Το Μαύρο Βιβλίο, Ορχάν Παμούκ

Βιβλίων Γη

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Πρόκειται για ένα αριστουργηματικό βιβλίο,  έργο τέχνης, πού χαρίζει μία απολαυστική περιπλάνηση τόσο στην Ανατολή, τη σοφία και τα μυστικά της όσο και στα βάθη της ανθρώπινης νόησης. Ο συγγραφέας ρίχνει μία εμμονική ματιά στην «άλλη» Κωνσταντινούπολη, όχι αυτή που γνωρίζουμε όλοι μας ως  επισκέπτες, καθώς δεν ασχολείται  με την Κωνσταντινούπολη του Τοπ Καπί, της Αγίας Σοφίας, της Γέφυρας του Βόσπορου -αν και αναφέρονται αρκετά συχνά. Η ματιά του Παμούκ δίνει στην Κωνσταντινούπολη τόσο σπουδαίο ρόλο στην ιστορία του, ώστε γίνεται  και η ίδια ένας βασικός χαρακτήρας.

Βιβλίων Γη


Ο Γκαλίπ, ο βασικός ήρωας-αφηγητής, είναι δικηγόρος. Μικρό παιδί ήταν όταν γνώρισε την ετεροθαλή ξαδέρφη του Ρουγιά, που ήρθε με την οικογένειά της για να ζήσει στη Κωνσταντινούπολη. Οι δυο τους πήγαιναν μαζί στο σχολείο και σύντομα ο Γκαλίπ την ερωτεύτηκε.  Ωστόσο, η Ρουγιά μεγαλώνοντας παντρεύτηκε  έναν αριστερό ακτιβιστή προσχωρώντας και η ίδια στην ομάδα και στις δράσεις του. Κάποια στιγμή τον εγκατέλειψε και παντρεύτηκε τον Γκαλίπ. Εμφανίζεται ως κλειστός, λιγομίλητος χαρακτήρας και  περνά τον περισσότερο χρόνο της διαβάζοντας κακομεταφρασμένα αστυνομικά μυθιστορήματα. Ο Τζελάλ, ετεροθαλής αδερφός της Ρουγιά, είναι είκοσι χρόνια μεγαλύτερός της  και γράφει καθημερινά μια στήλη για την εφημερίδα Μιλλιέτ. Οι στήλες του, που διαβάζονται από  πλήθος  αναγνωστών, καλύπτουν θέματα  λογοτεχνίας,  ιστορίας και πολιτικής της Κωνσταντινούπολης και της Τουρκίας γενικότερα, καθώς και έρευνες για εγκλήματα και άλλα κοινωνικά θέματα.

