Τέλλος Άγρας: Ο Μεσσήνιος Μακεδονομάχος πού έγινε Εθνομάρτυρας

Βιβλίων Γη

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

115 χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την ημέρα που οι θρυλικοί Μακεδονομάχοι Καπετάν Άγρας και Αντώνης Μίγγας, αφού διαπομπεύτηκαν επί τέσσερις ημέρες, απαγχονίστηκαν από Βούλγαρους κομιτατζήδες. Ήταν 7 Ιουνίου του 1907. Η ένοπλη περίοδος του Μακεδονικού Αγώνα, από το 1904 έως το 1908, αποτελεί την ενδοξότερη περίοδο αγώνων που έσωσαν τη Μακεδονία από τον σλαβικό επεκτατισμό. Ντόπιοι Μακεδόνες ελληνόφωνοι και σλαβόφωνοι, Κρήτες, Μανιάτες, και άνδρες αξιόμαχοι από πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας, ρίχτηκαν στον αγώνα για να κρατήσουν τη βόρεια εσχατιά του ελληνισμού που κινδύνευε. Φλογεροί πατριώτες, απόφοιτοι της σχολής Ευελπίδων, αλλά και απόστρατοι αξιωματικοί, κατατάχθηκαν εθελοντικά για να συγκροτήσουν τα πρώτα ελληνικά ανταρτικά σώματα στη μακεδονική ύπαιθρο.

Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, η λίμνη των Γιαννιτσών αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα πεδία των σφοδρών ελληνοβουλγαρικών συγκρούσεων. Εκεί, στη βαλτώδη λίμνη, ελληνικά αντάρτικα σώματα και Βούλγαροι κομιτατζήδες συγκρούονται μέχρι θανάτου καθώς θέλουν διακαώς να επικρατήσουν στην περιοχή, ενώ την ίδια ώρα οι Οθωμανοί κάνουν τα στραβά μάτια…Στις ηρωικές αυτές μάχες διακρίθηκε ο καπετάν Άγρας, ο υπολοχαγός Τέλλος Άγρας ή Σαράντος Αγαπηνός, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα. Ποιος ήταν ο καπετάν Άγρας;

Ο Σαράντος (Σαράντης) Αγαπηνός, γόνος της ιστορικής οικογένειας των Αγαπηνών, με καταγωγή από τους Γαργαλιάνους Μεσσηνίας, γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 17 Φεβρουαρίου 1880. Μετά την απώλεια του πατέρα του, δικαστικού στο επάγγελμα, ο Σαράντος, που οι δικοί του συνήθιζαν να τον αποκαλούν με το χαϊδευτικό του, δηλαδή Τέλλο (Σαραντέλλο), εγκαταστάθηκε μαζί με τη μητέρα του και τα δύο αδέλφια του στην Αθήνα.

Ο Αγαπηνός, ένθερμος πατριδολάτρης, γράφτηκε αμέσως στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Μόλις αποφοίτησε με το βαθμό του ανθυπολοχαγού, το 1901, ζήτησε να μετατεθεί από την Αθήνα στον Τύρναβο, στη μεθόριο, καθώς η Μακεδονία ήταν ακόμη τουρκοκρατούμενη. Εκεί υπηρέτησε στο 2ο Σύνταγμα Ευζώνων, αλλά συγχρόνως άρχισε να ενδιαφέρεται ζωηρά για το εθνικό ζήτημα της Μακεδονίας. Έτσι, αποφάσισε να συμμετάσχει στον Μακεδονικό Αγώνα, προκειμένου να βοηθήσει τους Έλληνες της Μακεδονίας που υπέφεραν τόσο από τον οθωμανικό ζυγό όσο και από τη δράση των κομιτατζήδων, των ενόπλων Βουλγάρων. Αυτό συνέβη και με πολλούς άλλους αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού, που αποστέλλονταν στα εδάφη της Μακεδονίας με ψευδώνυμο και παραπλανητική ιδιότητα, ώστε να μην κινήσουν τις υποψίες των Οθωμανών και των Βουλγάρων.

