Μ. Καραγάτσης:  η «ζωή» και ο «θάνατος» όπως θα ήθελε…

Βιβλίων Γη

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Ο Μ. Καραγάτσης, με τον δικό του σκωπτικό τρόπο και σε ανύποπτο χρόνο, έγραψε την «αυτοβιογραφία» του:


«Γεννήθηκα στην Αθήνα σε ένα από τα τέσσερα γωνιακά σπίτια των οδών Ακαδημίας και Θεμιστοκλέους. Δεν σας λέω όμως σε ποιο. Και το κάνω επίτηδες αυτό, για να μπλέξω άγρια -σε αυτό το αθηναϊκό σταυροδρόμι- τους διαφόρους «αρμοδίους», όταν έρθει η στιγμή να εντοιχισθεί η αναμνηστική πλάκα. Εγώ βέβαια θα τα έχω τινάξει προ πολλού, και θα σπάω κέφι καλά στον ουρανό, με τη μεταθανάτια φάρσα μου. Θα έχω παρέα το Σολωμό, που θα μου λέει κουνώντας το κεφάλι: «Τράβα και σύ Καραγάτση, όσα τράβηξα εγώ από τον Καιροφύλλα, τον Αποστολάκη και το Σπαταλά».

Βιβλίων Γη



Όπως βλέπετε, το κυριότερο γνώρισμά μου είναι η μετριοφροσύνη. Διδάχτηκα τα πρώτα γράμματα στο Αρσάκειο της Λάρισας (όταν συλλογιέμαι πώς, υπήρξα και Αρσακειάδα!) και αντί να ερωτευτώ τις συμμαθήτριές μου, αγάπησα παράφορα τη δασκάλα μου. Γεγονός που μαρτυράει τη σκοτεινή ερωτική ιδιοσυγκρασία μου. Έκανα ό,τι μπορούσα για να μην προβιβαστώ, να μείνω στην ίδια τάξη, κοντά στην «γυναίκα των ονείρων μου». Το υπέροχο λογοτεχνικό μου ταλέντο φανερώθηκε στο Γυμνάσιο, όταν έγραφα εκθέσεις αριστουργηματικές. Οι καθηγητές μου δεν πρόφταιναν να μου βάζουν δεκάρια. Ένας μονάχα -ένας ξερακιανός και καταχθόνιος- έβρισκε τα κείμενά μου απαίσια και τα μηδένιζε αράδα. Δεν μπορούσα να καταλάβω…αργότερα όμως κατάλαβα. Ο καθηγητής ήταν λογοτέχνης. Εννοείται πώς τον εκδικήθηκα σκληρά …Ήμουν νεαρότατο μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών όταν ο κ. Καθηγητής -γέρος πια- ζήτησε την ψήφο μου για να μπει και αυτός στο επίσημο αυτό Πρυτανείο της ελληνικής διάνθησης. Του την αρνήθηκα. Αποτέλεσμα: Αυτός είναι και εγώ δεν είμαι πια μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών…

Κάποτε σπούδαζα νομικά. Είχα συμφοιτητές τους κ.Πέτρον Χάρην, ‘Aγγελο Τερζάκην, Γιώργο Θεοτοκάν, Πετσάλην και Οδυσσέα Ελύτην, τα εξαιρετικά αυτά νομικά πνεύματα που τόσο διέπρεψαν στη δικανική σταδιοδρομία τους- όπως και εγώ εξάλλου. Ο ισχυρισμός του κ.Κλ. Παράσχου ότι υπήρξε συμφοιτητής μου είναι ανακριβέστατος. Όταν ο νεαρότατος κ.Παράσχος γράφτηκε πρωτοετής στη νομική, εγώ ήμουν κιόλας δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω.

