Η Κυριακή της επανάστασης, Γουέντι Γκέρα

Βιβλίων Γη

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Η Κουβανή συγγραφέας Γουέντι Γκέρα εκθέτει, μέσα από μία ιστορία μυθοπλασίας, τα βιώματα της αντιφρονούσας συγγραφέως και ποιήτριας Κλέο, που ζει στην Αβάνα και γράφει υπό το κράτος της λογοκρισίας, του φόβου της εξουσίας και της σιωπής που επιβάλει το απολυταρχικό καθεστώς του νησιού της στους λογοτέχνες.

Βιβλίων Γη

Η Κλέο είναι μια νεαρή ποιήτρια και πεζογράφος που ζει στην Αβάνα, της οποίας οι γονείς σκοτώθηκαν σε ένα «ύποπτο» τροχαίο. Βουτηγμένη στην κατάθλιψη, ζώντας μία αποπνικτική, μοναχική ζωή στο σπίτι της, στέλνει ένα χειρόγραφό της σε έναν διαγωνισμό ποίησης στη Βαρκελώνη και κερδίζει το ισπανικό βραβείο λογοτεχνίας. Γίνεται διάσημη αλλά και αμφιλεγόμενη στην χώρα της, όπου υπονοείται ότι το βραβείο της προέκυψε από ιμπεριαλιστική διαφημιστική στήριξη. Άνθρωποι λόγιοι και οι ομότεχνοί της την πλησιάζουν με επιφύλαξη και φόβο πλέον στην Αβάνα. Από ένα τυχαίο γεγονός, μαθαίνει για το παραποιημένο παρελθόν της, την άγνωστη ιστορία του πραγματικού πατέρα της, την προδοτική συμπεριφορά της μητέρας της, που επί χρόνια τής έκρυβε την αλήθεια και συγκλονισμένη συνειδητοποιεί ότι το παρελθόν της είναι μια μυθοπλασία, αφού ακόμη και ο τόπος γέννησής της δεν είναι η Αβάνα.

Όταν επισκέπτεται έναν παλιό της φίλο στο Μεξικό, έρχεται σε επαφή με αντιφρονούντες εξόριστους, της εκεί κουβανικής κοινότητας, οι οποίοι όμως την αντιμετωπίζουν με καχυποψία εφόσον η ίδια εξακολουθεί να ζει στην Κούβα με το αριστερό αυταρχικό καθεστώς. Σύντομα η Κλέο απομονώνεται εντελώς, αρνείται όμως να εγκαταλείψει το γράψιμο, δε δέχεται τη σιωπή που της επιβάλλεται, αλλά δε διανοείται να εγκαταλείψει την Αβάνα. Περνάει εβδομάδες μέσα στο διαμέρισμά της μόνη, έχοντας συντροφιά μόνο τη Μάργαρα, την οικονόμο της οικογένειάς της, η οποία της συμπαραστέκεται με συμπάθεια και γενναιότητα. «Γράψε και κάνε ησυχία» τη συμβουλεύει συνεχώς, αλλά η Κλέο δεν μπορεί να παραμείνει ήρεμη. Το να διαβάζουν οι αναγνώστες άλλων χωρών το έργο της, να την τιμούν, να μεταφράζονται τα βιβλία της σε πολλές γλώσσες, δεν έχει και πολλή σημασία για εκείνη, εφόσον η ίδια η χώρα της δεν την αναγνωρίζει. Είναι σκληρό το γεγονός ότι δεν μπορεί να μοιραστεί το έργο της με τους ομοεθνείς της.

