Η Κυρία Ντορεμί: Η Λιλίκα Νάκου γράφει για την κλειστή κοινωνία του μεσοπολέμου και τη νεότητα

Βιβλίων Γη

Γράφει η Σοφία Σιγάλα

Η δεκαετία του 30′ είναι χαρακτηριστική των κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών στο εσωτερικό της Ελλάδας, αλλά και στην παγκόσμια πραγματικότητα. Για την ελληνική κοινωνία είναι το τέλος ενός μεγάλου πολέμου, και η πολιτική και κοινωνική προπαρασκευή ενός δεύτερου, αλλά και η προσαρμογή σε μια νέα κατάσταση, αυτή της αρμονικής συνύπαρξης των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής με τους υπόλοιπους Έλληνες. Η Λογοτεχνία έχει κάνει πολλές αναφορές σχετικά με το θέμα και έχει σκιαγραφήσει τις σχέσεις και τα καινούρια κοινωνικά δεδομένα που προέκυψαν. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ο τρόπος εξέλιξης της γυναίκας και η απαρχή μιας νέας συνθήκης· η γυναίκα παίρνει στα χέρια της τη ζωή της, διεκδικεί την επί ίσοις όροις αντιμετώπισή της σε μια κοινωνία ανδροκρατούμενη, αναζητά εργασία, σπουδάζει και παλεύει με τα κοινωνικά στερεότυπα, που την αντιμετωπίζουν ως φύση ενταγμένη σε συγκεκριμένες θέσεις και δείγμα της κοινωνικής και οικογενειακής ηθικής. Μητέρα, σύζυγος, νοικοκυρά, κόρη υποταγμένη στις αποφάσεις του πατριαρχικού προτύπου, αλλά και αποκομμένη, στην πλειονότητα, από τα κέντρα μόρφωσης, και επαγγελματικής κατάρτισης.

Ο τρόπος που αντιμετωπίζει μια επαρχιακή κοινωνία μια κοπέλα που έχει ικανότητες πέρα από τις μέχρι τότε γνωστές και αποδεκτές είναι το θέμα που θίγει ένα από τα σημαντικότερα έργα της Λιλίκας Νάκου, Η Κυρία Ντορεμί. Η Λιλίκα Νάκου δημιουργεί ένα μυθιστόρημα με στοιχεία αυτοβιογραφικά γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, και αναδεικνύει τη δεινή θέση της γυναίκας σε μια κλειστή κοινωνία, αφού έρχεται ως «εισβολέας» για να τρίξει και να αναιρέσει το εθιμικό και κοινωνικό δίκαιο που συντηρεί μια συγκεκριμένη ηθική δομή. Ένα μορφωμένο κορίτσι από τη Γαλλία, Ελληνίδα, αλλά μεγαλωμένη με άλλα πρότυπα, διορίζεται δασκάλα και απειλεί την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων.

Η Κατερίνα Μακρή, Ελληνίδα μεγαλωμένη στο Παρίσι, έρχεται με τη μητέρα της στη «μεταξική» Ελλάδα, μετά τον θάνατο του πατέρα της και την πτώχευση της οικογένειάς της. Αποφασίζει να γίνει δασκάλα, μιας και έχει γνώσεις μουσικής και μιλάει άπταιστα τα Γαλλικά. Παρά τις αντιδράσεις της μητέρας της, εκείνη κάνει αίτηση, και με τη βοήθεια κάποιου φίλου της οικογένειας, καταφέρνει να πάρει θέση σε γυμνάσιο της Κρήτης. Το Ρέθυμνο είναι ο τόπος που θα εξελιχθεί η ιστορία της. Η κλειστή κοινωνία του Ρεθύμνου θα τη δεχτεί καχύποπτα και με διάθεση εχθρική στην πλειονότητά της. Αντιπροσωπεύει για εκείνους μια άγνωστη μορφή γυναικείας υπόστασης, είναι η πρώτη που θα μπει μέσα στον ανδροκρατούμενο κόσμο των αρχών του τόπου -μην ξεχνάμε πως στην επαρχία ο παπάς, ο δάσκαλος, ο κοινοτάρχης και ο ενωμοτάρχης είναι οι ηθικοί και κοινωνικοί ρυθμιστές- και θα φέρει έναν αέρα δροσιάς, ομορφιάς, νέας αντίληψης και διαφορετικότητας. Θα της βάλουν πολλές τρικλοποδιές, θα προσπαθήσουν να τη χαρακτηρίσουν ανήθικη και θα της δείξουν με κάθε τρόπο τη δυσαρέσκειά τους. Εκείνη, με την ευαισθησία της και τον διαφορετικό τρόπο σκέψης της, θα προσπαθήσει να ενταχθεί στις συνθήκες που βρίσκεται αντιμέτωπη. Ο χαρούμενος, αθώος και αφελής της χαρακτήρας θα είναι τα όπλα της για να αντιμετωπίσει την εχθρικότητα. Θα ερωτευτεί έναν από τους μαθητές της, μεγαλύτερο σε ηλικία από την ίδια, θα αρραβωνιαστούν κρυφά και θ κάνουν όνειρα που δεν πρόκειται ποτέ να πραγματοποιηθούν. Τελικά, θα φύγει από το Ρέθυμνο, αφού ποτέ δε θα μπορέσει να απορροφηθεί από την κλειστή και άτεγκτη κοινωνία του.

