ΤΖΕΡΟΝΙΜΟ: Ο θρυλικός  Απάτσι και η  τραγική ιστορία του

Βιβλίων Γη

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Το Χόλιγουντ, οι γραφικές μασκότ των Ινδιάνων, τα μέσα ενημέρωσης, η ποπ κουλτούρα, ακόμη και τα σχολικά βιβλία έχουν διαιωνίσει εδώ και πολύ καιρό ψευδή, αρνητικά στερεότυπα για τους ιθαγενείς λαούς, με σκοπό να ενισχύσουν το  αφήγημα του αποικιακού επεκτατισμού.  Μια από τις πιο διαδεδομένες θεωρίες είναι αυτή του εχθρικού, αιμοδιψούς, άγριου Ινδιάνου.
Ο Τζερόνιμο, ένας άγριος πολεμιστής των Απάτσι Τσιρικάουα που υπερασπίστηκε την πατρίδα του από επιθέσεις, τόσο από το Μεξικό, όσο και από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ήταν ίσως η πιο «κακοποιημένη» μορφή από όλη αυτή τη μυθολογία.
Ο Τζερόνιμο ήταν πράγματι ατρόμητος, αλλά  «άγριος» δεν ήταν. Οι αρχές σκότωσαν τους αγαπημένους του, ρήμαξαν την φυλή του και στο τέλος της ζωής του, τον μετέτρεψαν βάναυσα σε έναν περιπλανώμενο γραφικό χαρακτήρα. Τον φοβόντουσαν γιατί τους ξέφευγε πάντα , αποφεύγοντας επανειλημμένα τη σύλληψη και, όταν τον συλλάμβαναν, κατάφερνε να αποδρά  από τα στρατόπεδα της αιχμαλωσίας. Υπήρχαν φορές που τον κυνηγούσε το 1/4 ολόκληρου του στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών  και όταν τελικά συνελήφθη, ήταν ο τελευταίος ηγέτης των ιθαγενών που παραδόθηκε επίσημα στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση.

Βιβλίων Γη


Γεννήθηκε στις 16 Ιουνίου του 1829, στη σημερινή Αριζόνα, στο φαράγγι Νο-ντογιόν, δίπλα στο ποτάμι . Το όνομα  του ήταν Goyahkla, που σημαίνει «αυτός που χασμουριέται». Καταγόταν από τους Τσιρικάουα, μία υποομάδα των Απάτσι.
Ο πόλεμος ήταν το μόνο που ήξερε. Ακόμη και ως παιδί, ο Τζερόνιμο ήταν επικηρυγμένος και το κεφάλι του  άξιζε 25 πέσος για τη μεξικανική κυβέρνηση. Οι Απάτσι στα νοτιοδυτικά περικυκλώθηκαν από αποικιοκράτες Ευρωπαίους εισβολείς που ήθελαν τη γη τους. Έπρεπε να αμυνθούν από τον Μεξικανικό στρατό στο νότο και τον Αμερικανικό στρατό στον βορρά.
Ωστόσο, ο Τζερόνιμο δεν ήταν απλά ένας πολεμιστής. Ήταν επίσης θεραπευτής και καλός κυνηγός θηραμάτων που συντηρούσε την οικογένειά του. Κάποιοι αναρωτιούνται γιατί πάλεψε τόσο σκληρά. Η προσωπική του ιστορία αποκαλύπτει ότι η οργή του Τζερόνιμο εναντίον των καταπατητών της γης του γεννήθηκε από τη θλίψη του χαμού των οικείων του.

Η πρώτη μεγάλη οργή ήρθε με την υπογραφή της Συνθήκης της Γουαδελούπης Ιδάλγκο, το 1848, στο τέλος του Μεξικανοαμερικανικού πολέμου. Μέρος της συμφωνίας υποχρέωνε το Μεξικό να παραχωρήσει μεγάλο μέρος της γης του έθνους Απάτσι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στη συνέχεια, το 1854, οι Ηνωμένες Πολιτείες πλήρωσαν  στο Μεξικό 10 εκατ.  δολάρια για 29.670 τετραγωνικά μίλια που αργότερα θα γινόταν μέρος της Αριζόνα και του Νέου Μεξικού – σχεδόν το υπόλοιπο της επικράτειας των Τσιρικάουα Απάτσι.

Μόλις τέσσερα χρόνια αργότερα, ενώ έλειπε σε ένα εμπορικό ταξίδι, Μεξικανοί στρατιώτες με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Χοσέ Μαρία Καράσκο επιτέθηκαν στον καταυλισμό του Τζερόνιμο. Δολοφόνησαν δεκάδες Απάτσι, συμπεριλαμβανομένης της μητέρας, της συζύγου και τριών μικρών παιδιών του.  «Τα είχα χάσει όλα», είπε στην αυτοβιογραφία του.