Βιβλίων Γη

Η έντονη καταβύθιση στον εσωτερικό κόσμο της ηρωίδας είναι η κινητήρια δύναμη του μυθιστορήματος. Από την αρχή ακόμη, η συγγραφέας κάνει εμφανή τη στόχευσή της στο να αφηγηθεί το πώς δημιουργείται Τέχνη υπό επιτήρηση, το οποίο είναι και προσωπικό της βίωμα. Μη σχολιάζοντας αιχμηρά την πολιτική κατάσταση και το τι συμβαίνει σήμερα ή τι συνέβη στο παρελθόν στην Κούβα, η συγγραφέας, με τη φωνή της ηρωίδας της, διαμαρτύρεται για την καθημερινή προσωπική παρακολούθηση και λογοκρισία του έργου της. Η Κλέο ακροβατεί ανάμεσα στην απομόνωση και την παγκοσμιοποίηση, στην κρατική επιτήρηση με τις διάσπαρτες κάμερες στο σπίτι της και την ιδιωτική ερωτική ζωή της, στις κοσμικές συναντήσεις και παρουσιάσεις των βιβλίων της, καθώς και την καθημερινότητα του φόβου στην Αβάνα, όπου δεν υπάρχει εύκολη διαφυγή.

Παρ’ όλα αυτά, αναφέρεται με αγάπη στην Αβάνα, σαν να είναι το σπίτι της, ενώ την ίδια στιγμή έχει τη δυνατή επιθυμία να απαλλαγεί από τη συνεχή επιτήρηση, που τη βιώνει σαν την απόλυτη προδοσία. Η Κλέο χρειάζεται σύνδεση, ανθρώπινη επαφή και έχει ανάγκη να ελπίζει ότι κάποτε «οι Κουβανοί ίσως μπορέσουμε να ζήσουμε ενωμένοι, χωρίς να σκεφτόμαστε ότι ο άλλος μάς υπονομεύει».

Αν ένα λεπτό αρκεί για να πεθάνεις, πώς να μην αρκεί για να αλλάξεις τη ζωή σου;

Αισθάνεται πως είναι το μόνο άτομο που νιώθει μοναξιά και το μόνο που θέλει, το μόνο που επιδιώκει, είναι να τη δει κάποιος με καθαρή ματιά.

Η ζωή παραείναι σκληρή για να την ζεις νηφάλια.

Βιβλίων Γη

Η μυστική αστυνομία, ενώ παρακολουθεί το σπίτι της, το έργο της και την κοινωνική ζωή της, δεν έχει πρόσβαση στην εσωτερικότητά της και στον ψυχισμό της. Και έτσι, η ιστορία της Κλέο γίνεται μία υπόθεση ενδότερη μέχρι το τέλος του μυθιστορήματος. Γύρω της υπάρχει ένας κόσμος «θολός», απειλητικός, και μέσα σε αυτόν η ηρωίδα λειτουργεί με εντελώς φυσιολογικό τρόπο όπως αρμόζει στην ηλικία της. Της αρέσει το σεξ, το κολύμπι, λατρεύει το φαγητό και τα πάρτι, λατρεύει και την «ετερόκλητη, έντονη, άμυαλη και σκόρπια πόλη» όπου ζει, αλλά η διαρκής επιτήρηση την αναγκάζει να βγαίνει συχνά από τη φυσική της συνθήκη.

Η ιδιωτικότητα σ’ αυτό το νησί είναι σαν το χιόνι, ψευδαίσθηση.

Πρόκειται για ένα σκληρό μυθιστόρημα, γεμάτο διαφθορά, εξαπάτηση, προδοσία και, το βασικότερο, την κυριαρχική αίσθηση της απουσίας συναισθήματος. Ποίηση και πεζογραφία, αυτοβιογραφικά στοιχεία και υπερρεαλισμός, μπλέκονται με δραματικό και αγωνιώδη τρόπο μέσα σε ένα περιβάλλον δυστοπικό. Με γραφή λυρική και χωρίς ανάσα, με ματιά καθηλωτική στη ζωή των λογοτεχνών που επιχειρούν να εκφραστούν ελεύθερα σε καθεστώτα λογοκρισίας, η Γκέρα τελειώνει την ιστορία της με μία μικρή συλλογή ποιημάτων της, σαν μία ποιητική, σπαρακτική διαμαρτυρία, χωρίς, όμως, να εκβιάζει από τον αναγνώστη τη γενίκευση της εμπειρίας της και να τη θεωρήσει εκπρόσωπο όλων των Κουβανών.

Χωρίς την Κούβα δεν υπάρχω. Εγώ είμαι το νησί μου.

Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη

Μτφ: Ιφιγένεια Ντούμη

Σχετικά Άρθρα