Κάρλος Γκαρντέλ (Carlos Gardel): Το «μελωδικό πουλί» του τάνγκο

Βιβλίων Γη

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Τουλούζ, Γαλλία. Στις 11 Δεκεμβρίου του 1890 γεννιέται ο  τραγουδιστής που έμελλε να γίνει  η «ψυχή» του τάνγκο, ένα μουσικό και χορευτικό είδος που αναπτύχθηκε στις γειτονιές του Μπουένος Άιρες γύρω στα τέλη του 19ου αιώνα.
Για τον  τόπο γέννησής του ερίζουν  Ουρουγουανοί και  Αργεντινοί, λόγω πλαστών εγγράφων της μετανάστευσής του, μωρό ακόμη, με την ανύπαντρη μητέρα του,  στην πρωτεύουσα της Αργεντινής, ωστόσο το πιστοποιητικό γέννησής του και η διαθήκη του αποδεικνύουν  ότι ο Κάρλος γεννήθηκε στη Γαλλία.

Βιβλίων Γη


Ο Κάρλος θα γίνει σύντομα  Καρλίτο,  ένα λαμπερό, αλλά και οξύθυμο αγόρι του οποίου η μόνη επιθυμία είναι να αγγίξει την πολυτέλεια των πλουσίων και να κερδίσει πολλά χρήματα. Στα δεκαοχτώ του, κι ενώ κάνει ό,τι  δουλειά του προκύψει,   αφήνει τη βελούδινη φωνή του να ακούγεται στις γωνιές των δρόμων, στις οικογενειακές συγκεντρώσεις και στους ναούς του τζόγου του Μπουένος Άιρες. Απεχθάνεται τη σκληρή δουλειά, διαθέτει μεγάλο θάρρος, είναι πιστός στη φιλία  και προσπαθεί να μπει σε πλούσιους κύκλους. Συγχρόνως αποκαλύπτεται το πρωτότυπο και ευαίσθητο καλλιτεχνικό του ταμπεραμέντο.
Εκείνη την εποχή το τάνγκο, η «θλιμμένη σκέψη που χορεύεται»,  αρχίζει να γίνεται  μανία στο Παρίσι. Στην Αργεντινή, το τάνγκο είχε ξεκινήσει σαν εύθυμη μουσική και χορός για τους άνδρες που αναζητούσαν δουλειά την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης.
Η ελίτ ξεπέρασε την απέχθειά της για την ταπεινή καταγωγή και τον  αισθησιασμό του τάνγκο μόνο όταν ο Γκαρντέλ και η μουσική του βρήκαν  ευρεία αποδοχή στη Νέα Υόρκη και στο Παρίσι.

Το τάνγκο γίνεται για την Αργεντινή, ό,τι η τζαζ για τη Νέα Ορλεάνη.
Ο τρόπος του Καρλίτο να τραγουδά τα μικρά υπαρξιακά δράματα των τάνγκο  θα σημάνει επανάσταση.  Κανείς δεν είναι ικανός να μιμηθεί  την ικανότητά του να μεταμορφώνεται στους χαρακτήρες των τραγουδιών του. Επιπλέον, η ωραία φιγούρα του, ένα μείγμα απατεώνα και δίκαιου τιμωρού, πάντα καλοντυμένου και χτενισμένου, γίνεται πρότυπο για τους κατοίκους του Μπουένος Άιρες. Τώρα είναι ένας γεννημένος νικητής, ένα μοντέλο του  φτασμένου, του επιτυχημένου, που θαυμάζουν οι άνδρες και λατρεύουν οι  γυναίκες. Είναι το σύμβολο του μετανάστη που θριαμβεύει. «Ήταν ένα αγόρι από τη μεσαία τάξη, ένας τραγουδιστής της γειτονιάς που μάγεψε τον κόσμο».
Παρόλα αυτά, στην πραγματικότητα  είναι ένας εσωστρεφής και στοχαστικός άντρας, κυριευμένος από μια σκοτεινή θλίψη.   Όσο για τη συναισθηματική του ζωή, θα ομολογούσε ότι δεν είχε ερωτευτεί ποτέ καμία γυναίκα, «γιατί όλες αξίζουν να τις ερωτευτείς και το να δίνεις αποκλειστικότητα στη μία είναι σαν να προσβάλεις τις άλλες».

