη και συναίσθημα που έχει. Είναι ένα δημοτικό τραγούδι που μετεξελίσσεται στη σύγχρονη εποχή. Μια μετάβαση σε μονοπάτια που από τον προφορικό λόγο, που σώνεται από στόμα σε στόμα, γίνεται ποίημα και παίρνει μέτρο, και πλέον μορφή λόγου γραπτού. Στην ουσία του και τη λογοτεχνική του συγγραφή διχοτομεί τη γενιά του 30΄. Ο Ρίτσος σηματοδοτεί τη νέα ποίηση και αφήνει πίσω του τον Καρυωτάκη και τις ποιητικές φόρμες που έχουν καθιερωθεί από το δικό του ύφος. Ο Επιτάφιος γίνεται ανάγνωσμα λαϊκό. Ενώ η ποίηση μέχρι τότε απευθύνεται σε μια συγκεκριμένη ομάδα, πνευματική ιντελιγκέντσια, ο Ρίτσος καταφέρνει να κάνει την ποίηση λαϊκό ανάγνωσμα.

Βιβλίων Γη

Θα κρατήσει τη δομή μιας τραγωδίας, της θρησκευτικής απόδοσης του θείου δράματος, τόσο οικείο στην ελληνική ταυτότητα, και θα δημιουργήσει ένα ορατόριο οπτικοποιημένο, μια υμνωδία χωρίς πολυσύνθετα επίπεδα, σε ένα σκηνικό λιτό, που στο πρώτο μέρος του η μάνα είναι αντιμέτωπη με τον θάνατο, στο δεύτερο με την απόγνωση, ενώ στα υπόλοιπα εστιάζει στην επικοινωνία του θρήνου της, στη διαχείριση του δράματος, στο άδικο της μοίρας, στην αναπόληση και στη διαχείριση. Τα στοιχεία της ύβρης, αρχαιοελληνικά στοιχεία τραγωδίας, το μοιρολόι, μια μακρά περίοδος πένθους και η Ανάσταση, που θα επιτευχθεί μέσα από τον αγώνα της ίδιας πλάι στους συντρόφους του γιου της. Ένας λυρικός μονόλογος που δεν μπορεί παρά να γίνει τραγούδι μιας καινούριας παραδοσιακής φόρμας.

Το 1959, ο Μίκης Θεοδωράκης θα μελοποιήσει τον Επιτάφιο. Είναι η πρώτη μελοποίηση ποιήματος που θα κάνει μετά την επάνοδό του από το Παρίσι. Την ενορχήστρωση θα κάνει ο Μάνος Χατζιδάκις. Η πρώτη φωνή, που θα είναι επιλογή του ίδιου, δε θα έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Η Νανά Μούσχουρη δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αυτού του είδους τα τραγούδια. Ο Θεοδψράκης ξεκινάει δική του ενορχήστρωση, με τον Μανόλη Χιώτη και τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Ο Μπιθικώτσης θα εναντιωθεί αρχικά, όντας ρεμπέτης, και δε θα μπορέσει να διαχειριστεί, σε πρώτη φάση, την πρόκληση. Το ίδιο και ο Ρίτσος. Το τελικό αποτέλεσμα, όμως, θα κάμψει κάθε ένσταση.

Βιβλίων Γη

Ήμουν λάθος! Ακριβώς εκεί ο Επιτάφιος συνάντησε τους απλούς ανθρώπους. Κι εκείνοι του δόθηκαν με τη σειρά τους. Κατάλαβαν το ποίημα. Το έκαναν δικό τους!

γιαννησ ριτσοσ
Ήσουν καλός κι ήσουν γλυκός
κι είχες τις χάρες όλες,
όλα τα χάδια του αγεριού,
του κήπου όλες τις βιόλες.

Το πόδι ελαφροπάτητο
σαν τρυφερούλι ελάφι,
πάταγε το κατώφλι μας
κι έλαμπε σαν χρυσάφι.

Νιότη απ’ τη νιότη σου έπαιρνα
κι ακόμη αχνογελούσα,
τα γερατειά δεν τρόμαζα,
το θάνατο αψηφούσα.

Και τώρα πού θα κρατηθώ,
πού θα σταθώ, πού θάμπω,
που απόμεινα ξερό δεντρί
σε χιονισμένο κάμπο;
Πώς θα γυρίσω μοναχή
στο ερμαδιακό καλύβι;

Έπεσε η νύχτα στην αυγή
και το στρατί μού κρύβει.
Ωχ, δεν ακούστηκε ποτές
και δεν μπορεί να γίνει
να καίγουνται τα χείλια μου
και νάμαι μπρος στην κρήνη.

Ήταν τα πρώτα ποιήματά μου που είχαν μελοποιηθεί. Μου έκανε τρομερή εντύπωση, μα είναι δυνατόν η ποίηση να βρει μια πλήρη αντιστοιχία με τη μουσική. Μέχρι τίνος έλεγα ότι η κάθε τέχνη είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη από τη βοήθεια της άλλης. Αλλά όταν έγραψες τον Επιτάφιο και αργότερα φυσικά τη Ρωμιοσύνη που ήταν η μεγάλη δόξα σου, είπα πραγματικά ότι εδώ πέρα είναι ένας δρόμος για να πλησιάσει η ποίηση μέσω της μουσικής εκείνους τους ανθρώπους που δεν θα τους πλησίαζε ίσως ποτέ.

Σχετικά Άρθρα