Το μυστήριο του Κασπάρ Χάουζερ (Kaspar Hauser) που δεν λύθηκε ποτέ

Βιβλίων Γη

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

26 Μαΐου 1828, Νυρεμβέργη. Ένας τσαγκάρης βλέπει έναν νεαρό να περιπλανιέται στους δρόμους. Ήταν περίπου 16 ετών, ταλαιπωρημένος, σαν μεθυσμένος και φορούσε παντελόνια, μια μεταξωτή γραβάτα, ένα γιλέκο, ένα γκρι σακάκι και ένα μαντήλι με τα αρχικά «KH» κεντημένα. Οι μπότες του είχαν σκιστεί τόσο πολύ, που τα πόδια του ήταν πληγωμένα και παραμορφωμένα από το δρόμο. Ο τσαγκάρης τον πλησίασε και τον ρώτησε τι ψάχνει. Ο νεαρός του έδωσε έναν σφραγισμένο φάκελο που έλεγε ότι έπρεπε να παρουσιαστεί στον Διοικητή του 6ου συντάγματος Ιππικού της Νυρεμβέργης.

Βιβλίων Γη

Όταν ο τσαγκάρης τον πήγε στο σπίτι του διοικητή, οι υπηρέτες του προσπάθησαν να τον περιποιηθούν αλλά το αγόρι αντιδρούσε παράξενα. Δεν αναγνώριζε την μπίρα ή το λουκάνικο, έφαγε όμως με απίστευτη βουλιμία ένα κομμάτι ψωμί και ήπιε ένα ποτήρι νερό. Όταν είδε ένα αναμμένο κερί, το κοίταξε κατάπληκτος και προσπάθησε να το πιάσει, με κίνδυνο να κάψει το χέρι του. Επίσης εντυπωσιάστηκε από το είδωλό του σε έναν καθρέφτη και προσπάθησε να τον αρπάξει. Στις ερωτήσεις δεν απαντούσε κανονικά. Έλεγε συνεχώς «δεν ξέρω» και «θέλω να γίνω καβαλάρης, σαν τον πατέρα μου». Ο διοικητής τον πήγε στην αστυνομία, όπου και εκεί επαναλήφθηκε το ίδιο σκηνικό. Οι αστυνομικοί δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν μαζί του. Όταν του έδωσαν ένα χαρτί και ένα μολύβι, εκείνος έγραψε μόνο το όνομά του, «Kaspar Hauser», ένα όνομα που έμελλε να γραφτεί στη λίστα με τις πιο περίεργες ιστορίες της Ευρώπης.

Ο Κάσπαρ οδηγήθηκε στον πύργο του Vestner, όπου φυλασσόταν από έναν δεσμοφύλακα και τον επισκεπτόταν συχνά ένας γιατρός καθώς και τα παιδιά του δεσμοφύλακα. Ο εντεκάχρονος γιος του δεσμοφύλακα τού δίδαξε το αλφάβητο. Μετά από καιρό, μεταφέρθηκε στο σπίτι του δεσμοφύλακα, ο οποίος παρατήρησε κάποια παράξενα πράγματα στο αγόρι. Δεν ντρεπόταν όταν τον έπλεναν, ενώ φάνηκε να μην ξεχωρίζει τον άντρα από τη γυναίκα, παρά μόνο από τα ρούχα τους. Είχε μονίμως ένα ήρεμο χαμόγελο στο πρόσωπό του.

Παράλληλα, η αστυνομία εξέταζε επισταμένως την περίπτωσή του. Ο νεαρός είχε πάνω του δύο γράμματα, το ένα πιο αινιγματικό από το άλλο. Και τα δύο ήταν γραμμένα στη Βαυαρική διάλεκτο. Το πρώτο έγραφε πως ο αποστολέας, ένας απλός δουλευτάρης άνθρωπος, έστελνε το παιδί να γίνει στρατιώτης στη Νυρεμβέργη και πίστευε ότι μπορεί να μάθει οτιδήποτε. Η μητέρα του το είχε εγκαταλείψει σε αυτόν και πως το αγόρι ήταν πάντα περιορισμένο μέσα στο σπίτι. Έκλεινε, όμως, με ένα αινιγματικό αλλά και ανατριχιαστικό τρόπο: «Αν δε μπορείτε να τον κρατήσετε, σφάξτε τον ή κρεμάστε τον από την καπνοδόχο». Το δεύτερο γράμμα ήταν μάλλον ένα γράμμα από την μητέρα του. Το παιδί είχε γεννηθεί το 1812. Ο πατέρας του ήταν νεκρός. Εκείνη ήταν φτωχή και αναγκάστηκε να δώσει το παιδί, με την οδηγία να υπηρετήσει στο Ιππικό , όπως και ο πατέρας του. Το μυστήριο γινόταν όλο και πιο περίπλοκο.