Βιβλίων Γη

Η Λιλίκα Νάκου καταγράφει στο μυθιστόρημά της την κοινωνική συνθήκη της Ελλάδας του μεσοπολέμου, μέσα από μια αφήγηση που διανθίζεται με στιγμές ευχάριστες, με δόσεις κωμικότητας, αλλά πάντα με γνώμονα την τραγικότητα και τη δυσχέρεια της γυναικείας θέσης. Αποτυπώνει την περίοδο της πολιτικής που χαρακτηρίζει την κυβέρνηση του Μεταξά, την ανάγκη των κοριτσιών να απελευθερωθούν από τη μοιραία θέση που βρίσκονται από τη γέννησή τους, τον τρόπο που οι νέοι της εποχής, κυρίως τα αγόρια, αντιμετωπίζουν την εκπαίδευση, τις μορφές διάκρισης σε μια επαρχιακή πόλη, τις συνθήκες διδασκαλίας της εποχής, το εκπαιδευτικό σύστημα και τη σημασία που έχει την περίοδο του μεσοπολέμου, τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που δημιουργούν χαρακτήρες και πρότυπα. Το Ρέθυμνο την εποχή εκείνη, όπως περιγράφεται στο μυθιστόρημα, είναι μια πόλη μικρή, φτωχή και η κοινωνία του γεμάτη προκαταλήψεις και καχυποψία απέναντι στους ανθρώπους που έρχονταν από αλλού. Δεν προσπαθεί να δώσει χαρακτήρα σε έναν συγκεκριμένο τόπο, αλλά ταυτοποιεί συμβολικά όλη την Ελλάδα της επαρχίας. Η Λιλίκα Νάκου δεν ξεφεύγει από την ατμόσφαιρα που αποκρίνεται στη δεκαετία του 30′, μια εποχή που η μελαγχολία και η αναζήτηση ονείρων είναι διάχυτη και τη χαρακτηρίζει την ανθρώπινη ύπαρξη. Δίνει, όμως, ένα σπουδαίο μήνυμα, εκείνο της ανάγκης για αρμονική συνύπαρξη διαφορετικών αντιλήψεων, της απαίτησης για ανθρωπιά και κατανόησης, και εξυμνεί την αγάπη και τον έρωτα, τα συναισθήματα που πάντα θα προσπαθούν να πολεμήσουν κάτω από οποιαδήποτε αντιξοότητα και δεν έχουν χρόνο, δεν επηρεάζονται από την ασχήμια της ζωής και της Ιστορίας.

Βιβλίων Γη

Ένας μήνας κύλησε χωρίς μεγάλες στεναχώριες. Αν εδίδασκα μόνο Γαλλικά στο Γυμνάσιο, θα τα κατάφερνα, νομίζω, καλά. Ακόμα και οι μεγάλοι της Έκτης στην αρχή κάθονταν μαζί μου καλά. […]

Καταλαβαίνει κανείς εύκολα εάν μπορούν να ενδιαφερθούν για το μάθημα της Ωδικής παιδιά, σχεδόν άντρες πια, που το μεγαλύτερο ενδιαφέρον τους στρέφεται στα όπλα. Πώς να τους μάθεις τις νότες, το σολφέζ, χωρίς να σε πάρουν στην κοροϊδία; […] Α, δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την περίοδο της ζωής μου. Είχα χάσει τον ύπνο μου. Τα παιδιά της έκτης δεν ήθελαν να μάθουν τις νότες. Σχεδίαζα πάνω στον μαυροπίνακα το πεντάγραμμο, τους έδειχνα τις νότες, τις τραγουδούσα, τους μάθαινα το ντο-ρε-μι. Ήταν αδύνατο όμως να τα πούνε σωστά. Τα ‘λεγαν «κουλουράκια».

— Ίντα μαθές είν’ αυτό το στρόγγυλο στην τρίτη γραμμή; μου φώναζαν περιγελαστικά.

— Κι αυτό κάτω από τις γραμμές, που μοιάζει αβγό με άχυρο στη μέση, ίντα ‘ναι;[…]

Στις αρχές πήγαινα κοντά στα παιδιά, έπαιρνα το δεξί τους χέρι και τους μάθαινα πώς να κρατάνε το χρόνο.