Έφηβος ήμουν όταν έγραψα τα πρώτα μου και τελευταία ποιήματα. Δεν τα δημοσίευσα ποτέ. Αργότερα τόρριξα στην πεζογραφία, ένας Θεός ξέρει το γιατί…

Έγραψα πολλά και διάφορα, διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, έργα υψηλού ηθικοπλαστικού περιεχομένου, πολύ κατάλληλα για παρθεναγωγεία και βιβλιοθήκες οικογενειών με αυστηρά αστικά ήθη. Οι ήρωες μου -Λιάπκιν, Μαρίνα Ρεϊζη και ιδίως Γιούγκερμαν- είναι άνθρωποι αγνοί, αθώοι, ιδεολόγοι και στέκουν ψηλότερα από τις αθλιότητες του χαμερπούς υλισμού. Απορώ πώς το εκπαιδευτικό συμβούλιο δεν εισήγαγε ακόμα τα βιβλία μου για αναγνωστικά στα σχολεία του κράτους, εξίσταμαι πώς η Ακαδημία δεν μου έδωσε ακόμα το βραβείο Αρετής, πώς δεν με εκάλεσε ακόμα να παρακαθήσω στους ενάρετους κόλπους της κοντά στον κ.Σπύρο Μελά.

Δεν επείραξα ποτέ συνάδελφο και είμαι συμπαθέστατος στους λογοτεχνικούς κύκλους. Αυτό θα αποδειχθεί στην κηδεία μου όπου θα έρθει κόσμος και κοσμάκης να πεισθεί ίδιοις όμμασι ότι πέθανα, ότι θάφτηκα, ότι πήγα στο διάολο. Και θα φύγει από το νεκροταφείο ο κόσμος και ο κοσμάκης βγάζοντας στεναγμούς ανακούφισης. Είμαι βέβαιος πώς ο Θεός θα με κατατάξει μεταξύ των αγίων στον Παράδεισο. ΑΜΗΝ.

Βιβλίων Γη

Δεν έμεινε όμως εκεί.  Έγραψε και την διαθήκη του, δια  χειρός  Καραμάνου, ήρωά του από το «Γιούγκερμαν», εκφράζοντας με τον τρόπο αυτό τη θεώρησή του για την ανθρώπινη ύπαρξη.

«Θέλω τα κόκαλά μου να ξεκουραστούν στη γη που μ’ εγέννησε και σκλάβωσε την αγάπη της ψυχής μου: τη Θεσσαλία. Εκεί, στον ατέλειωτο κάμπο της, πλάι στα νερά του Σαλαμπριά (Πηνειός), σ’ ένα χωράφι μέσα στα τόσα χωράφια, να σκάψουν ένα λάκκο και να με θάψουν. Ούτε μνήμα, ούτε σταυρό. Μόνο πάνω απ’ το κεφάλι μου να φυτέψουν μια φτελιά, για να σκιάζει τον ύπνο μου.
Κάθε χινόπωρο, το αλέτρι να περνάει πάνω απ’ το χώμα του τάφου μου. Κι ένας καραγκούνης να σκορπάει με απλοχεριά το χρυσό σπόρο. Έτσι θέλω.
Σαν έρθει πάλι ο Θεριστής, μια καραγκούνα με ατσαλένιο δρεπάνι να θερίζει το στάρι που φύτρωσε πάνω  στο κορμί μου. Να το μαζώνει στη ποδιά της, να το αλωνίζει, να το λιχνίζει. Έτσι θέλω.
Κι ύστερα αυτό το στάρι –δυο χούφτες στάρι – να το βάνουν σ’ ένα σακούλι και να το στέλνουν στη Σκιάθο: να το κάνουν  κόλλυβα για την ψυχή του Παπαδιαμάντη.
Έτσι θέλω».

«Δεν είμαι μεγαλοφυής συγγραφέας, όχι όμως και μετριότητα».
Τάδε έφη ο αινιγματικός λογοτέχνης, που γεννήθηκε στις 23 Ιουνίου του 1908 στην Αθήνα.
(Σημ: αναφορά στη ζωή και το έργο του θα κάνουμε στην επέτειο του θανάτου του το Σεπτέμβριο)





Σχετικά Άρθρα