Βιβλίων Γη

Οι άνθρωποι του Τζερόνιμο πίστευαν επίσης ότι είχε πνευματικές δυνάμεις και ότι κατά τη διάρκεια αυτής της τραγωδίας που άλλαξε τη ζωή του είχε ένα αξιοσημείωτο όραμα. Ενώ έκανε μια τελετή μετά τη σφαγή  της οικογένειάς του, λέει ότι μια φωνή του είπε: «Κανένα όπλο δεν θα σε σκοτώσει ποτέ… Θα καθοδηγήσω τα βέλη σου». Από εκείνη τη στιγμή, αφιέρωσε τη ζωή του για να εκδικηθεί την άγρια δολοφονία των αγαπημένων του.
Μετά τον θάνατο του θρυλικού αρχηγού των Τσιρικάουα Απάτσι, Κότσισε , ο Τζερόνιμο έγινε περισσότερο γνωστός. Τις επόμενες δεκαετίες, η κυβέρνηση των ΗΠΑ προσπάθησε να κλείσει τον Τζερόνιμο και τα μέλη της φυλής του σε κλειστούς χώρους συγκέντρωσης, αλλά αυτός και οι δικοί του κατάφερναν να ξεφύγουν από τον περιορισμό τους κάθε φορά και δεν μπορούσαν να τον συλλάβουν. Ο αμερικανικός στρατός και οι εκλεγμένοι αξιωματούχοι αντιμετώπισαν χρόνια ταπείνωσης καθώς η είδηση ​​της ικανότητάς του να τους ξεφεύγει είχε γίνει  πρωτοσέλιδο σε όλη τη χώρα.
Ήταν εξοργιστικό και απογοητευτικό για αυτούς το γεγονός ότι οι ιθαγενείς, που συνήθως θεωρούνταν πρωτόγονοι  και  δεν είχαν επάρκεια σε  τροφή, νερό, προμήθειες, όπλα και πυρομαχικά, νικούσαν τους στρατιωτικούς ηγέτες μιας χώρας που θεωρούσε τον εαυτό της μια ανερχόμενη διεθνή δύναμη. Η προγονική γνώση του Τζερόνιμο για τη γη του   ήταν και το δυνατό του σημείο. Κάπως έτσι, με γυναίκες και παιδιά στην αγκαλιά, αυτός και οι πολεμιστές του κατάφερναν να ταξιδεύουν έως και 70 μίλια την ημέρα στην έρημο.

Βιβλίων Γη

Αυτό όμως δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί για πάντα.  Στις 4 Σεπτεμβρίου 1886 , ο Τζερόνιμο συμφώνησε να παραδοθεί με την προϋπόθεση ότι αυτός και ο λαός του θα μπορούσαν τελικά να επιστρέψουν στις πατρίδες τους. Ήταν μαζί με 17 από τους πιο γενναίους πολεμιστές του και μια χούφτα γυναίκες και παιδιά – συμπεριλαμβανομένου ενός λευκού αγοριού ονόματι Τζέιμς ΜακΚίν που είχε αιχμαλωτιστεί από τους Απάτσι αλλά του άρεσε τόσο πολύ να ζει μαζί τους που έκλαψε όταν το επέστρεψαν στους γονείς του.
Η κυβέρνηση όμως αθέτησε την υπόσχεσή της και ο Τζερόνιμο δεν είδε ποτέ ξανά το  σπίτι του. Αρχικά, τους μετέφεραν με τρένο στο Φορτ Πίκενς της Φλόριντα, στη συνέχεια στο βουνό Βέρνον  της Αλαμπάμα, μέχρι που τελικά τους περιόρισαν σε κλειστή δομή στο Φορτ Σιλ της Οκλαχόμα. Ενώ ήταν στη Φλόριντα, η κυβέρνηση πήρε τα παιδιά τους και τα τοποθέτησε σε κλειστό σχολείο  στην Πενσυλβάνια για επανεκπαίδευση. Το 1/3 από αυτά πέθανε σ’εκείνο το διαβόητο, απάνθρωπο οικοτροφείο.