Στην αρχή του μυθιστορήματος, η Ρουγιά  εγκαταλείπει τον Γκαλίπ χωρίς εξηγήσεις και φεύγει προς άγνωστη κατεύθυνση. Ο Γκαλίπ αποκρύπτει το γεγονός από την ευρύτερη οικογένεια και αποφασίζει να την ανακαλύψει μόνος του.
Συγχρόνως, όμως, έχει εξαφανιστεί και ο Τζελάλ. Κανείς δε γνωρίζει πού ζει πραγματικά ο Τζελάλ -ψιθυρίζεται ότι έχει πολλά διαμερίσματα στην πόλη. Δεν έχει εμφανιστεί ούτε στη δουλειά κι έτσι η εφημερίδα   αρχίζει να δημοσιεύει παλιά του άρθρα που τα  άφησε σε έναν φάκελο.
Το μυθιστόρημα αφορά κυρίως τις προσπάθειες του Γκαλίπ να εντοπίσει τη Ρουγιά και τον Τζελάλ, καθώς διαισθητικά πιστεύει ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ των δύο εξαφανίσεων.  Για να καταφέρει να εντοπίσει τους δύο αγνοούμενους, ο Γκαλίπ βυθίζεται στη ζωή του Τζελάλ, στη γραφή του και, σταδιακά, στην ίδια του την ταυτότητα. Ουσιαστικά γίνεται το άτομο που αναζητά. Ξαναδιαβάζοντας τα άρθρα του Τζελάλ ανασκαλεύει το παρελθόν του και ανακαλύπτει άγνωστα  στοιχεία και για τη δική του ζωή, για το παρελθόν της γυναίκας του και του πρώην συζύγου της. Παρόλα αυτά,  ο αναγνώστης δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το εάν οι αναμνήσεις είναι του Τζελάλ, ( ή του Γκαλίπ;), για τις ερμηνείες που δίνει ο Γκαλίπ  ή, εάν τα λόγια είναι του ίδιου του Γκαλίπ -ή μήπως είναι του Τζελάλ;  Δεν έχει όμως τόσο σημασία  για τον αναγνώστη η έκβαση της αναζήτησης, αφού η συναρπαστική αφήγηση χρονικών περιόδων, εικόνων, ακόμη και στιγμών, τον παρασύρει τόσο, ώστε να ξεχνά το ζητούμενο του ήρωα που είναι η ανεύρεση των εξαφανισμένων και να εμβαθύνει προοδευτικά σε όλο και μεγαλύτερη επίγνωση της ίδιας του της ταυτότητας. Το βιβλίο ουσιαστικά στερείται γραμμικής αφήγησης και ακολουθεί μπρος-πίσω τον ταραγμένο ψυχισμό και τον κόσμο των αναμνήσεων του αρθρογράφου, που σιγά σιγά «μολύνει» και τον Γκαλίπ.  Δεν είναι ένα βιβλίο που διαβάζει κάποιος για να ανακαλύψει τι έχει συμβεί.

Βιβλίων Γη

Τι άλλο σημαίνει η ανάγνωση, αν όχι η κατάκτηση της μνήμης κάποιου άλλου;

Τι είναι το διάβασμα, αν όχι η απεικόνιση στο βουβό κινηματογράφο του μυαλού, αυτών που διηγείται ο συγγραφέας γράφοντας;

Είναι ένα βιβλίο μελέτης και  εμπειρίας,  εστιασμένο στην  Κωνσταντινούπολη, η οποία, διατηρώντας τον μεσαιωνικό της χαρακτήρα, και μέσα  στους βυζαντινούς λαβύρινθους των δρόμων και των σοκακιών, των νεκροταφείων και της ομίχλης,  μοιάζει να παραδέρνεται από συνομωσίες και ίντριγκες. Ο συγγραφέας αγαπώντας την, την απεικονίζει  σαν ένα  εκπληκτικό μωσαϊκό της Μέσης Ανατολής και του ισλαμικού πολιτισμού.
Από την άλλη, οι στήλες της  εφημερίδας του Τζελάλ,  μας χαρίζουν ένα πορτραίτο της λογοτεχνικής και ιστορικής Κωνσταντινούπολης, που μάλλον οι περισσότεροι Δυτικοί αγνοούν.
Μέσα από πολύωρες, χαοτικές περιπλανήσεις ο Γκαλίπ προσπαθεί να εντοπίσει τα άγνωστα διαμερίσματα του Τζελάλ. Όταν τελικά βρίσκει ένα από αυτά τα διαμερίσματα  – μια εφημερίδα στο πάτωμα δείχνει ότι  ο Τζελάλ ήταν εκεί την ημέρα που εξαφανίστηκε – μετακομίζει εκεί και αρχίζει να υποδύεται τον  Τζελάλ. Φοράει τα ρούχα του  και  αναλαμβάνει τη στήλη του στην εφημερίδα, γράφοντας δικά του άρθρα,  προσποιούμενος  ότι ο Τζελάλ τα  είχε αφήσει τελειωμένα πριν φύγει.
Η αναζήτηση του Γκαλίπ, που θυμίζει αστυνομική ιστορία  και τα άρθρα του Τζελάλ,  είναι το όχημα στο οποίο ο Παμούκ προσκαλεί τον αναγνώστη να ανέβει για να τον ξεναγήσει στα δαιδαλώδη, ατμοσφαιρικά  αξιοθέατα της Κωνσταντινούπολης,  της πόλης όπου η Ανατολή συναντά τη Δύση, και όπου ο ταξιδιώτης βιώνει τη μυθοπλασία, την πραγματικότητα και τις «δεύτερες έννοιες» των πραγμάτων.  Τον προσκαλεί για να τού διηγηθεί  φανταστικές ιστορίες, μεταφυσικά όνειρα και παιχνίδια σκέψης, μύθους με συμβολισμούς,  παιδικές αναμνήσεις, ταξίδια στην ιστορία, με χιούμορ παράλογο και σατιρίζοντας την κοινωνικοπολιτική κατάσταση παλαιά και σύγχρονη.

