Ο Ρασπούτιν και η μοιραία πόρνη Γκούσεβα

Βιβλίων Γη

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Ο Γκριγκόρι Γιεφίμοβιτς Ρασπούτιν ήταν Ρώσος μυστικιστής ο οποίος άσκησε τεράστια επιρροή στο τελευταίο ρωσικό αυτοκρατορικό ζεύγος του τσάρου Νικολάου Β’ και της τσαρίνας Αλεξάνδρας. Γεννήθηκε στο Τομπόλσκ της Σιβηρίας στις 22 Ιανουαρίου 1869 και πέθανε στις 29 Δεκεμβρίου του 1916 σε ηλικία 47 ετών. Ήταν γιος χωρικών από τη Σιβηρία και παρόλο που πήγε σχολείο, παρέμεινε αμόρφωτος,  σε σημείο που δεν ήξερε ούτε να γράφει. Σε ηλικία 18 ετών πήγε σε μοναστήρι όπου μυήθηκε στη διδασκαλία των «Μαστιγουμένων», μία αίρεση που τα μέλη της ονομάζονταν επίσης και «πειθαρχούμενοι», «κουκουλοφόροι», «λερωμένοι» και οι οποίοι μαστιγώνονταν για λόγους μετάνοιας ή εξιλέωσης.  Κατά άλλη άποψη, διότι ήταν πιστοί του σαδομαζοχισμού.  Ο Ρασπούτιν διατύπωσε δικό του «δόγμα» σύμφωνα με το οποίο η σεξουαλική εξάντληση ήταν το καλύτερο μέσο για να φτάσει ο πιστός στην κατάσταση της «θείας αταραξίας»,  ώστε να βρεθεί πιο κοντά στον Θεό. 

Βιβλίων Γη

Το 1889 έφυγε από το μοναστήρι, πήγε στο χωριό του, παντρεύτηκε και απόκτησε τέσσερα παιδιά. Το 1901 εγκατέλειψε την οικογένειά του για να γίνει «προσκυνητής», κάποιοι λένε ότι αναζητούσε νέες σεξουαλικές περιπέτειες. Πέρασε μεγάλο διάστημα περιπλανώμενος φτάνοντας μέχρι το Άγιο όρος και τα Ιεροσόλυμα.  Στο διάστημα αυτό ανακήρυξε τον εαυτό του «άγιο» και ζούσε από τις δωρεές των χωρικών. Κατάφερε να γίνει γνωστός για τις υποτιθέμενες θεραπευτικές του δυνάμεις αλλά και για τη σκανδαλώδη σεξουαλική του συμπεριφορά. Το 1903 έφτασε στην Αγία Πετρούπολη και χάρη σε μία μανία που είχε καταλάβει την υψηλή κοινωνία για τον μυστικισμό και τον αποκρυφισμό κατάφερε να αποκτήσει φανατικούς θαυμαστές σε αριστοκρατικούς κύκλους.

Το 1905 έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με το αυτοκρατορικό ζεύγος. Τότε είχαν ξεκινήσει οι εξεγέρσεις ενάντια στη μοναρχία,  συγχρόνως όμως ο διάδοχος του θρόνου Αλέξης ήταν αιμορροφιλικός, ό,τι πρέπει για τον Ρασπούτιν που κατόρθωσε με αποστάγματα και γιατροσόφια να απαλύνει το πρόβλημα των αιμορραγιών του αγοριού. Με το περιστατικό αυτό άρχισε μία δεκαετία κυριαρχίας του στις υποθέσεις της τσαρικής οικογένειας και του κράτους,  αφού είχε φροντίσει να πείσει το ανήσυχο ζεύγος ότι η ζωή του παιδιού εξαρτιόταν από τον ίδιο. Ζώντας στην Πετρούπολη και κηρύσσοντας ότι η σωματική επαφή μαζί του είχε εξαγνιστικά και θεραπευτικά αποτελέσματα, κατάφερε να αποπλανήσει πολλές γυναίκες και ενώ οι καταγγελίες για τη διαγωγή του έφταναν στον τσάρο Νικόλαο,  εκείνος δεν τις πίστευε και τιμωρούσε με πολιτικούς διωγμούς τους καταγγέλλοντες. 

Μέχρι το 1911 όλοι μιλούσαν για τον ακόλαστο καλόγερο.  Τελικά,  ύστερα από πιέσεις ο τσάρος τον εξόρισε αλλά λόγω της τσαρίνας,  αναγκάστηκε να τον ανακαλέσει πίσω, αφού ισχυριζόταν ότι έβλεπε την τσαρίνα στο όνειρό του με φωτοστέφανο.  Η δύναμη του τυχοδιώκτη χωρικού έφτασε στο απόγειό της μετά το 1915 όταν ο Νικόλαος έφυγε για το μέτωπο κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου.  Ο τσάρος ανέλαβε προσωπικά την ηγεσία του στρατού επειδή ο Ρασπούτιν ισχυρίστηκε ότι είδε σε όραμα, ότι σε αντίθετη περίπτωση, θα χανόταν ο πόλεμος.  Η τσαρίνα διαδραμάτισε έτσι έναν πιο ενεργό ρόλο στη διακυβέρνηση και  ο Ρασπούτιν κατάφερε να ασκεί σημαντική επιρροή διορίζοντας και παύοντας προσωπικό του κράτους.