Βιβλίων Γη

Η ιστορία του Κασπάρ έγινε γνωστή σε ολόκληρη την Νυρεμβέργη. Μαζί του ασχολήθηκε ο διάσημος εγκληματολόγος, Anselm Ritter von Feuerbach, ο οποίος μεσολάβησε να δοθεί το παιδί για υιοθεσία. Συγχρόνως, έψαχνε και την υπόθεσή του. Ο άνθρωπος που τον υιοθέτησε ήταν καθηγητής πανεπιστημίου. Έμαθε τα πάντα στον Κάσπαρ αφού το μυαλό του ρουφούσε σαν σφουγγάρι. Έφτασε σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο και μπορούσε πλέον να μιλήσει καθαρά. Το 1829 έγραψε για τη ζωή του. Έγραψε ότι μεγάλωσε σε ένα κελί που δεν έμπαινε φως και για πολύ καιρό, τρεφόταν με ψωμί και νερό. Κάποια στιγμή ο «άνθρωπος» που τον επισκεπτόταν του έδωσε μερικά βιβλία και τον πρόσταξε να μάθει γραφή και ανάγνωση. Και μια μέρα εμφανίστηκε και του είπε πως έπρεπε να φύγουν. Αργότερα βρέθηκε να περπατά στους δρόμους της Νυρεμβέργης.

Η ιστορία του έγινε ακόμα πιο μυστήρια, όταν κάποιος αποπειράθηκε να τον δολοφονήσει μαχαιρώνοντάς τον στο λαιμό μέσα στο σπίτι του, αλλά ο Κασπάρ έσκυψε και δέχθηκε το μαχαίρι στο μέτωπο. Λιποθύμησε στην προσπάθειά του να ξεφύγει. Ο νεαρός, όντας σε κατάσταση σοκ, περιέγραψε τον παρ’ ολίγον δολοφόνο του όσο καλύτερα μπορούσε. Είπε πως πριν αποπειραθεί να τον δολοφονήσει του είπε: «Πρέπει να πεθάνεις πριν φύγεις από τη Νυρεμβέργη». Ξεκίνησε αμέσως έρευνα, αν και η κοινή γνώμη πίστεψε πως ο Κασπάρ προκάλεσε μόνος του τα τραύματά του, προσπαθώντας να ξανακερδίσει την προσοχή της πόλης. Υιοθετήθηκε ξανά από έναν λόρδο, ονόματι Στάνχοπ, ο οποίος όμως τον βαρέθηκε σύντομα και τον παράτησε στο σπίτι ενός γνωστού του. Κι εκεί ο Κασπάρ συμπεριφερόταν παράξενα.

Στις 14 Δεκεμβρίου του 1832, ο Κασπάρ θα συναντούσε έναν άντρα σε ένα πάρκο που θα του έδινε πληροφορίες για την μητέρα του. Ο άγνωστος του επιτέθηκε με μαχαίρι και τον τραυμάτισε θανάσιμα στον πνεύμονα και το συκώτι. Ο Κασπάρ Χάουζερ, δέχθηκε δολοφονική επίθεση για δεύτερη φορά, επιτυχημένα όμως. Το ερώτημα ήταν γιατί;

Υπόθεση συνωμοσίας;

Μερικοί υποστηρίζουν πως ο Κασπάρ ήταν μια αθώα ψυχή που χειραγωγήθηκε. Άλλοι πάλι λένε πως ήταν ένας ικανότατος τυχοδιώκτης, που εκμεταλλεύτηκε πρόσωπα και καταστάσεις. Ο εγκληματολόγος Feuerbach, στην έρευνά του κατέληξε, αν και διστακτικός στην αρχή, πώς ο Κασπάρ Χάουζερ ήταν ο νόμιμος διάδοχος του Δούκα του Baden, όπως αργότερα έγραψε και στο βιβλίο του. Ο Δούκας του Baden έκανε τρεις γιους οι οποίοι πέθαναν, ενώ οι κόρες του έζησαν όλες. Ο ίδιος, όταν δηλητηριάστηκε, υποστήριξε ότι το ίδιο έγινε και με τους γιους του. Το πρώτο παιδί, ο Κσσπάρ, αντικαταστάθηκε με το νεκρό παιδί ενός χωρικού και δόθηκε σε έναν στρατιώτη για να το κρατήσει έγκλειστο σε ένα σπίτι. Η μητριά του Δούκα επωφελήθηκε απ’ όλη αυτή την κατάσταση για να τοποθετήσει στη θέση του Δούκα τον γιο της, Λέοπολντ.

