19 Μαΐου: Η Γενοκτονία των Ποντίων

Βιβλίων Γη

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Τιμούμε σήμερα τη μνήμη των 353.000 Ελλήνων του Πόντου, θύματα του τουρκικού εθνικισμού του Κεμάλ. Η Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου καθιερώθηκε το 1994 με απόφαση της Βουλής των Ελλήνων και τιμάται κάθε χρόνο στις 19 Μαΐου. Ημέρα μνήμης για μια γενοκτονία που ο πόνος, το αίμα και ο ξεριζωμός, χάραξαν ανεξίτηλα σημάδια στις ψυχές των Ελλήνων του Πόντου και είναι χρέος και ιερό καθήκον όλων μας να μη λησμονήσουμε ποτέ. Αποτίουμε τον δικό μας φόρο τιμής στην ιστορική αυτή στιγμή, με αναφορές σε σοκαριστικές μαρτυρίες επιζώντων.

Βιβλίων Γη

Γ.Ν. Λαμψίδη «Τοπάλ Οσμάν» (Ιστορίες μιας γενοκτονίας), Εκδόσεις Αφοί Κυριακίδη

Όταν είδαν και αποείδαν οι φευγάτοι στα βουνά πατριώτες μου πως δεν θα έρθουν οι Ρώσοι, κατέβηκαν και παραδόθηκαν στους Τούρκους. Οι τροφές τούς είχαν τελειώσει και τα γυναικόπαιδα δεν άντεχαν πια. Όμως τι να σας πω, τι είδαν τα μάτια μου. Ήταν τόσο φοβερό. Μερικούς τους σκότωσαν αμέσως ή τους σφάξανε μπροστά στα μάτια μας, και τους άλλους τους άρχισαν με χοντρά ραβδιά στο ξύλο. Όταν πια τελείωσαν όλα αυτά, μας ανάγκασαν όλους να γδυθούμε, άντρες και γυναίκες, και να βαδίσουμε. Βαδίσαμε έτσι σ’ αυτά τα χάλια δύο μέρες μέσα στα βουνά. Ο ένας ντρεπόταν τον άλλο και οι κακόμοιρες οι γυναίκες μας προσπαθούσαν να σκεπαστούν με τα κουρέλια και τα τσουβάλια που βρήκαν σ’ ένα έρημο ελληνικό χωριό. Μας πήγαιναν στο Καράχισαρ. Για να πάμε στο Καράχισαρ έπρεπε να περάσουμε το βουνό Εΐριπελ που ήταν χιονισμένο. Κρύος παγωμένος αέρας τρυπούσε τα γυμνά κορμιά μας. Εκεί ήταν το τέλος. Κάπου 450 ψυχές πάγωσαν στο Εΐριπελ. Το πρώτο χιόνι είχε σκεπάσει όλους.

Μάνα μου, μάνα μου. Την κρατούσα ως την τελευταία στιγμή. Και τον Ισαάκ, τον μικρότερο αδερφό μου, τον έσερνα από το χέρι, ώσπου τον άφησα κάτω. Δεν μπορούσε πια να περπατήσει. Νικόλα, μου είπε, κρυώνω, παγώνω. Και έκλεισε το στόμα του. Πάγωσε. Τρεις σωθήκαμε. Εγώ έφυγα και πήγα στο Τζαλ, βρήκα ρούχα και έπεσα μέσα στα βουνά να βρω σωτηρία.

Μαρτυρία ενός νέου από το Καπέκκλησε της Τρίπολης για τις πορείες θανάτου.
Βιβλίων Γη

Αναστάσιου Λ. Σταμπουλίδη Βατόλακκος: Οι ρίζες μας, εκδ. Ινφογνώμων.

