27 Μαΐου 1821: Η Ναυμαχία της Ερεσού και το ναυτικό κατόρθωμα του Παπανικολή

Βιβλίων Γη

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

«Με φουσκωμένα τα πανιά περήφανα και ωραία», τα καράβια του ’21 φύλαγαν τα τραγούδια της θάλασσας και το μυστικό της νίκης! Μένουμε έκπληκτοι μέχρι σήμερα για το πώς, από τα τρία μικρά και έρημα νησιά, Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά, τους «θαυμασίους σκοπέλους» του Κάλβου, ξεπήδησαν μέσα στη ζοφερή σκλαβιά, τα θαυμαστά εκείνα καράβια και οι ικανοί ναύτες, που φώτισαν με την λάμψη των θριάμβων τους τις Ελληνικές θάλασσες. Στην Ύδρα και τις γειτονικές Σπέτσες, παρόλη τη σκλαβιά, αρχίζουν να ναυπηγούν όλο και ταχύτερα καράβια, τα τρεχαντήρια πρώτα, τα σαχτούρια, τα λαντινάδικα , τις καραβοσαΐτες . Με τα καράβια αυτά ανοίγονται τώρα άφοβα στο Αιγαίο, παίρνουν στα χέρια τους το ναυτικό εμπόριο της Άσπρης θάλασσας και οργώνουν το πέλαγος, χωρίς πυξίδες, ούτε χάρτες, ούτε άλλο ναυτικό εργαλείο• όλα αυτά τα αγνοούν. Γνωρίζουν καλά όμως τις ακτές, το κάθε νησάκι, κάθε κάβο, κάθε ξέρα, ενώ τις νύχτες έχουν για οδηγό τους τα αστέρια.

Βιβλίων Γη
Ελληνικό μπρίκι, 1821

Το 1757 αρχίζει η περίοδος του ναυτικού μεγαλείου, όταν αρχίζουν να ναυπηγούν τα μπρίκια (πάρωνες), τον ιστορικό τύπο καραβιού που κυρίως χρησιμοποιήθηκε στον αγώνα, και με τον οποίο άρχισαν τα ταξίδια στα βόρεια παράλια της Αφρικής και σε όλη την Μεσόγειο. Τώρα αρχίζει να γενικεύεται και η χρήση της πυξίδας και των ναυτικών χαρτών. Την αξιοθαύμαστη αυτή πρόοδο κάτω από τα δεσμά της δουλείας, ήρθαν να ενισχύσουν και μερικά από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα της εποχής. Ένα παράδειγμα, τα φιλόδοξα σχέδια της Αυτοκράτειρας Αικατερίνης της Ρωσίας που κατέληξαν στην γνωστή Ορλωφική Επανάσταση, που παρά την αποτυχία της , οδήγησαν στην συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή.

Χάρη στην συνθήκη αυτή δόθηκε η ελευθερία, όχι μόνον να ναυπηγούνται μεγαλύτερα Ελληνικά καράβια αλλά και να ταξιδεύουν κάτω από την προστασία της Ρωσικής σημαίας. Λίγο αργότερα, ο νέος Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1787 έδωσε την ευκαιρία να λάμψει στο Αιγαίο το άστρο του Λάμπρου Κατσώνη ,να υπηρετήσουν στα καράβια του μεγάλου ναυμάχου Έλληνες θαλασσινοί και να αποκτήσουν έτσι εμπιστοσύνη και στην πολεμική τους αξία.