Σε μια συγκινητική επιστολή του ο Άγρας, στις 25 Σεπτεμβρίου του 1906, λίγο πριν αναχωρήσει για τη Μακεδονία, γράφει προς τον θείο του Χρήστο Ταβουλαρίδη: «Αγαπητέ μου θείε, αύριον αναχωρώ δι’ ιστιοφόρου δια τον αγώνα δι’ ον προορίσθην. Εύχομαι να επανέλθω όπως πρέπει και να σας ιδώ όπως επιθυμώ. Η σημερινή ημέρα είναι δι’ εμέ η σκληροτέρα και συγχρόνως η γλυκυτέρα τοιαύτη. Δεν υπάρχει γλυκύτερον, υψηλότερον και τιμητικότερον, του να συναισθάνεται τις ότι προόρισε την ζωήν του προς υπεράσπισιν των αδίκως και βαρβάρως καταπατουμένων δικαίων της πατρίδος μας. Εύχομαι ίνα ο Θεός με βοηθήσει και με συνδράμει εις τον αγώνα οίον απ’ αύριον αποδύομαι…»

Στο πλαίσιο του αγώνα, ο Αγαπηνός μαζί με τον λοχία πεζικού Γεώργιο Τυλιγάδη ως υπαρχηγό και δώδεκα ευζώνους, εγκατέστησε το στρατηγείο του στη βαλτώδη λίμνη των Γιαννιτσών, στον περιβόητο Βάλτο. Ο Τέλλος Άγρας ή καπετάν Άγρας, όπως τον προσφωνούσαν οι άνδρες του ανταρτικού σώματός του, έζησε σε καλύβες του Βάλτου το φθινόπωρο και το χειμώνα του 1906 με 1907, κυνηγώντας τους Βουλγάρους με τις «πλάβες», τις ποταμόβαρκες με τον πλατύ πυθμένα. Όμως, η ελονοσία και το τραυματισμένο του χέρι από πυροβολισμό, τον υποχρέωσαν να εγκαταλείψει το πεδίο της μάχης και να αναζητήσει θεραπεία στη Νάουσα. Στις 22 Φεβρουαρίου του 1907 γράφει επιστολή προς το προξενείο Νάουσας, στην οποία αναφέρει:

Βιβλίων Γη

Αγαπητέ, Δυστυχώς, εγώ και οι μαθηταί μου (άνδρες του σώματός του) δεν ευρισκόμεθα εις ευχάριστον σημείον υγείας το οποίον να υπόσχεται προσεχίν δράσιν. Σχεδόν πάντες θερμαίνονται (έχουν πυρετό), περισσότερον δε εγώ… Εγώ έχω καταντήσει σχεδόν άχρηστος… δι’ αυτό θέλω να σας παρακαλέσω να φροντίσητε δια την αντικατάστασιν μου, εμού και των λοιπών παιδιών…

Τον Μάιο του 1907, ο καπετάν Άγρας πληροφορείται ότι ο βοεβόδας Βάννης Ζλατάν, ο επικεφαλής του βουλγαρικού σώματος, που ενεργεί στην περιοχή του Βερμίου, έχει ζητήσει να τον συναντήσει. Παρά τις επιφυλάξεις των φίλων και συναγωνιστών του, ο καπετάν Άγρας αποφασίζει να συναντήσει τον αρχικομιτατζή, μαζί με το Ναουσαίο πιστό σύντροφό του, τον γουνέμπορο Αντώνη Μίγγα, προκειμένου να βολιδοσκοπήσουν τις προθέσεις του. Η συνάντηση ορίστηκε στην ευρύτερη περιοχή της Νάουσας, στις 3 Ιουνίου 1907, αλλά αποδείχτηκε παγίδα. Οι δύο άνδρες συνελήφθησαν από τον Ζλατάν και από άλλα μέλη του βουλγαρικού κομιτάτου.

Η Πηνελόπη Δέλτα, «Στα Μυστικά του Βάλτου», αποτυπώνει γλαφυρά την σκηνή της σύλληψης:

Τους άφησαν όλους ελεύθερους. Κι ένας ένας έφυγαν. Μόνον ο Μίγγας έμεινε.

