Οκτώ ήχοι για τη Μαργαρίτα, Αναστασία Ευσταθίου

Βιβλίων Γη

Γράφει η Νατάσα Μουτούση

Η υπέροχη φωτογραφία που διακοσμεί το εξώφυλλο και ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου ασκούν μία αναμφισβήτητη έλξη, τα οποία, σε συνδυασμό με την περίληψη στο οπισθόφυλλο, πυροδοτούν αυτόματα το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Γιατί δεν μπορεί παρά να έχει ενδιαφέρον το πρόσωπο με το οποίο πορεύθηκε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης τα είκοσι περίπου τελευταία χρόνια της ζωής του. Πρόκειται για τη γυναίκα που τον στήριξε στον αγώνα κατά των Οθωμανών, καθώς και στον προσωπικό του αγώνα με τις γνωστές δίκες και τις καταδίκες του, μοιράστηκε μαζί του χαρές και λύπες και έκανε μαζί του ένα παιδί, αστεφάνωτη, κάτι ασύλληπτο για τα στερεότυπα της εποχής.

Βιβλίων Γη

Το εγχείρημα να καταγραφεί αυτή η άγνωστη πτυχή της προσωπικής ζωής του Θόδωρου Κολοκοτρώνη με τη μοναχή Μαριγώ, την οποία τεχνηέντως αποσιωπά η πραγματική Ιστορία, απαιτεί προσοχή. Η Αναστασία Ευσταθίου, με σεβασμό στα πρόσωπα, ξεδιπλώνει ομαλά αυτή την αισθηματική σχέση και την οριοθετεί από τη γέννηση ακόμα της Μαριγώς Βελισσαροπούλου, περίπου το 1793, στην Αχαΐα, στην Πελοπόννησο, έως και τον θάνατό της στην Αθήνα, πιθανά το 1870.

Η ηρωίδα αφηγείται η ίδια τη ζωή της, την οποία έχει σε μεγάλο βαθμό καταγράψει στα κενά που παρουσιάζονται στα περιθώρια του εκκλησιαστικού βιβλίου της Οκτωήχου, αρχής γενομένης από την εποχή του ακούσιου εγκλεισμού της στο Μοναστήρι των Καταφυγίων, την ονομαζόμενη και Μονή Καταθεσίων. Η παρακλητική Οκτώηχος, με τις καθημερινές ακολουθίες που περιέχει, παραβάλλεται ευθέως με τα οκτώ σπουδαιότερα στάδια που στιγματίζουν τον βίο της γυναίκας, όπως τα υπαγορεύει η χρονική στιγμή και η μνήμη.

Την παιδική ηλικία της Μαριγώς σημαδεύουν τα συγκλονιστικά γεγονότα της Οθωμανικής κατοχής από τα πρώτα χρόνια της ζωής της, στα τέλη του18ου αιώνα. Το 1800,επτάχρονη παιδούλα, οδηγείται από τους γονείς της στο μοναστήρι για εντελώς άγνωστο για εκείνη λόγο, υποτασσόμενη στον άγραφο κώδικα της ανδροκρατούμενης κοινωνίας. Για έναν άλλον αδιευκρίνιστο επίσης λόγο, τα χρόνια του μοναχισμού της, δεν την επισκέπτονται ποτέ οι δικοί της, ένα μυστήριο που λύνεται αναπάντεχα πολλά χρόνια αργότερα. Από τη πρώτη στιγμή διαπιστώνει ότι ο μοναχικός βίος δεν της ταιριάζει, αλλά είναι ο μονόδρομος που οι άλλοι έχουν ορίσει. Παγιδεύεται σε έναν ιστό που αδρανοποιεί κάθε αντίδραση της.

Βιβλίων Γη

Μόνο που θύμωσα πολύ για τη τύχη που έγραφαν τούτοι οι γονιοί στο τεφτέρι του ριζικού μου.