Ήμουν γατσάχ (φυγόστρατος) μαζί με τον Μεχτερίδη Γιάννη και κρυβόμασταν έξω από το χωριό. Μας κυνηγούσαν οι Τούρκοι για να μας πάνε στο στρατό. Δεν ξέραμε τι είχε συμβεί στο χωριό Χερίζ Νταγ. Το βράδυ, με πολλές προφυλάξεις πλησιάσαμε το χωριό. Ακούγαμε τα σκυλιά να γαυγίζουν, τα πρόβατα να βελάζουν και ανησυχήσαμε. Τρελαθήκαμε από την αγωνία μας να μάθουμε τι συμβαίνει. Χάσαμε τον εαυτό μας, όταν καθώς πλησιάσαμε με προφυλάξεις, ακούσαμε βογγητά. Ήταν από το πηγάδι, που ήταν γεμάτο με σώματα ανθρώπων. Πλησιάσαμε και τραβήξαμε τις πέτρες που τους πλάκωναν. Αυτοί που ήταν πάνω-πάνω, είχαν ακόμη τις αισθήσεις τους. «Τι έγινε;» φωνάξαμε.

«Γιώργη, Γιώργη αδελφέ, φύγετε, μας έσφαξαν οι Τούρκοι», άκουσα ξεψυχισμένη τη φωνή της αδερφής μου Σαββαδελής. «Πού είναι οι άλλοι;»

«Στο βουνό», πρόλαβε να πει και έσβησε. Τρέξαμε βιαστικά στα σπίτια μας. Ήταν ερειπωμένα και μισοκαμμένα. Ψάξαμε αμέσως να βρούμε τρόφιμα, τα φορτωθήκαμε και τραβήξαμε κατά το βουνό. Περίπου υπολογίσαμε πού κρύβονταν. Καθώς προχωρούσαμε, βρήκαμε μια γυναίκα μέσα σε μια σπηλιά και μάθαμε τα γεγονότα.

Οι Τούρκοι που μας χτύπησαν στο Κιζολτουρέν, δεν ήταν οι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν. Ήταν τσέτες Τούρκοι από τα γύρω τουρκικά χωριά, που τους είχε οπλίσει ο Κεμάλ. Ο Τοπάλ Οσμάν μετά από την καταστροφή του Χερίζ Νταγ τράβηξε για το χωριό Κιρκχαρμάν, όπου κι εκεί είχαμε πολλούς συγγενείς. Κύκλωσε το χωριό με τους τσέτες του και έμασε τον κόσμο σε τέσσερα μεγάλα σπίτια. Λεηλάτησαν και λήστεψαν όλα τα σπίτια, άρπαξαν ό,τι ήθελαν και άρχισαν τις απάνθρωπες πράξεις τους. Τις νεαρές γυναίκες τις αιχμαλώτισαν και τις έστειλαν στις μεγάλες πόλεις και τους νέους τους έστειλαν στα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού). Οι υπόλοιποι άνδρες, γυναίκες και παιδιά συνωστισμένοι στα τέσσερα σπίτια έκλαιγαν γοερά και οι σπαρακτικές κραυγές τους ακούγονταν όλο το χωριό. Οι Τούρκοι γελούσαν σαρκαστικά. Έριξαν χειροβομβίδες από τα παράθυρα και αιματοκύλησαν τους άμοιρους που ήταν μέσα. Μετά πότισαν με πετρέλαιο τους τοίχους των σπιτιών κι έβαλαν φωτιά. Λαμπάδιασαν τα σπίτια και φούντωσαν από το καπνό. Καίγονταν ζωντανοί άνδρες και γυναίκες. Οι μητέρες έριχναν από τα παράθυρα τα παιδιά τους έξω σε μια ύστατη προσπάθεια να τα σώσουν. Πολλές γυναίκες προσπάθησαν να πέσουν με τα παιδιά τους από τα παράθυρα για να γλιτώσουν. Οι Τούρκοι τις πυροβολούσαν και τις αποτελείωναν. Γελούσαν, κάγχαζαν και διασκέδαζαν με το αποτρόπαιο έργο τους. Όσοι σώθηκαν, ήρθαν στην Ταζλού και με τον τρόμο ζωγραφισμένο στα πρόσωπά τους μάς τα διηγήθηκαν με λυγμούς. Κι εκείνες τις καταραμένες ώρες νιώσαμε κάτι το περίεργο… Δεν σκεφτόμασταν τους ανθρώπους μας που χάθηκαν, παρά μόνον τους εαυτούς μας και ευχαριστούσαμε το Θεό για τη σωτηρία μας