Βιβλίων Γη



Στα τελευταία του χρόνια, ο Τζερόνιμο παρουσιαζόταν στο κοινό σαν ένα «ζωντανό μουσειακό έκθεμα».
Του επετράπη να εμφανίζεται στις εκθέσεις της Άγριας Δύσης και στις Παγκόσμιες Εκθέσεις, πάντα υπό φρουρά, όπου οι περίεργοι  μπορούσαν να πληρώσουν ένα δολάριο για να χαζέψουν τον μεγάλο ηγέτη των Απάτσι. Ο Τζερόνιμο προσκλήθηκε μάλιστα να συμμετάσχει στη δεύτερη ορκωμοσία του Προέδρου Θίοντορ Ρούσβελτ. Κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης με τον Ρούσβελτ, στον Λευκό Οίκο, προσπάθησε να διεκδικήσει την υπόθεσή του. Ζήτησε από τον πρόεδρο να επιτρέψει σε αυτόν και στον λαό του να επιστρέψουν στα πατρογονικά τους εδάφη. «Πάρτε τα σχοινιά από τα χέρια μας», έκανε έκκληση ο Τζερόνιμο, με δάκρυα στα μάτια. Ο Ρούσβελτ απάντησε λέγοντας στον Τζερόνιμο ότι  αυτός και ο λαός του «δεν ήταν καλοί Ινδιάνοι». Περιττό να πούμε ότι ο πρόεδρος απέρριψε το αίτημά του.
Μετά από αυτή την περήφανη, δύσκολη ζωή, ο παθιασμένος πολεμιστής, το γενναίο στήριγμα της φυλής, πέρασε τα τελευταία 22 χρόνια του ως αιχμάλωτος πολέμου. Πέθανε από πνευμονία στις 17 Φεβρουαρίου 1909, στο Φορτ Σιλ, όπου θάφτηκε στο νεκροταφείο των Απάτσι.
Τα τελευταία λόγια του Τζερόνιμο πριν πεθάνει ήταν: «Δεν έπρεπε ποτέ να είχα παραδοθεί. Έπρεπε να είχα πολεμήσει μέχρι να γίνω ο τελευταίος ζωντανός».
Τέσσερα χρόνια μετά το θάνατό του, η κυβέρνηση άφησε τελικά τους υπόλοιπους  Απάτσι της φυλής του Τζερόνιμο να φύγουν από το Φορτ Σιλ. Τους δόθηκε η επιλογή να παραμείνουν στην Οκλαχόμα ή να επιστρέψουν στο Νέο Μεξικό και να ζήσουν υπό κράτηση. Οι περισσότεροι επέστρεψαν στη Δύση.
Ο Τζερόνιμο δεν ήταν ο  άγριος που όλοι νόμιζαν. Αγαπούσε απλώς την οικογένειά του, τους ανθρώπους του και τη γη του και ήταν πρόθυμος να τους προστατεύσει με κάθε κόστος. Για αυτό ο θρύλος του μέχρι σήμερα παραμένει ζωντανός.

Βιβλίων Γη

Στο βιβλίο «Τζερόνιμο: Η αυτοβιογραφία», που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Άγρα, σε μετάφραση Παλμύρας Ισμυρίδου, ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με τη γνώση για την περήφανη, ξακουστή και αγέρωχη φυλή του.
Σήμερα και ενώ συνυπάρχουν οι ρατσιστικές κορώνες και η κακοποίηση της φύσης,  η αυτοβιογραφία του Τζερόνιμο φαντάζει πιο σημαντική και επίκαιρη από ποτέ.


Για τον Ινδιάνο η προσκόλληση του ανθρώπου στη γενέθλια γη του δεν αποτελούσε ρομαντισμό αλλά ζωτική ανάγκη. Ο άνθρωπος αρρώσταινε και στο τέλος πέθαινε- το ίδιο θα μπορούσα να συμβεί σε έναν ολόκληρο λαό- αν από κοβόταν από τη γη του που ήταν για αυτόν η πηγή της ζωής.
 

Από την εισαγωγή του βιβλίου



Η αυτοβιογραφία του δεν αναφέρεται αποκλειστικά στη βίαιη δράση του. Προτού αφηγηθεί την προσωπική του ιστορία και την ιστορία της οριστικής ήττας της φυλής του, των αλλεπάλληλων προδοσιών και αθετήσεων των υποσχέσεων από τους λευκούς, ο Τζερόνιμο αρχίζει την αφήγησή του με την καταγωγή του κόσμου, μια υπέροχη ινδιάνικη κοσμογονία. Ακολούθως περιγράφει παραστατικά την ευτυχισμένη παιδική ηλικία του, την οικογένειά του, τη μετέπειτα ζωή του στερημένη από ελευθερία, αποκαλύπτει την προέλευση, τις παραδόσεις και τους άγραφους νόμους των Απάτσι, τη θρησκεία τους και, τέλος, το όραμά του για το μέλλον της φυλής του.
Αφού οι γηγενείς κάτοικοι της Αμερικής εξολοθρεύτηκαν από τους λευκούς, ο Τζερόνιμο έγινε ινδιάνικος θρύλος και παγκόσμιο σύμβολο της ελευθερίας και της περηφάνιας των γηγενών Αμερικανών. Αντιπροσωπεύει ταυτόχρονα το μεγαλείο και την παρακμή των Ινδιάνων. Ο Τζερόνιμο είναι μια μυθική φιγούρα της αμερικανικής ιστορίας. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου). 

Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη




Σχετικά Άρθρα