Το ”Mi Noche Triste” ή «Η νύχτα της θλίψης», είναι το πρώτο του ηχογραφημένο τάνγκο, μια κλασική πλέον ιστορία  ενός άνδρα που τραγουδά  για τη γυναίκα που τον απέρριψε. Το τραγούδι είναι νοσταλγικό και μελοδραματικό και αποτυπώνει  τον συναισθηματισμό του ίδιου του Μπουένος Άιρες.  Γίνεται ο ύμνος του Αργεντίνικου τάνγκο και  μουσική παγκόσμια!
Ο τραγουδιστής έζησε μέχρι τα όρια  κι έμπλεκε σε επικίνδυνες καταστάσεις,  όπως τότε που τον  πυροβόλησαν  στο στήθος κατά τη διάρκεια ενός καβγά στο δρόμο. Οι γιατροί αποφάσισαν ότι ήταν πολύ επικίνδυνο να εγχειριστεί κι έτσι η σφαίρα έμεινε στους πνεύμονές του για το υπόλοιπο της ζωής του.
«Στις ηχογραφήσεις του, μπορείτε να τον ακούσετε να αναπνέει με αυτή τη σφαίρα ακόμα στους πνεύμονές του. Δεν τον ενόχλησε ποτέ».

Βιβλίων Γη


Το 1935, στις 24 Ιουνίου, όταν ήταν μόλις 45 ετών και όντας στο απόγειο της δόξας του,  ο Κάρλος Γκαρντέλ σκοτώθηκε μαζί με τη συνοδεία του ενώ περιόδευε στη Νότια Αμερική. Το ιδιωτικό τους αεροπλάνο συνετρίβη στο Μεντεγίν της Κολομβίας, όπου εξακολουθεί να θεωρείται ήρωας.  «Ήταν ένας φανταστικός θάνατος, όπως ήταν η ζωή του», έλεγαν.
(Εντυπωσιακή λεπτομέρεια για εμάς τους Έλληνες είναι ότι στο ίδιο αεροπλάνο επέβαινε και ο πατέρας του Μάνου Χατζιδάκι ο οποίος επίσης σκοτώθηκε στη μοιραία πτήση. Από τότε ο Μάνος, όποτε άκουγε μελωδία του Γκαρντέλ αναθυμόταν με θλίψη τον πατέρα του…)
Η σωρός του Γκαρντέλ παρέλασε στους δρόμους του Μεντεγίν,  μεταφέρθηκε στα βουνά της Κολομβίας και με ατμόπλοιο στη Νέα Υόρκη, στο Ρίο ντε Τζανέιρο, στην Ουρουγουάη και τέλος, στο Μπουένος Άιρες προκαλώντας  παραληρηματικές εκδηλώσεις από τους θαυμαστές του.
Ογδόντα επτά χρόνια μετά, η φήμη του  συνεχίζεται, στο Μπουένος Άιρες και όχι μόνο. 

Ο Κάρλος κηδεύτηκε σε νεκροταφείο στο Μπουένος Άιρες. Οι θαυμαστές του εξακολουθούν να επισκέπτονται τον τάφο του για να αποτίσουν φόρο τιμής, ανάβοντας ένα τσιγάρο που το βάζουν στα χέρια του  χάλκινου αγάλματός του και βάζοντας ένα τριαντάφυλλο στο πέτο του.
Ένα δημοφιλές ρητό της Λατινικής Αμερικής λέει: «Cada dia canta mejor» και σημαίνει “κάθε μέρα,  τραγουδάει και καλύτερα”, ή αλλιώς,  η μουσική του παλιώνει σαν το καλό κρασί. 





Σχετικά Άρθρα