– Φύγε κι εσύ! Του είπε ο Ζλάταν.

Μα μ’ επιμονή αργοκούνησε ο Τώνης Μίγγας το κεφάλι.

– Δεν αφήνω τον αρχηγό, είπε.

-Δέστε τον λοιπόν κι αυτόν! Πρόσταξε ο Ζλάταν.

Τους περιέφεραν δεμένους και ξυπόλητους επί τέσσερις ημέρες σε όλα τα σλαβόφωνα και εξαρχικά χωριά της περιοχής. Τους έφτυναν, τους έβριζαν, τους κορόιδευαν, τους πετούσαν πέτρες. Μπροστά ο Άγρας, πίσω του ο Τώνης Μίγγας, με τα μάτια καρφωμένα στον αρχηγό του, σαν πιστός σκύλος, αποφασισμένος να μαρτυρήσει μαζί του. Ακολούθησε η θανάτωσή τους διά απαγχονισμού, στις 7 Ιουνίου 1907, σε μια καρυδιά του χωριού Βλάδοβο (σημερινός Άγρας της Περιφερειακής Ενότητας Πέλλας). Οι κάτοικοι του χωριού ανέλαβαν να μεταφέρουν τις σορούς των δύο Ελλήνων και τις έθαψαν στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου. Απόγονοι της οικογένειας Γιαννακοβίτη, (δύο μέλη της οικογένειας συνόδευσαν τον Άγρα στη μοιραία συνάντηση, όπου αφέθηκαν ελεύθεροι και έφυγαν), μας πληροφορούν πως υπήρξε γενική κατακραυγή από τους Ναουσαίους, καθώς και πολλές απόπειρες δολοφονίας εις βάρος τους, κατηγορώντάς τους για την εγκατάλειψη των δύο εθνομαρτύρων στα χέρια των Βουλγάρων. Μετά από όλα αυτά, αποφάσισαν να πάρουν εκδίκηση για τον θάνατο των δύο παλικαριών.

Βιβλίων Γη
Ο Τέλλος Άγρας είναι εκείνος που κάθεται στη μέση

Πληροφορούμενοι, ότι ο Ζλάταν πήγε στο παζάρι της Βέροιας και την άλλη μέρα θα γυρνούσε στην Γκολεσιάνη (Λευκάδια), έστησαν ενέδρα και ενώ ο κομιτατζής έτρεχε, ρίχνουν στον δρόμο ένα μαντηλάκι με τσιρέκ (1/4) μετζίτι (γρόσια). Ο Ζλάταν έπεσε στην παγίδα, έσκυψε να πάρει το μαντήλι και μόλις ορθώθηκε, έφαγε 9 σφαίρες στην πλάτη. Έτρεξε 25 μέτρα… οπότε έπεσε στο ποτάμι… και τον πήρε το νερό.

Ο μαρτυρικός θάνατος του καπετάν Άγρα, σε ηλικία μόλις 27 ετών, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολυάριθμους αγωνιστές αλλά και ανθρώπους των γραμμάτων, μεταξύ των οποίων και η Πηνελόπη Δέλτα.

Τα χρόνια πέρασαν, οι εποχές άλλαξαν, όμως η θυσία τους δεν ξεχάστηκε. Το χωριό Τέχοβο πήρε το όνομα «Καρυδιά», από το δέντρο που τους κρέμασαν, ενώ το χωριό Βλάδοβο, στο οποίο θάφτηκαν οι αγωνιστές, πήρε το όνομα του θρυλικού Σαράντου Αγαπηνού. Ονομάστηκε «Άγρας». Στις 18 Οκτωβρίου 1961 έγινε μετακομιδή των οστών των δύο Μακεδονομάχων από τον τόπο ταφής, στον τόπο θυσίας τους. Εκεί κατασκευάστηκε ναΐσκος με ειδική κρύπτη όπου φυλάσσονται τα οστά έως σήμερα. Οι τάφοι τους, δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, διατηρούνται, αλλά είναι πλέον κενοτάφια.

Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Σχετικά Άρθρα