Ο θάνατος είναι ζόρικη δουλειά, Χαλίντ Χαλίφα

Βιβλίων Γη

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στη σκιά του συριακού εμφυλίου πολέμου, ο οποίος έχει μετατρέψει ακόμη και τις πιο βασικές ανάγκες και δραστηριότητες, όπως το να πηγαίνεις στη δουλειά, να βρίσκεις φαγητό, να μπορείς να θάβεις τους νεκρούς σου, σε επίπονο αγώνα με το χάος του πολέμου που καταβροχθίζει τα πάντα … Τέτοιος τρόμος και σύγχυση επικρατεί, ώστε πολλοί από αυτούς που δεν μπορούν να φύγουν από τη χώρα, έχουν χάσει την ελπίδα για ζωή, καθώς ο θάνατος είναι απλωμένος παντού, «…οι κάτοικοι αλληλοκοιτάζονται σαν μελλοθάνατοι».

Κι ενώ «οι υποψίες και μόνο αρκούν για να γεμίσουν οι δρόμοι πτώματα και να εξαφανιστούν οι άνθρωποι για πάντα, δίχως ίχνος», οι ίδιοι επικαλούνται τον αμυντικό μηχανισμό του πικρού χιούμορ για να εξορκίσουν τον θάνατο.

Οι άνθρωποι ζουν την αληθινή ζωή τους στα κρυφά, μέσα στην καρδιά και το μυαλό τους, και ανακουφίζονται με μικρά τυχαία περιστατικά, όπως, λόγου χάρη, ένας ευγενικός στρατιώτης σε ένα σημείο ελέγχου, ένα οδόφραγμα χωρίς πολλή κίνηση, μια βόμβα που πέφτει λίγα μέτρα μακριά τους και όχι επάνω τους, επειδή ένα άλλο αυτοκίνητο τούς προσπέρασε και τους έκοψε τη φόρα! Να μία ευκαιρία που χαρίζει τη ζωή κι ας την αφαιρεί από κάποιον άλλον. Το αίσθημα αυτοσυντήρησης εδώ δεν λογίζεται μικροψυχία.

Βιβλίων Γη

Ο Αμπντελατίφ, που ζει σε μία περιοχή κοντά στο Χαλέπι, πεθαίνει σε νοσοκομείο της Δαμασκού από βαθιά γεράματα, φαινόμενο σπάνιο στη σπαρασσόμενη από τον πόλεμο Συρία. Λίγο πριν πεθάνει, πείθει τον γιο του Μπούλμπουλ να του υποσχεθεί ότι θα τον θάψει στην Αναμπίγια, το μακρινό χωριό του. Απρόθυμα, ο Μπούλμπουλ και τα δύο αδέρφια του, Χουσεΐν και Φάτιμα, αποξενωμένοι πια, μεταφέρουν τη σορό του πατέρα σε ένα βαν και ξεκινούν μια επικίνδυνη διαδρομή μέσα στο φλεγόμενο τοπίο. Ο δρόμος είναι σπαρμένος με οδοφράγματα-στρατιωτικά σημεία ελέγχου, αρχικά αυτά του καθεστώτος και στη συνέχεια, καθώς πλησιάζουν στο έδαφος των ανταρτών, εκείνα του Ελεύθερου Αντιστασιακού στρατού. Έρχονται αντιμέτωποι με την παράλογη απαίτηση των στρατιωτικών του καθεστώτος να θέλουν να συλλάβουν το πτώμα, επειδή ο νεκρός ακόμα καταζητείται για συμμετοχή στην αντίσταση και υπάρχει ένα εκκρεμές ένταλμα για τη σύλληψή του. Αλήθεια, πώς αντιμετωπίζεται μια κατάσταση όπου ένα πτώμα πρέπει να συλληφθεί, όταν το γεγονός του θανάτου είναι από μόνο του απαλλακτικό;

Σε ένα άλλο οδόφραγμα ελέγχου συναντούν άγριους Τσετσένους στρατιώτες που δε μιλούν σχεδόν καθόλου αραβικά. Σε ένα επόμενο σημείο που ελέγχεται από αντάρτες, ζητείται από τους διερχόμενους άνδρες να περάσουν από ένα τεστ θρησκευτικών γνώσεων για να τους δοθεί η άδεια να συνεχίσουν. Χρειάζονται ώρες και μέρες, για να περάσουν από κάθε σημείο ελέγχου, όσο απομακρύνονται από τη Δαμασκό. Ανάμεσα σε συνεχείς πυροβολισμούς, εκρήξεις βομβών, ρίψεις από αεροπλάνα, ελικόπτερα, κινήσεις στρατευμάτων και τανκς, διασχίζουν τα βομβαρδισμένα χωριά της περιφέρειας. Υπάρχουν ελεύθεροι σκοπευτές κατά μήκος των εθνικών οδών που είναι γεμάτες από ακρωτηριασμένους, τα δε πτώματα εγκαταλείπονται βορά στα άγρια ​​σκυλιά που κυκλοφορούν πεινασμένα.

Το οδοιπορικό των τριών αδερφών θα διαρκέσει παραπάνω από τρεις ημέρες, για μία διαδρομή όπου, υπό κανονικές συνθήκες, θα διαρκούσε λίγες ώρες. Σταδιακά το σώμα του πατέρα τους αρχίζει να αποσυντίθεται και οι ίδιοι βιώνουν ένα κολασμένο, τρελό εφιάλτη με την παράλογη γραφειοκρατία να επικρατεί στα σημεία ελέγχου, καθώς και την σύλληψη και κράτησή τους. Ο υπεύθυνος για τη σύλληψή τους αξιωματικός αδυνατεί να πάρει μία γρήγορη απόφαση για το εάν ένας άνθρωπος είναι οντότητα από σάρκα και ψυχή, ή εάν, όπως το κράτος θεωρεί, είναι ένα «πακέτο έγγραφα» που απαιτούνται για την άρση του εντάλματος.