Εκτός από το πολύτιμο «σχολείο» του Κατσώνη, τα ελληνικά πληρώματα απέκτησαν πολεμική εμπειρία και από τους αδιάκοπους αγώνες τους με τους Αλγερινούς και Μπαρμπερίνους πειρατές που κούρσευαν αλύπητα την Μεσόγειο. Η ανάγκη για άμυνα απέναντι σε αυτά τα κουρσάρικα, που είχαν οπλισμό βαρύτερο ακόμη και από τα πολεμικά της εποχής, οδήγησε τους Έλληνες ναυτικούς να οπλίσουν και αυτοί τα σιτοκάραβά τους και να τα μετατρέψουν σε αληθινά μικρά πολεμικά. Έτσι στις αρχές του 19ου αιώνα, η ναυπηγική δεξιοτεχνία των νησιωτών, καθώς και οι ιστορικές συγκυρίες, οδήγησαν στο να εμφανίσει το υπόδουλο γένος έναν αξιόλογο ελαφρύ πολεμικό στόλο, που τα καράβια του ανήκαν σε ιδιώτες και ήταν αφιερωμένα κυρίως στο κερδοφόρο ναυτικό εμπόριο. Σημειωτέον, πως στην ακμή αυτή την αξιοθαύμαστη του Ελληνικού ναυτικού βοήθησε ακόμη και ο οικονομικός παράγοντας. Άφθονα ήταν τα κέρδη που είχαν τα Ελληνικά καράβια διασπώντας τον Αγγλικό αποκλεισμό και τροφοδοτώντας Γαλλία και Ισπανία κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους. Τα πλούσια αυτά κέρδη, όχι μόνο έφεραν μία περίοδο ευμάρειας ,αρχοντιάς και πολιτισμού στα νησιά, αλλά δημιούργησαν και τις περιουσίες εκείνες των προεστών, με τις οποίες κατά ένα μεγάλο μέρος συντηρήθηκε ο Ελληνικός στόλος τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης.

Βιβλίων Γη
Λάμπρος Κατσώνης

Έτσι συντελέστηκε το πρώτο αυτό «θαύμα» της δημιουργίας του υπόδουλου πολεμικού στόλου, με αποτέλεσμα στις παραμονές του Αγώνα να έχουμε : η Ύδρα 79, οι Σπέτσες 46, τα Ψαρά 39 καράβια, όλα άνω των 200 τόνων και όλα εξοπλισμένα και εφοδιασμένα για πόλεμο. «Με φουσκωμένα τα πανιά περήφανα και ωραία», όπως τα είδε και ο Σολωμός, ήταν έτοιμα για τον μεγάλο αγώνα κι ας ήταν σκληρός και άνισος.

Ο εχθρικός τουρκοαιγυπτιακός στόλος, ενώ είχε ασύγκριτη υπεροχή σε αριθμό και σε μέγεθος πλοίων σε πυροβόλα, σε επάρκεια υλικών και ανθρωπίνων μέσων, που του παρείχε απλόχερα η παντοδύναμη αυτοκρατορία, δεν είχε την προαιώνια δύναμη ψυχής των Ελλήνων ναυτικών. Τα φοβερά δίκροτα και τρίκροτα του τουρκικού στόλου ήταν αληθινοί γίγαντες μπροστά στα μικρά και ευκίνητα Ελληνικά καράβια. «Σου πέφτει η σκούφια σαν τα κοιτάζεις από χαμηλά», έλεγε ο Μιαούλης. Επίσης, το πυροβολικό τους ήταν εμφανώς ισχυρότερο από το αντίστοιχο του Ελληνικού στόλου, ώστε μπορούσαν να κεραυνοβολούν και να κρατούν σε μεγάλη απόσταση τα Ελληνικά πλοία. Τα κανονάκια των Ελλήνων ήταν εντελώς ανίσχυρα κατά του εχθρού, σαν τον Δαβίδ κατά του Γολιάθ.