Βιβλίων Γη

Μαρτυρία Σοφίας Παπαδοπούλου-Σταμπουλίδη

Ο Τοπάλ Οσμάν με τους τσέτες του, αφού σκόρπισε τον όλεθρο στο Χατζήμπεη, έφθασε και περικύκλωσε το χωριό Χερίζ Νταγ, λίγο πριν από το σούρουπο της 21ης Ιουνίου 1921.Αιχμαλώτισε όσους δεν πρόλαβαν να φύγουν, γύρω στους 180 κατοίκους. Τους συγκέντρωσαν στα δυο πηγάδια. Τους άνδρες τους κατάσφαξαν άγρια, τις δε γυναίκες, αφού τις βίασαν, τις έριξαν ζωντανές με τα παιδιά τους στα δυο πηγάδια. Τις νέες γυναίκες τις έστειλαν εξορία στη Σεβάστεια, τη Μαλάτεια, την Τοκάτη και στο Χαρπούτ. Υπέβαλαν και τις γριές και τους γέρους που δεν μπόρεσαν να φύγουν, σε φοβερά βασανιστήρια. Τους χτυπούσαν με τα μαστίγια και τους υποκόπανους των όπλων και τους οδηγούσαν από σπίτι σε σπίτι για να τους υποδείξουν κρυμμένους θησαυρούς, κοσμήματα, και πολύτιμα πράγματα.

Γυναίκες γριές γυμνώθηκαν ολότελα και τις ρωτούσαν: «Πού είναι οι κόρες σας και οι νύφες σας;». Τις έβαζαν μέσα σε μεγάλα τσουβάλια και έριχναν μέσα γάτες. Τις χτυπούσαν με ξύλα και οι γάτες ξέσχιζαν τις σάρκες των γυναικών. Άλλες πάλι τις γονάτιζαν και περνούσαν στο σώμα τους επάνω μεγάλα ξύλινα κοφίνια που από τις χαραμάδες τους με μαχαίρια τις κατακρεουργούσαν. Δεν άντεχαν και μαρτυρούσαν τη θέση εκείνων που είχαν καταφύγει σε κρύπτες, όπως ήταν τα ταβάνια των σπιτιών και σπήλαια γύρω από το χωριό.

Οι τσέτες βλέποντας τα μεγάλα ζώα, βόδια και άλογα, να τρέχουν τρομαγμένα, τα πυροβολούσαν και τα σκότωναν, γεμίζοντας τους δρόμους και τις αυλές με ογκώδη πτώματα. Έψαξαν όλα τα σπίτια, τα υπόστεγα, τις αποθήκες. Πήραν ό,τι πολύτιμο βρήκαν και τα άλλα τα κατέστρεψαν και τα πυρπόλησαν. Ρίχτηκαν κατόπιν στην εκκλησία. Πήραν ό,τι πολύτιμο βρήκαν, βεβήλωσαν τις εικόνες, τις κατακερμάτισαν, ξέσχισαν τα ιερά βιβλία και συνέτριψαν τις κανδήλες, τα μανουάλια, τα εξαπτέρυγα και τους πολυέλαιους.

Ακόμη και τάφους άνοιξαν, νομίζοντας ότι υπάρχει κρυμμένος θησαυρός. Αλλά και η τύχη όσων κρύφτηκαν με τα παιδιά τους στα γειτονικά δάση και σπήλαια δεν ήταν καλύτερη. Κατατρεγμένοι και νηστικοί, ιδίως οι δυστυχισμένες μητέρες έβλεπαν με σπαραγμό ψυχής να πεθαίνουν τα μωρά τους στις κούνιες τους και τα μικρά παιδιά ενός και δύο ετών να ξεψυχούν στα χέρια τους, ανήμπορες να προσφέρουν οποιαδήποτε βοήθεια, αφού και οι ίδιες αντιμετώπιζαν το φάσμα του θανάτου.

Ένα ελάχιστο δείγμα από τις μαρτυρίες που δεν καταγράφηκαν στη μεγάλη Ιστορία, αλλά έχουν σημαδέψει βαθιά το συλλογικό μας ψυχισμό.

Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Σχετικά Άρθρα