Όσο για τον ευαίσθητο, αδύναμο Μπούλμπουλ, τον αντιδραστικό Χουσεΐν και την αιθεροβάμονα Φάτιμα, οι οποίοι είχαν συναντηθεί μόνο για λίγες ώρες τα προηγούμενα δέκα χρόνια, τώρα βρίσκονται παγιδευμένοι μαζί στο βαν και «ανασαίνουν τον θάνατο του πατέρα τους». Βουτηγμένοι στη σιωπή, αναθυμούνται τον παρελθοντικό εαυτό τους για να νιώσουν καλύτερα και για να γλυτώσουν από τον καταπιεσμένο θυμό, την αίσθηση της απώλειας, τις ενοχές και τύψεις που αισθάνονται, αποτυγχάνοντας να έρθουν πιο κοντά… Όσο η οδήγηση διαρκεί πολύ περισσότερο από όσο είχαν προβλέψει και καθώς το νεκρό σώμα αλλοιώνεται δραματικά, η σχέση των αδερφών οδηγείται σε σύγκρουση.

Βιβλίων Γη

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το χαοτικό ταξίδι για να απεικονίσει τις συνθήκες που επικρατούν στη Συρία του εμφυλίου και για να μας αφηγηθεί τις ιστορίες του πατέρα, των δύο γιων και της κόρης του, χρησιμοποιώντας την ιδιαίτερη «εσωτερική φωνή» και «γλώσσα» του κάθε χαρακτήρα. Οι προσωπικές τους ιστορίες βρίθουν από πληγές, πόλεμο, θάνατο, πείνα, γελοίους κοινωνικούς κανόνες και θλιβερές αναμνήσεις. Κανένας τους δεν έζησε μια ικανοποιητική ζωή καθώς «οι δεσμοί αίματος δεν αρκούν για να ζει κανείς μέσα στο ψέμα μιας οικογενειακής αρμονίας που έχει χαθεί από καιρό». Ο καθένας κουβαλά τις τύψεις και τις απώλειές του, συνειδητοποιώντας ότι η «κοινωνική ευταξία, που συνήθως θεωρούμε δεδομένη, δεν είναι παρά μία ψευδαίσθηση, που μπορεί να ανατραπεί ανά πάσα στιγμή», και ότι «όσο σκληρή κι αν είναι η ζωή, ο θάνατος είναι πάντοτε σκληρότερος».

Η αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο παλινδρομεί ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, στερούμενη τη δύναμη της πρωτοπρόσωπης, επιδεικνύοντας, όμως, δυνατά στοιχεία ρεαλιστικού, ευθύβολου λόγου, υποδόρια ειρωνικού και με εμφανή στοιχεία ποίησης και ανατολίτικης σοφίας. Περιγράφεται μια Συρία που δεν μας είναι γνωστή από τις ειδήσεις ή από άρθρα, αλλά έχει τη συναισθηματική, οδυνηρή αλήθεια του Σύρου συγγραφέα που περιγράφει την Κόλαση του Δάντη. Κι όμως, κάπου στο βάθος, ο αναγνώστης ανακαλύπτει το φως του έρωτα που στεφανώνει τους ήρωες, χαρίζοντας τους στιγμές γεμάτες από ομορφιά και τρυφερότητα που ξεπερνάνε και τον θάνατο.

Βιβλίων Γη

«Την άδεια θέση σου την έχουν αρπάξει οι αετοί. Δεν αρμόζει τη θέση μιας θεάς να την αγγίζουν οι θνητοί», γράφει ο Μπούλμπουλ στην αγαπημένη του. «Η νύχτα των αθάνατων μυστικών». Έτσι ονοματίζει την πρώτη του ερωτική νύχτα ο Αμπντελατίφ.

Ένα συγκινητικό μυθιστόρημα για τις ανθρώπινες και οικογενειακές σχέσεις που δοκιμάζονται σε ακραίες συνθήκες, μία κρυφή ματιά στη συριακή ψυχή και ιδιοσυγκρασία. Ένα χρονικό του καταστροφικού εμφυλίου, ένα σκληρό, αντιφατικό βιβλίο, γεμάτο από ζωή και θάνατο, με συμπυκνωμένες, «πολύχρωμες» έννοιες, που του αξίζει προσεκτική ανάγνωση. Κι ένα μήνυμα διαχρονικό από τον δημιουργό του: «ποιον ωφελεί μία νίκη που στάζει αίμα;»

Ο Χαλίντ Χαλίφα (γεν. 1964) κατάγεται από το Χαλέπι της Συρίας και ζει στη Δαμασκό. Είναι μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και σεναριογράφος. Αρνείται να εγκαταλείψει τη χώρα του, παρά τους κινδύνους που δημιουργεί ο εμφύλιος. Μεγάλο μέρος του έργου του έχει απαγορευτεί ή ανασταλεί στη χώρα του. Έχει προταθεί για πολλά βραβεία της αραβόφωνης λογοτεχνίας.

Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Εκδόσεις Καστανιώτη

Μετάφραση από τα αραβικά Αγγελική Σιγούρου

Σχετικά Άρθρα