Η τραγική αυτή διαπίστωση έγινε από τις πρώτες κιόλας αναμετρήσεις των δύο στόλων και συγκεκριμένα από την άκαρπη επίθεση 50 Ελληνικών καραβιών εναντίον ενός και μόνο τουρκικού δίκροτου που ήταν αραγμένο στην Ερεσό της Λέσβου, το Μάιο του 1821. Ανίσχυρες στάθηκαν οι επανειλημμένες τους προσπάθειες. Στην κρίσιμη εκείνη ώρα, οι δυσκολίες που ορθώθηκαν απειλητικές , αντί να αποθαρρύνουν, φλόγισαν περισσότερο τον πόθο της νίκης και φώτισαν τον νου των Ελλήνων ναυτικών να δοκιμάσουν τα πυρπολικά, τα «μπουρλότα» όπως τα λέγανε τότε. Ζωντανή ήταν ακόμη η παράδοση από το «Υγρό Πυρ» και η γνώση πως, πριν από 50 χρόνια, οι Ρώσοι είχαν κάψει με πυρπολικά τον τουρκικό στόλο στον Τσεσμέ της Μικρασίας και ζούσαν ακόμη στα Ψαρά δυο τρεις άνθρωποι που ήξεραν να μετατρέψουν ένα κοινό καράβι σε πυρπολικό! Μέσα λοιπόν στην απελπισία τους, το κίνητρο της ελευθερίας τούς φανέρωσε τη «σφεντόνα του Δαυίδ», και ξύπνησε μέσα τους τον «πολυμήχανο Οδυσσέα».

Το πυρπολικό ήταν ένα κοινό καράβι-μπρίκι, συνήθως παλιό, γεμάτο εμπρηστικές ύλες : μπαρούτι, νέφτι, πίσσα, κουκουνάρες, ρητινώδη ξύλα κτλ. που με εξαιρετική ναυτική επιδεξιότητα κατευθυνόταν με τα πανιά εναντίον του εχθρικού πλοίου, επάνω στο οποίο έπρεπε να προσκολληθεί και να γαντζωθεί καλά. Όταν αυτό πετύχαινε, το πλήρωμα πηδούσε σβέλτα στη βάρκα που ρυμουλκούσαν. Στην πρύμνη του πυρπολικού έμενε μόνος ο καπετάνιος, που έδινε φωτιά και αστραπιαία το πυρπολικό, αληθινό πλωτό ηφαίστειο, μετέδιδε την πυρκαγιά στο εχθρικό πλοίο. Τότε μόνο πηδούσε ο καπετάνιος στη βάρκα, όπου τον περίμενε το πλήρωμα και με δυνατή κωπηλασία έφταναν στο ελληνικό καράβι που παρακολουθούσε από μακριά και περίμενε για να παραλάβει το πλήρωμα. Με αυτόν τον τρόπο ο Παπανικολής, με θαυμαστή ψυχραιμία και παλικαριά, έκαψε το περήφανο δίκροτο της Ερεσού, που σε μία τρομακτική έκρηξη της πυριτιδαποθήκης του διαλύθηκε ολόκληρο σε συντρίμμια.

Η λαμπρή επιτυχία του άξιου πρωτοπόρου των Ελλήνων μπουρλοτιέρηδων έδειξε έμπρακτα στους Έλληνες τον τρόπο με τον οποίο τα μικρά τους καράβια θα μπορούσαν να αντιπαρατεθούν στους τουρκοαιγυπτιακούς κολοσσούς. Τους φανέρωσε την παντοδυναμία των «αδυνάτων» και το Ελληνικό ναυτικό «θαύμα» του αγώνα. Στην επική συνέχεια της Επανάστασης έλαμψε η παλικαριά και η ναυτική αξία πολλών πυρπολητών, τους οποίους ατένιζε με θαυμασμό το αγωνιζόμενο γένος. «Τότε σε εκείνη την περίσταση», ιστορεί ο Μακρυγιάννης, «ο κάθε μπουρλοτιέρης ήταν μισός θεός».

Βιβλίων Γη

Ανάμεσα στην ηρωική αυτή ομάδα, ξεχώρισε με τις αλλεπάλληλες επιτυχίες του και η σεμνή μορφή του εκδικητή της Χίου, του Κανάρη. Η ναυμαχία της Ερεσού θεωρείται η πρώτη κατά μέτωπο ναυμαχία που έδωσαν οι Έλληνες ναυτικοί με πλοίο δίκροτο, του τότε αυτοκρατορικού οθωμανικού στόλου, η οποία και διεξήχθη στις 27 Μαΐου του 1821 στον όρμο Ερεσού της Λέσβου.