Βιβλίων Γη

Η αυξανόμενη επιρροή του Ρασπούτιν είχε έρθει σε μία εποχή πολέμου,  όπου οι ήττες του στρατού και οι στερήσεις βάραιναν πολύ στη συνείδησή όλων, ώστε να μην ανέχονται πλέον τη δύναμη ενός αναλφάβητου αγρότη στην εξουσία.  Παράλληλα οι άνθρωποι που γνώριζαν από κοντά τη συμπεριφορά του έκριναν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για τη χώρα.  Ακολούθησαν έτσι κάποιες απόπειρες δολοφονίας του Ρασπούτιν που όμως απέτυχαν.

Στις 29 Ιουνίου του 1914, όταν εκείνος είχε επισκεφτεί τη γυναίκα και τα παιδιά του στη γενέτειρά του στη Σιβηρία,  του επιτέθηκε με μαχαίρι μία πρώην πόρνη, η Τζίνα Γκούσεβα,  που είχε γίνει μαθήτρια του μοναχού Ηλιοδώρου. Ο Ηλιόδωρος ήταν κάποτε φίλος του Ρασπούτιν,  αλλά τον είχε σιχαθεί λόγω της συμπεριφοράς του προς τη βασιλική οικογένεια την οποία χρησιμοποιούσε μεν, αλλά μιλούσε άσχημα για αυτήν.


Ο Ηλιόδωρος είχε σχηματίσει μία ομάδα από γυναίκες τις οποίες είχε βλάψει ο Ρασπούτιν με σκοπό να τον δυσφημίσει ή και να τον σκοτώσει.  Η Τζίνα μαχαίρωσε τον Ρασπούτιν στην κοιλιά και όταν είδε τα σπλάχνα του να ξεπροβάλλουν φώναξε: «σκότωσα τον αντίχριστο!», όμως ο Ρασπούτιν χειρουργήθηκε και επέζησε.  Η κόρη του Μαρία σημειώνει ότι μετά από αυτή την επέμβαση δεν ήταν πια ο ίδιος.  Συχνά κουραζόταν εύκολα και έπαιρνε όπιο κατά του πόνου, επίσης δεν μπορούσε πλέον να μετακινηθεί πουθενά χωρίς την προσωπική του φρουρά.  Τη νύχτα της 29-30 Δεκεμβρίου του 1916 ο σύζυγος της ανιψιάς του τσάρου προσκάλεσε τον Ρασπούτιν στο σπίτι του και του πρόσφερε δηλητηριασμένο κρασί και γλυκό.  Το τέλος του Ρασπούτιν όμως ήταν εξίσου επεισοδιακό με τη ζωή του. Ενώ ήπιε το δηλητηριασμένο κρασί, ζητά δεύτερο ποτήρι, τρώει και τα γλυκά, όμως δεν δείχνει κανένα ίχνος αδιαθεσίας. 

Βιβλίων Γη

Έτσι ο Γιουσούποφ τον πλησιάζει και του ρίχνει μία σφαίρα στην καρδιά, ο Ρασπούτιν όμως καταφέρνει να συρθεί φωνάζοντας μέχρι την αυλή όπου τον προφταίνουν και του αδειάζουν ολόκληρο γεμιστήρα επάνω του.  Κατόπιν πήραν το σώμα του, το τύλιξαν μέσα σε ένα χοντρό ύφασμα,  το έδεσαν με ένα βαρίδι και το φόρτωσαν σε ένα αμάξι για να το ρίξουν στο παγωμένο ποτάμι.  Καθώς το ξεφορτώνουν όμως, διαπιστώνουν ότι το σώμα του ακόμα κινείται και την επόμενη μέρα όλη η Ρωσία γνωρίζει ότι ο Ρασπούτιν δεν έπαψε να ανασαίνει πάρα μόνο μετά από το ρίξιμο του στον ποταμό.  Αυτό ήταν αρκετό ώστε τα λαϊκά αναγνώσματα να δημιουργήσουν ένα θρύλο γύρω από τον Ρασπούτιν,  κάνοντας τους χωρικούς να φοβούνται το «στοιχειωμένο πνεύμα» του.  Ο Ρασπούτιν βαλσαμώθηκε και θάφτηκε στο αυτοκρατορικό παρεκκλήσι,  αφού πρώτα τον ξενύχτησε η αυτοκράτειρα, παρέα με έμπιστά της πρόσωπα.   Σε όλο το επόμενο διάστημα οι φήμες για τον τρόπο με τον οποίο πέθανε ο Ρασπούτιν έκαναν τους αγρότες να τιμούν φοβισμένοι το λείψανο του «Αγίου».

Εξαγριωμένοι από την κατάσταση αυτή οι μπολσεβίκοι ηγέτες που εντωμεταξύ είχαν επικρατήσει,  αποφάσισαν μία τελευταία εκταφή.  Τελικά το πτώμα μεταφέρθηκε κρυφά τη νύχτα σε ένα ξέφωτο,  όπου μία μικρή ομάδα στρατιωτών της “Ερυθράς φρουράς” με επικεφαλής έναν αξιωματικό ετοίμασε φωτιά και έκαψε το σώμα του Ρασπούτιν τον χειμώνα του 1917- 18 δίνοντας οριστικά τέλος στη λατρεία του λειψάνου του. 



Σχετικά Άρθρα