Βιβλίων Γη

Το κύριο θέμα όμως που θα μας απασχολήσει είναι η αναζήτηση της ταυτότητας. Μια φράση που εμφανίζεται συχνά στο βιβλίο: «Μπορείς να είσαι ο εαυτός σου;»
Όλοι οι ήρωες του Παμούκ αυτό αναζητούν. Ο Γκαλίπ «κλέβει» την ταυτότητα του ξαδέλφου του, πιστεύοντας ότι έτσι θα φτάσει στα ίχνη του και θα βρει τη Ρουγιά.  Ο Τζελάλ κλέβει πολλές ταυτότητες, μεταμφιεσμένος κατά τη διάρκεια των νυχτερινών περιπλανήσεων του, αναζητώντας ιστορίες για τη στήλη του.
Καθώς ο Παμούκ  στήνει έναν εξαιρετικό διαλογισμό  για την ταυτότητα, τη μνήμη και την πραγματικότητα, χρησιμοποιεί αντικρινούς καθρέφτες και, δημιουργώντας πολλαπλά είδωλα, παρουσιάζει και καταδικάζει αλληγορικά μια κοινωνία που χρησιμοποιεί συνομωσίες, πληροφοριοδότες και μυστικούς για να επιβάλει την υπακοή και την τάξη.
Υπέροχοι οι εσωτερικοί μονόλογοι για το κατά πόσο μας αρέσει ο εαυτός μας και όχι κάποιος άλλος που τον έχουμε για πρότυπο και πόσο μπορεί να γίνει αυτό βασανιστικό όταν αποποιούμαστε τον ίδιο τον εαυτό μας.
Εμβόλιμα,  μαθαίνουμε από την πηγή γνώσης του βιβλίου για τους μεταμφιεσμένους σουλτάνους  που περιφέρονται τις νύχτες ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους,  για τις ιερόδουλες, τις οποίες επισκέπτεται ο Γκαλίπ, που υποδύονται τις διάσημες Τουρκάλες ηθοποιούς, που και αυτές μιμούνται τα αστέρια  του Δυτικού κινηματογράφου,  για τις υπέροχες κούκλες-αγάλματα που φτιάχνει ένας Τούρκος τεχνίτης,  που όμως απορρίπτονται επειδή μοιάζουν με τους απλοϊκούς Τούρκους, ενώ οι Τούρκοι θέλουν πολύ να μοιάζουν με τους μοντέρνους Δυτικούς. Εδώ ο συγγραφέας κάνει υπαινικτική αναφορά στον αμφιλεγόμενο μιμητισμό των Τούρκων για τη δυτική  λογοτεχνία, τα ρούχα, τις ταινίες, τις συμπεριφορές,  προσεγγίζοντας με ιδιαίτερο τρόπο τη σύγκρουση Ανατολής και Δύσης και μετατρέποντάς τη σε υψηλή λογοτεχνία.

Ένας λαός μπορεί να αλλάξει τον τρόπο ζωής του, την ιστορία του, την τεχνολογία του, την κουλτούρα, την τέχνη και την λογοτεχνία του, αλλά δεν μπορεί να αλλάξει εύκολα τις χειρονομίες του.