Τα γράμματα που διδάσκεται, από την αυστηρή κατά τα άλλα ηγουμένη Τιμοθέη, είναι το λάφυρο που θα τη βοηθήσει να «υψώσει τη φωνή της» και να καταγράψει αυτά που αισθάνεται να βιώνει. Κάθε ήχος του εκκλησιαστικού βιβλίου «χτυπάει» με έναν ξεχωριστό τόνο στον δικό της απελπισμένο λόγο, μία κραυγή που η μόνη της συντροφιά, τα πουλιά, μπορούν να ακούσουν .Ανοίγει μία καινούρια σελίδα στη ζωή της εκεί επάνω στο ασκηταριό, το προσωπικό της καταφύγιο, όπου απομονωμένη εκτίει τη τιμωρία της για τη δήθεν απείθαρχη συμπεριφορά της.

Στα περιθώρια των Ήχων Α’,Β’ και Γ’, Ήχου πλάγιου του Α’, πλάγιου του Β’ και Δ’, του βαρύ Ήχου και τέλος του Ήχου Δ’, είναι αποτυπωμένη η γνωριμία της με τον Γέρο του Μοριά, η αλλαγή του ονόματός της σε Μαργαρίτα από εκείνον, η μετάβαση της στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στην Ύδρα το 1825, όπου γίνεται και η δεύτερη συνάντησή της με τον ήρωα. Το δερματόδετο βιβλίο είναι το πολύτιμο φυλακτό της που δεν αποχωρίζεται ποτέ.

Θυμάται τους ανεβασμένους σφυγμούς της καρδιάς της όταν τον πρωτοσυναντάει, έξω από το μοναστήρι της Καταφυγιώτισσας μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης. Εκεί όπου συναντάει τη μοίρα της μαζί με τον Θόδωρο, όπως απλά της συστήνεται, αγνοώντας εκείνη τη χρονική στιγμή την πραγματική του ταυτότητα.

Εκείνη την ανοιξιάτικη ημέρα εμφανίστηκε μπροστά μου σαν οπτασία. Γεροδεμένος και αγέρωχος, με μία δύναμη ανοικονόμητη που δεν κρυβόταν.

Η μοίρα όμως συνεχίζει να πλέκει το σχέδιο που έχει σκοπό να ολοκληρώσει και τον συναντά ξανά στο μοναστήρι στην Ύδρα, όπου εκείνη έχει σταλεί από την ηγουμένη Τιμοθέη. Το μοναστήρι, που λειτουργεί ως φυλακή υψίστης ασφαλείας, «φιλοξενεί» τον Κολοκοτρώνη με άλλους εκτοπισμένους αντικυβερνητικούς Μοραίτες, οπλαρχηγούς και προκρίτους, όλους απομονωμένους με διαταγή του Κουντουριώτη.

«Βαρύς ίσκιος, περπάτημα στιβαρό, μελετημένες κινήσεις, αετίσια μάτια, μορφή λατρεμένη». Οι πρώτες εικόνες που αντικρίζει η μοναχή με την εντυπωσιακή εμφάνιση της θρυλικής μορφής του άνδρα και οι οποίες επιδρούν καταλυτικά στη ψυχοσύνθεση της.

Η έκρυθμη κατάσταση στη χώρα, με τις παρεμβολές ξένων και τις παρεκτροπές φιλόδοξων ατόμων στο εσωτερικό, προξενεί αναταράξεις που δεν φέρνουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Οι Έλληνες δεν πορεύονται συντεταγμένα κατά την εξέγερση και η ελπίδα μετά από κάθε νίκη ανατρέπεται στη στιγμή και μετατρέπεται σε βάσιμη ανησυχία. Ο αγώνας έχει πάρει άσχημη τροπή με τον εμφύλιο να διχάζει. Η διχόνοια βασιλεύει και πλανάται ο φόβος ότι απομακρύνεται η αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού. «Όσο οι Έλληνες έτρωγαν τις σάρκες τους, οι Τούρκοι σημείωναν νίκες». Ο Μοριάς κινδυνεύει από τον Ιμπραήμ, που συλλαμβάνει, σκοτώνει και κατακαίει τα πάντα στο διάβα του και η Ρούμελη από τον Κιουταχή που παρελαύνει προς τον Νότο. Η αποφυλάκιση του Κολοκοτρώνη να συνεισφέρει, ως φύση προικισμένη με ηγετικά χαρακτηριστικά, κρίνεται απόλυτα αναγκαία.