Κάποια χρόνια αργότερα, ο Βασιλιάς Λούντβιχ της Βαυαρίας φέρεται να παραδέχτηκε στο ημερολόγιό του πως ο Κασπάρ ήταν ο «νόμιμος Μεγάλος Δούκας του Μπάντεν». Όλα αυτά τα χρόνια, ο νόμιμος διάδοχος, λοιπόν, κρυβόταν σε ένα σπίτι και αργότερα θα γινόταν ένας απλός στρατιώτης. Τέλειο σχέδιο, ισχυρίστηκε ο Feuerbach, ο οποίος βρέθηκε ξαφνικά νεκρός σε ένα ταξίδι του, όπου θα συναντούσε κάποιον για να συζητήσει για τον Κασπάρ. Το ίδιο και ο γιος του, λίγα χρόνια αργότερα.

Βιβλίων Γη

Η ιστορία του Κασπάρ παραμένει ένα άλυτο μυστήριο μέχρι σήμερα. Κάποιοι πιστεύουν ότι ήταν ένας αδιάγνωστος επιληπτικός και ότι ορισμένοι από τους ισχυρισμούς και τα οράματά του μπορεί να έχουν ιατρική εξήγηση. Άλλοι πιστεύουν ότι το φτωχό αγόρι πρέπει να είχε αυταπάτες και να είχε τρελαθεί από την παραμέληση και την κακοποίηση που υπέστη στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, αν βέβαια είχε πει αλήθειες. Πάντως ένα είναι σίγουρο για τον Κασπάρ Χάουζερ: ότι ήταν ψεύτης. Ξανά και ξανά, διάφορες πηγές συμφωνούν ότι ο Χάουζερ ήταν επιρρεπής στο να λέει υπερβολές και ιστορίες. Είναι ξεκάθαρο ότι ο Χάουζερ είπε ψέματα για την ανατροφή του, όταν ισχυρίστηκε ότι είχε περάσει όλη του τη ζωή μόνος ως κρατούμενος σε ένα μικρό δωμάτιο χωρίς φως. Αν αυτό ίσχυε, θα ήταν πολύ πιο εξασθενημένος, τόσο ψυχικά όσο και σωματικά, από ό,τι ήταν όταν τον βρήκαν. Λογικά θα έπρεπε να πάσχει από ραχίτιδα, μια ασθένεια που προκύπτει από την έλλειψη βιταμίνης D , την οποία το σώμα παράγει φυσικά μέσω της έκθεσης στο ηλιακό φως. Δεν υπάρχει όμως καμία αναφορά στα αρχεία ότι ο Hauser έχει παραμορφωμένα οστά.

Πιθανόν ένα μεγάλο μέρος του μυστηρίου για τον Κασπάρ Χάουζερ κατασκευάστηκε από τον ίδιο τον Χάουζερ, είτε ως φάρσα είτε επειδή έπασχε από ψυχική ασθένεια (σύνδρομο Μυνχάουζεν;). Μπορεί να μη μάθουμε ποτέ τα κίνητρά του, αλλά ξέρουμε ότι το να είναι διάσημος ήταν πολύ σημαντικό για εκείνον, καθώς επιζητούσε και απολάμβανε τη διεθνή του φήμη. Είτε απατεώνας είτε γνήσιο μυστήριο, στο τέλος ο Χάουζερ κέρδισε. Η αληθινή του φύση και η ταυτότητά του συζητιέται ακόμα και σήμερα, σχεδόν δύο αιώνες μετά τη γέννησή του, καθόσον αποτέλεσε και αγαπημένο θέμα της λογοτεχνίας, της εγκληματολογίας και του κινηματογράφου.

Το 1974, ο σκηνοθέτης Werner Herzog παρουσίασε εξαιρετικά επιτυχημένα, την δική του εκδοχή για τη ζωή του στην ταινία «Το αίνιγμα του Kaspar Hauser». Συνολικά γράφτηκαν 300 βιβλία για την ιστορία του, το μυστήριο της οποίας δεν έχει διαλευκανθεί έως και σήμερα. Στη Νυρεμβέργη υπάρχει μνημείο με το όνομά του και με την επιγραφή: «Ενθάδε κείται ο Κασπάρ Χάουζερ, ένα αίνιγμα της εποχής του, η καταγωγή του άγνωστη, ο θάνατος του μυστηριώδης»…

Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Σχετικά Άρθρα