Ο Τζελάλ, στη στήλη του, ασχολείται με  το θέμα της ταυτότητας του τουρκικού λαού έχοντας εσκεμμένα  αποφύγει να μάθει μια ξένη γλώσσα. 
Ο εθνικισμός συχνά πυκνά φουντώνει, ακούγεται κάτι για μια συνομωσία  που θα συμβεί ή και όχι, για έναν Μεσσία -ο Εκείνος που θα έρθει- ή και όχι. Μαθαίνουμε για τον δυσδιάκριτο όριο μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας που ταλαιπωρεί τους ήρωες, για τη δύναμη της μνήμης και των αναμνήσεων και τον καθοριστικό τους ρόλο για την εξελικτική πορεία της ανθρώπινης υπόστασης έως τον θάνατο, τυχαίο ή προκλητό.
«Την ώρα της καταστροφής, ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπιστεί ο θάνατος είναι η σφιχτή αγκαλιά κι ένα φιλί».
Ένα άλλο  θέμα, ο Χουρουφισμός, αναφέρεται πολλές φορές στις στήλες του Τζελάλ. Ο Χουρουφισμός ασχολείται με τα γράμματα του αλφαβήτου που διαγράφονται επάνω στα πρόσωπα και ο Παμούκ φτιάχνει ιστορίες με αυτό, ιδιαίτερα με την ιδέα ότι τα πρόσωπα αποτελούνται από μυστικά γράμματα (αραβικής ή λατινικής γραφής) και μπορούν να δείξουν την μυστική ταυτότητα ενός ατόμου.
Το Μαύρο Βιβλίο δομείται από δεκαεπτά κεφάλαια, όπου το καθένα έχει τίτλο και πρόλογο- απόσπασμα από  κείμενα παλαιάς τουρκικής λογοτεχνίας. Άλλα είναι αφηγηματικά και άλλα έχουν την μορφή  δημοσιογραφικών άρθρων, τα οποία όμως επηρεάζουν τη ροή της ιστορίας υποδαυλίζοντας το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Καθώς εξελίσσεται η πλοκή,  η ιστορία και τα κίνητρα των ηρώων γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα, απαιτώντας ιδιαίτερη προσοχή από τον αναγνώστη.
Στο τέλος του μυθιστορήματος η αναζήτηση φτάνει(;) στο τέλος της, ίσως όμως και να μην τελειώνει… Το σίγουρο είναι ότι τίποτε και κανείς δεν θα είναι πια ίδιος…
Το βιβλίο εκ πρώτης όψεως δεν είναι ογκώδες, αλλά πρόκειται για πλάνη, καθώς η εξαιρετικά μικρή γραμματοσειρά  και οι πολλές λεπτομέρειες με τα πυκνά νοήματα που προκύπτουν από αυτές, καθυστερούν την ανάγνωση. Κάθε μικρή σκέψη μέσα σε μία μεγαλύτερη, έχει το βάρος ενός μεγάλου συλλογισμού.
Είναι μια υπέροχη εμπειρία μάθησης καθώς οδηγεί με μαυλιστικό τρόπο τον αναγνώστη σε αναζήτηση πηγών για την γνώση των θεμάτων που θίγει και αυτό είναι, (προσωπική άποψη), μία γοητευτική διαδικασία.
Εύσημα στον συγγραφέα για το εξαιρετικό αφηγηματικό ύφος και την πολυεπίπεδη δομή του βιβλίου, καθώς και για την σχολαστική παρατήρηση της ζωής,  που του δίνει τη δυνατότητα να μας χαρίσει τέτοιο εξαιρετικό πόνημα.
«Εξάλλου, τίποτα δεν μπορεί να ξαφνιάσει όσο η ζωή, τίποτε άλλο, εκτός από το γράψιμο».

Μτφ. Στέλλα Βρεττού

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανίδα



 





Σχετικά Άρθρα