— Ένα! Δύο! Τρία! Τέσσερα! Ένα ολόκληρο, παιδιά, αξίζει τέσσερους χρόνους. Λοιπόν ας αρχίσουμε όλοι μαζί: Ντό-ο-ο-ρέ-ε-ε-μί-ι-ι… τρεις χρόνοι… Καταλάβατε τώρα;

Δεκάδες μάτια με κοίταζαν περιγελαστικά. Κι ο μαθητής που του κρατούσα το χέρι για να βαστά το χρόνο ήταν ένα παλικάρι ώς εκεί πάνω, ένα μέτρο κι ογδόντα. Κι αυτό το μικροσκοπικό γυναικάριο που ήμουν εγώ, που ίδρωνε και ξίδρωνε για να τους μάθει τις νότες, θα τους φαινότανε σίγουρα πολύ γελοίο.

-Ίντα κοπελιά μάς στείλανε για δασκάλα; Μια πιθαμή!… θα λέγανε και θα ‘σκαζαν στα γέλια.

Και δώσ’ του εμένα να τρέχει ο ίδρωτας. Μόλις έβγαινα απ’ την τάξη, έπρεπε να πάω τρεχάλα στο δωμάτιό μου ν’ αλλάξω πουκάμισο, γιατ’ ήμουν μουσκίδι. Κέρδιζα δηλαδή το ψωμί μου όχι απλώς με τον ιδρώτα του προσώπου μου, όπως λέει το ρητό, αλλά με ποτάμι από ιδρώτα.

Οι πιο μεγάλοι της τάξης, που θα ήταν 24 ώς 25 χρονών, αυτοί κάθονταν στα τελευταία θρανία. Ξαπλώνονταν εκεί και διάβαζαν μαθηματικά ή ό,τι άλλο δείχνοντας ολοφάνερα την αδιαφορία, την προπέτειά τους σε μένα και στο μάθημα που δίδασκα. Αυτό με πλήγωνε περισσότερο απ’ όλα. Τους έκαμα πολλές φορές παρατήρηση γι’ αυτό και τους είπα να μην έρχονται στην τάξη.

— Ερχόμαστε μονάχα για να μη μας βάλεις απουσία, απάντησαν με αναίδεια. Αυτό μας έλειπε τώρα, να ξελαρυγγιαζόμαστε με τα κουλουράκια που γράφεις αυτού στο μαυροπίνακα…

Μια μέρα που έμπαινα στην τάξη, ένας απ’ αυτούς τους μεγάλους, σηκώθηκε, μ’ έδειξε στους άλλους με το δάχτυλο και φώναξε γελώντας:

— Να την! Έρχεται η κυρία Ντορεμί!…

Όλη η τάξη άρχισε τότε να κάνει καζούρα και να φωνάζει:

— Η κυρία Ντορεμί! Η κυρία Ντορεμί!…

— Ε, καλημέρα παιδιά, καλημέρα… Ωραίο όνομα μου χαρίσατε, τρεις όμορφους ήχους μουσικής… Τί καλύτερο απ’ αυτό! Έτσι δε θα με ξεχάσετε εύκολα, όταν φύγω από την Κρήτη…

Τότε ένας νέος σηκώθηκε άξαφνα και με ρώτησε:

— Γιατί το λέτε, αυτό, δεσποινίς Μακρή; Δεν πρόκειται να μας φύγετε, πιστεύω.

— Αν εξακολουθήσετε να μου φέρνεστε έτσι, θα ζητήσω εξάπαντος από το Υπουργείο να με μεταθέσουν κάπου αλλού…

Τότε ο νέος γύρισε προς τους συμμαθητές του και τους φώναξε αγαναχτισμένος:

— Βλέπετε τί βλάκες που είστε; Θα την κάμετε τη γυναίκα να πάρει τα μάτια της και να φύγει από τον τόπο μας! Ντροπή μας! Αυτή φταίει αν το μάθημα της μουσικής θεωρίας δε σας ενδιαφέρει; Τέτοιο είναι το πρόγραμμα του Υπουργείου!… Τί θέλετε να κάμει αυτή; Ν’ αλλάξει το πρόγραμμα; Μια φορά που είχαμε κι εμείς την τύχη να μας φέρουν καλή δασκάλα, της φερνόμαστε σαν άγριοι! Ναι, ντροπή μας!…

Είχε επιβολή αυτός ο νέος στους συμμαθητές του, καθώς φαίνεται, γιατί αμέσως σώπασαν οι άλλοι.

Λιλίκα Νάκου, Η κυρία Ντορεμί, Δωρικός, Αθήνα 1997, σ. 67-70

Σχετικά Άρθρα