Στράτης Μυριβήλης: Ο σημαντικότερος της Γενιάς του 30′

Βιβλίων Γη

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Πριν από 130 χρόνια, στις 30 Ιουνίου του 1892, γεννήθηκε ο σπουδαίος Μυτιληνιός λογοτέχνης, στη Συκαμιά της Λέσβου.
Τη γενέθλια μνήμη του τιμούμε με αποσπάσματα από δύο σπουδαία λογοτεχνικά έργα του.

Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ

Βιβλίων Γη

Η ζωή εν τάφω (1924) . Πρόκειται για ένα αντιπολεμικό μυθιστόρημα με τη μορφή ημερολογίου, επικό, ρεαλιστικό, αλλά και λυρικό. Κεντρικό πρόσωπο, ο φοιτητής-λοχίας Αντώνης Κωστούλας, που καταγράφει στο ημερολόγιό του, όχι την ηρωική, αλλά τη φρικτή πραγματικότητα του πολέμου.
Ο συγγραφέας κάνει μια καταγραφή της ψυχικής διάθεσης και των  συναισθημάτων που έχουν καθαρά αντιπολεμικό χαρακτήρα, πετυχαίνοντας να συνδυάσει τα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος με την ανάγκη για ειρήνη μεταξύ των λαών.

Ο λόφος με τις παπαρούνες, Απόσπασμα


Είναι και μια μέρα χαρούμενη μέσα στις άσκημες μέρες της πορείας. Μια μέρα γαλάζια και κόκκινη, με ανοιξιάτικον ουρανό, γεμάτη μαβιά μάτια, κόκκινα αγριολούλουδα και αργά μελαγχολικά τραγούδια.
Ήταν ένας λόφος  άλικος από τις παπαρούνες. Ξεκουραζόταν ένα Ρούσικο Σύνταγμα, που τραβούσε κι αυτό για το μέτωπο. Εκεί μας σταματήσανε κ’ εμάς. Είχε νερό μπόλικο και πρασινάδα εκεί δίπλα. Στήσαμε πυραμίδες τα όπλα και φάγαμε κοντά τους. Μας σίμωσαν κάτι μεγαλόσωμα παλικάρια με τριανταφυλλιά μάγουλα, με χοντρές μπότες και μπλούζες παιδιάτικες δίχως κουμπιά. Τα πηλίκιά τους είχαν κεραμίδι στενούτσικο.
— Γκίρτς;
— Γκίρτς.
— Κριστιάν;
— Κριστιάν.
— Ορτοντόξ;
— Ορτοντόξ.
Μας δεχτήκανε με χαρές σχεδόν παιδιάτικες. Γελούσανε, και μεις γελούσαμε, μας χάριζαν κονσέρβες, σουγιάδες. Με τα μεγάλα τους χέρια μάς χτυπούσανε στην πλάτη. Τραβούσανε και μας δείχναν από την τραχηλιά τους χρυσά, σιντεφένια σταυρουδάκια και φυλαχτάρια κρεμασμένα με αλυσιδίτσες. Σταυροκοπιόντανε με τον ορθόδοξο τρόπο.
— Κριστιάν! Κριστιάν
Φάγαμε μαζί, κουβεντιάσαμε ώρες δίχως να καταλαβαίνει γρι ο ένας απ’ τη γλώσσα τ’ αλλουνού. Όμως συνεννοηθήκαμε περίφημα. Η αγάπη κ’ η όχτρα έχουνε διεθνή γλώσσα.