Βιβλίων Γη

”Είμαστε καμωμένοι για τα μεγάλα, εάν κάνουμε στην άκρη τα μικρά, τη στενοκεφαλιά και τους εγωισμούς”, δηλώνει με πειθώ και οργώνει έφιππος ακατάπαυστα τις περιοχές εμψυχώνοντας τον λαό.

Η Μαργαρίτα, με μία λυτρωτική κίνηση, πετάει αποφασιστικά τα ράσα και ακολουθεί το πεπρωμένο της στο πρόσωπο του ανυπότακτου αρχιστρατήγου των ελληνικών δυνάμεων της στεριάς. Στέκεται στιβαρός βράχος δίπλα του στους αγώνες της επανάστασης όταν εκείνος συκοφαντείται και φυλακίζεται και πανηγυρίζει μαζί του αργότερα τη νίκη με την απελευθέρωση. Ο Κολοκοτρώνης θεωρεί σωτήρια τη λύση της διακυβέρνησης από τον Καποδίστρια, πενθεί τη στυγερή δολοφονία του και υποδέχεται θερμά τον νέο βασιλιά Όθωνα μερικά χρόνια αργότερα, φορώντας τη περικεφαλαία του, ως αναπόσπαστο μέρος της επίσημης στολής του. Η Μαργαρίτα με αξιοπρέπεια στέκεται πάντα στη σκιά του μεγάλου άνδρα και του προσφέρει απέραντη αγάπη, απεριόριστη αφοσίωση και περισσή φροντίδα. Αισθάνεται, όμως, να αποκτά υπόσταση μόνο μετά τον θάνατό του, στις 4 Φεβρουαρίου του 1843, όταν «Ανήρ μέγας ετελεύτησε».Τότε ακούει πρώτη φορά να την προσφωνούν με σεβασμό «χήρα του Κολοκοτρώνη». Αφοσιώνεται στον μοναχογιό τους τον Πάνο, που πήρε το όνομα του χαμένου πρωτότοκου γιού του στρατηγού, και καμαρώνει τα εγγόνια που αποκτάει.

Ο Κολοκοτρώνης, αγράμματος ο ίδιος, έχει προλάβει να υπαγορεύσει τα ενθυμήματά του στον Γεώργιο Τερτσέτη που τον επισκέπτεται στο σπίτι των Αθηνών, έχει καταφέρει να περιοδεύσει στον Μοριά να συναντήσει και συγχωρέσει ανθρώπους που τον έβλαψαν και έχει γράψει τη διαθήκη του, όπου αναγνωρίζει τον γιο του με τη Μαργαρίτα και αποκαθιστά την ίδια, την τελευταία του σύντροφο.

Με έναν παλμό γραφής σταθερό και λόγο ουσιαστικό, η συγγραφέας έχει ολοκληρώσει ένα πλήρες ιστορικό μυθιστόρημα με αναφορές σε όλες τις σημαίνουσες προσωπικότητες που συνέβαλαν σε συγκεκριμένους τομείς με τον έναν ή άλλο τρόπο στον αγώνα για την επίτευξη του στόχου της λευτεριάς. Η αφηγηματική ροή βρίσκεται σε περιβάλλον εναρμονισμένης ταύτισης με την ηρωίδα μέχρι τη στιγμή που η πένα της Αναστασίας Ευσταθίου αυτονομείται σκόπιμα, παραθέτοντας πλείστα τεκμηριωμένα ιστορικά περιστατικά.

Ο, τι είχαν να πούνε τα νιάτα το είπαν με τις επιλογές και τις πράξεις τους. Ό,τι έχουν να πουν τα γηρατειά το λένε με τις μνήμες.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κάκτος

Η Νατάσα Μουτούση γράφει κριτικές και απόψεις σε βιβλία μυθιστορηματικής θεματικής και μπορείτε να τη βρείτε στο Facebook πατώντας στον σύνδεσμο εδώ.

Σχετικά Άρθρα