Το χρονικό της ναυμαχίας

Στις 23 Μαΐου, ένα τεράστιο πολεμικό δίκροτο, χωρίς σημαία, πέρασε τα στενά και έπλεε στο Αιγαίο. Οι Έλληνες πλοίαρχοι των καραβιών, που βρίσκονταν στην περιοχή, συμπέραναν ότι ήταν εχθρικό και αποτελούσε την προφυλακή του τουρκικού στόλου. Το πήραν στο κατόπι, αλλά, ενώ εκείνο έπλεε στο στενό της Χίου, άλλαξε ξαφνικά διεύθυνση και στράφηκε προς τις δυτικές ακτές της Λέσβου και συγκεκριμένα προς το λιμάνι της Ερεσού. Τα Ελληνικά πλοία το παρακολουθούσαν από απόσταση, καθώς το μέγεθος και ο οπλισμός του δεν επέτρεπαν την προσέγγισή του. Το πλοίο του Υδραίου Γιάννη Ζάκκα άρχισε να βάλει κατά του δικρότου. Δέχθηκε, όμως, σφοδρά πυρά από τα κανόνια του τουρκικού πολεμικού και γρήγορα αναγκάσθηκε να οπισθοχωρήσει, με απώλειες τρεις νεκρούς κι έναν τραυματία. Το δίκροτο στη συνέχεια προσορμίστηκε στο λιμάνι της Ερεσού και αποβίβασε απόσπασμα στην ξηρά. Ως αποστολή είχε να ενισχύσει με πολεμοφόδια και άνδρες τις φρουρές στα νησιά κατά μήκος της Μικράς Ασίας. Έφερε 74 πυροβόλα και ισχυρή στρατιωτική δύναμη, αποτελούμενη από 1000 και πλέον άνδρες. Το ελληνικό ναυτικό αποτόλμησε και δεύτερη επίθεση με τη σκούνα του Τομπάζη, αλλά τα πυρά του ανάγκασαν τους Έλληνες να εγκαταλείψουν την επιχείρηση.

Στις 27 Μαΐου του 1821, αντί για ένα ξεκίνησαν δύο πυρπολικά. Την τελευταία στιγμή, το σχέδιο άλλαξε και προστέθηκε στην επιχείρηση το πυρπολικό του Γεωργίου Καλαφάτη, που είχε αφιχθεί από τα Ψαρά. Ο Παπανικολής θα διηύθυνε το πυρπολικό του προς την πρώρα του δικρότου και ο Καλαφάτης προς το μέσο του πλευρού του. Κάθε ένα πυρπολικό συνοδευόταν και από μια βάρκα διαφυγής. Ο Παπανικολής πλεύρισε με επιτυχία το πυρπολικό του κάτω από την υψηλή πρώρα του εχθρικού πλοίου, όχι όμως και ο Καλαφάτης, του οποίου το πυρπολικό παρουσίαζε πολλές ατέλειες. Ο Παπανικολής έβαλε μπουρλότο στο πυρπολικό του και αμέσως οι φλόγες που ξεπετάχθηκαν, άρχισαν να καίνε το ξύλινο δίκροτο. Ο Καλαφάτης έκανε μια νέα προσπάθεια να πλευρίσει με το πυρπολικό του το τουρκικό δίκροτο, αλλά και πάλι απέτυχε. Τότε, αναγκάστηκε να αποχωρήσει οριστικά από την καταδρομική επιχείρηση. Ο Παπανικολής και οι σύντροφοι του πήδησαν από το πυρπολικό στη βάρκα διαφυγής και επέστρεψαν στη βάση τους σώοι και αβλαβείς.

Η πυρπόληση του Τουρκικού δικρότου στην Ερεσό υπήρξε το πρώτο μεγάλο ναυτικό κατόρθωμα του 1821 και η πρώτη φορά που οι Έλληνες επαναστάτες χρησιμοποίησαν πυρπολικό.

Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Σχετικά Άρθρα