Βρήκα κ’ ένα νεώτατον αξιωματικό, λεπτοκαμωμένο σαν κορίτσι, με μεγάλα γυαλιά και γελαζούμενα χείλη, που θυμόταν απ’ το σκολειό του μερικά αρχαία, τσάτρα-πάτρα. Τα μαλλιά του ήταν ξανθά σαν του καλαμποκιού, είχε κ’ ένα χρυσό μουστακάκι.
— Ημείς ρούσιαν λίαν Έλληνες αγαπώμεθαν! Οδησσόν λίαν Έλληνες! Λίαν!
Πήρε ύφος και μου απάγγειλε κάτι αλαμπουρνέζικα, που, όπως με βεβαίωσε ήταν Όμηρος από το πρωτότυπο. Κατόπι κάμανε μια μεγάλη χορωδία και μας τραγούδησαν λαϊκά τραγούδια. Καμπόσοι τα κομπανιάριζαν με κάτι μακριές μπαλαλάικες που τις σήκωναν στη ράχη σταυρωτά με το ντουφέκι τους. Δεν κατάλαβα τα λόγια των τραγουδιών, μα σίγουρα θα μιλούσαν για ένα δάσος χιονισμένο, για ένα χωριό χιονισμένο, που οι μπουχαρίδες των καλυβιώ του θυμιάζουνε γαλάζιον καπνό μέσα στον παγωμένον αγέρα. Ξανθιές γυναίκες με χοντρές πλεξούδες κάθουνται πίσω απ’ τα κλειστά τους τζάμια, με το λευκό κούτελο ακουμπισμένο στο γυαλί. Σκουπίζουν αργά με το δάχτυλό τ’ αχνισμένο τζάμι και βλέπουνε στα χαμένα, μακριά, μακριά, το ρούσικο κάμπο που δεν τελειώνει παρά στα ουρανοθέμελα. Μέσα στην απέραντη πλατωσιά, ένα μονοπάτι χαραγμένο στο χιόνι από τα έλκηθρα. Ένα μονοπάτι που πήρε τα παλικάρια του χωριού και τα πήγε μακριά, μακριά, πέρα από τα σταχτιά ουρανοθέμελα. Ίσως και πέρα απ’ τη ζωή.
Οι μορφές των τραγουδιστάδων ήταν σοβαρές, τα παιδιάτικά τους τα σλάβικα μάτια βούρκωναν. Σαν τέλειωσαν το τραγούδι μείναμε πολλήν ώρα ακίνητοι μαζί τους, ταξιδεύοντας πάνω στα φτερά της μουσικής, που ενώνει τις καρδιές, γιατ’ είναι η γλώσσα τους η πανανθρώπινη.
Σαν κάμαμε τις τετράδες για να φύγουμε, οι Ρούσοι βάλανε παπαρούνες μέσα στις μπούκες των τουφεκιώ μας. Ήτανε σα μια παράξενη λιτανεία με ατσαλένιες λαμπάδες, που στην κορφή τους άναβε η πιο χαρούμενη φλόγα.
Αντίο! Αντίο!
Ο πολύ νέος αξιωματικός πετά το καπέλο του, λυγερός, σχεδόν διάφανος μέσα στο φως.
— Χαίρε, λίαν, Έλληνες! Χαίρε!
Πόση αγάπη υπάρχει στον κόσμο! Άφθονη σαν ποτάμι που χύνεται μέσα σ’ έναν κάμπο. Ανθισμένη σαν ένας λόφος κόκκινος από τις παπαρούνες, που σε φωνάζουνε να τις κόψεις. Δεν έχεις παρά να σκύψεις να τις κόψεις.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΓΗΣ

Βιβλίων Γη

Το τραγούδι της γης, (1937) είναι ένα από τα λυρικά έργα του Στράτη Μυριβήλη. Για το έργο έχει γράψει κριτικός της εποχής του:


…όλα τα εκθαμβωτικά χρώματα πού διαθέτει η παλέτα του, μαζί με το εξαιρετικά πλούσιο και πάντα εκφραστικό, πάντα παραστατικό του λεξιλόγιο, ο Mυριβήλης τα έχει σπάταλα διαχύσει σ’ αυτό το τραγούδι που είναι ένας ύμνος στη γη και στην καρπερότητά της. Mας μεταδίδει μια μέθη, μια έκσταση διονυσιακή.


Ας σβήσει το τραγούδι, επίλογος του έργου


Ας σβήσει σιγαλινά το τραγούδι. Ας καταλαγιάσουν οι φωτιές, ας μαραθούν οι ξανθές φλόγες, ας ρίξουν τα φτερά τους τα μελτέμια.  Στάχτη χιονίζει στα ξανθά κεφάλια, χρυσόσκονη πασπαλίζεται στην πράσινη κόμη των δασών.
Αγαπημένοι, θα πεθάνουμε ένα βράδυ, και ο νους μας, που αστράφτει από τη ματιά του Θεού, θα σκοτεινιάσει σαν την απονύχτερη εκκλησία.  Έτσι θα πεθάνουμε ένα βράδυ, όταν το φως της ζωής θα χαμηλώνει στον ορίζοντά μας όπως το μάτι της αδειανής λάμπας. Και την ίδιαν ώρα μιλιούνια νέες ζωές θα ξεκινούν ανυπόμονα από τις καρπισμένες μήτρες.
Αμέτρητα χεράκια θα ψάχνουνε να πιάσουν το γαλάζιο φως, αυτό που θα βασιλεύει αξημέρωτα μέσα στα πηγμένα μάτια μας.
Θα νάρθει η αφεύγατη ώρα. Και μεις πρέπει να κλειδώσουμε δυνατά τα δόντια, να καταπιούμε, περήφανοι και πεισματάρηδες, ετούτον το μικρό στοχασμό.
Θα σταθεί ακίνητο το βλέφαρό μας, όπως το ματόφυλλο των αγαλμάτων. Θα πετάξει η ματιά μες από τα μαραμένα ματόκλαδά μας, όπως φεύγει μια πεταλούδα μες από το πεθαμένο άνθος.
Και πάλι τα κυκλάμινα θα ξεφυτρώνουν κάτω από τα χινοπωριάτικα χαμόδεντρα. Και πάλι οι κύανοι θα σκάζουν τα μαβιά τους άστρα μέσα στανοιξιάτικα χωράφια.  Θα λείπουμε εμείς από την πρωτομαγιά και το τριαντάφυλλο θανοίξει ανάμεσα στα λουλούδια, τόσο νέο και τόσο αγνό, όπως την πρώτη μέρα της Δημιουργίας, που άνθισε μέσα στη φούχτα του Θεού.
Σαν πέφτει η νύχτα, πάλι το τραγούδι της θάλασσας θα ξεδιπλώνει αργά και μεγαλόπρεπα τις στροφές του.
Οι μελαγχολικές ωδές των νερών θα έρχουνται πάλι από ταπόμακρα του πελάγου, καβάλα στα σκοτεινά και αόρατα κύματα.
  Μα δε θάμαστε πια στην αμμουδιά της ακρογιαλιάς, που τόσες φορές κράτησε ζεστές λακκούβες από τα κορμιά μας.
Κ’ εμείς θα είμαστε πεθαμένοι, πεθαμένοι για πάντα ανέλπιδα, όλους τους αιώνες των αιώνων.
Δε θάχουμε μερίδιο στο πανηγύρι της ζωής μηδ’ όσο κείνο το ταπεινό σαλιγκάκι, που λουφάζει, τυφλό, κουφό και βουβό, στο βυθό του ακίνητου νερού.
  Οι γυναίκες θα ανθίζουνε πάντα ωραίες. Σαν βραδιάζει θανοίγουν, νυχτολούλουδα, τα μεγάλα τους μάτια και θα κοιτάζουν ένα γύρω με αγάπη, ποθητές και καλές, σαν όλα μαζί ταγαθά του Θεού.
Μα σε καμιάς τα μάτια μέσα δε θα καθρεφτίσουμε πια το είδωλο της δικής μας μορφής.
Οι μελωδίες μας θα έχουνε ξεψυχήσει, πεθαμένα πουλιά που πάγωσε το θάλπος της ζωής κάτω από το πούπουλό τους.
Όμως τα βιολιά της χαράς θα τεντώνουνε πάντα καινούριες χορδές πάνω στον παλιό καβαλάρη.
Οι μηλιές θα γέρνουνε κάθε καλοκαίρι φορτωμένες τους κόκκινους καρπούς. Και πάνω σε κανένα μήλο δεν θάναι πατημένη η κοφτερή σφραγίδα από τα δόντια μας.
Και όταν τα χείλη μας θα πανιάσουν, ξεθωριασμένα σαν τα μαραμένα ρόδα, αδέρφια, το σύκο της ζωής θα είναι πάλι φουσκωμένο από τριανταφυλλί μέλι!…
Αγαπημένοι,
Ας προφτάσουμε καν να τραγουδήσουμε βροντερά, όλοι μαζί, το υπέρτατο τραγούδι των τραγουδιών, το τραγούδι της Γης.
Η ψυχή μας ας εξορμήσει σαν ένα βόλι που φεύγει και σφυρίζει. Ας αδειάσει σα μια αναστάσιμη ντουφεκιά, τραβηγμένη χαρωπά στο αδειανό γαλάζιο.
Ας φύγει ταψηλού πάνω στα άγρια φτερά μιας ζητωκραυγής.



Σχετικά Άρθρα

Ο ιστότοπος προστατεύεται!