Ο Έρωτας στα χορικά του Ευριπίδη, Ιππόλυτος, μέρος ε’

Βιβλίων Γη

Γράφει η Dimitra Papanastasopoulou

Στον Ιππόλυτο η δυστυχία της Φαίδρας έχει μάρτυρες κάποιες γυναίκες της Τροιζήνας, οι οποίες την περιβάλλουν με συμπάθεια. Η στάση αυτών των γυναικών είναι κάπως διαφορετική απέναντι στο φαινόμενο του άμετρου και συγχρόνως αθέμιτου έρωτα. Πρώτα πρώτα, δίνουν έμφαση στον υπερβολικό χαρακτήρα του πόθου της Φαίδρας για τον νεαρό Ιππόλυτο, απαλλάσσοντας, εν μέρει, τη γυναίκα του Θησέα από την ευθύνη για το κακό που τη βασανίζει.

Βιβλίων Γη
Πίνακας του Γκερέν. Ο Ιππόλυτος μπροστά στον Θησέα και τη Φαίδρα.

Αν στην Ιφιγένεια οι γυναίκες, όπως είδαμε, προσπαθούν να πείσουν τον εαυτό τους να αποφεύγουν τις ερωτικές υπερβολές, επικαλούμενες τον ηθικό οπλισμό τους, στα χορικά του Ιππόλυτου η ευχή για μια συνετή ερωτική ζωή μετατρέπεται με πολύ πιο εύγλωττο τρόπο σε προσευχή προς μια θεϊκή δύναμη, από την οποία φαίνεται να εξαρτάται αποκλειστικά η ερωτική αρμονία της ανθρώπινης ζωής.

Στο πρώτο στάσιμο, με δέος ο χορός απευθύνεται στον θεό Έρωτα, και μέμφεται έμμεσα τον παρθένο και αντιερωτικό Ιππόλυτο, όταν ισχυρίζεται πως είναι θανάσιμο σφάλμα να μην αποδίδουν οι θνητοί τις οφειλόμενες τιμές σ’ αυτόν τον παντοδύναμο θεό. Το χορικό είναι γνήσια λυρικό μέσα στην ευσέβειά του:

Έρωτα, έρωτα, που πόθο σταλάζεις στα μάτια, εμπνέοντας γλυκειά επιθυμία στην ψυχή εκείνων στους οποίους επιτίθεσαι, μην εμφανιστείς ποτέ άμετρος («άρρυθμος»). Διότι ούτε η φωτιά ούτε τα άστρα δεν διαθέτουν βέλος ισχυρότερο από εκείνο της Αφροδίτης που το εκτοξεύει με τα χέρια του ο Έρως, ο γιος του Διός. Μάταια, ματαιότατα η Ελλάδα, στις όχθες του Αλφειού και στις Πυθικές στέγες του Φοίβου, στοιβάζει σφαγμένα βόδια, αν δεν προσφέρουμε τιμές στον Έρωτα, τον βασιλέα των ανθρώπων, τον κλειδοκράτορα των πολυπόθητων θαλάμων της Αφροδίτης που, όταν έρχεται, κατακτά και καταστρέφει τους θνητούς με κάθε συμφορά.

Το χορικό συνεχίζεται με την υπόμνηση δύο γνωστών κατορθωμάτων της Αφροδίτης που υπήρξαν ολέθρια για τους θνητούς, που η θεά είχε διαλέξει ως θύματά της. Το ένα είναι η απαγωγή της Ιόλης από την ίδια τη θεά και η ερωτική της παράδοση στον Ηρακλή. Το άλλο είναι η ερωτική ένωση της Σεμέλης με τον Δία. Και οι δύο γυναίκες βρίσκουν τον θάνατο μέσα από τον έρωτα και ο χορός, με τρόμο σχεδόν, αναγνωρίζει πως η θεά αυτή είναι φοβερή («δεινή») κι εκπέμπει την πνοή της προς όλες τις κατευθύνσεις, πετώντας σαν τη μέλισσα.

Πιο κάτω, ανακαλώντας στη μνήμη του τη δυσοίωνη διαδρομή της Φαίδρας από την Κρήτη στην Αθήνα, ο χορός αναφέρεται και πάλι στη θεά Αφροδίτη, η οποία κομμάτιασε την ψυχή της Φαίδρας «με την τρομερή αρρώστεια του ανόσιου έρωτα». Η θεϊκή προέλευση του αθέμιτου έρωτα προβάλλεται κι εδώ με τρόπο σαφή.

Προς το τέλος του δράματος, όταν πια η Φαίδρα έχει αυτοκτονήσει, και ο Ιππόλυτος έχει υποστεί το μοιραίο πλήγμα της πατρικής κατάρας και τη θανατηφόρα επίθεση του θεόσταλτου τέρατος, ο χορός καταλήγει και πάλι στην ίδια διαπίστωση, που κι εδώ μοιάζει με δέηση προς τη θεά, αφού απευθύνεται προς αυτή:

Την ατίθαση ψυχή των θεών και των θνητών την οδηγείς εσύ, Κύπριδα, και μαζί σου εκείνος με τις πλουμιστές φτερούγες, που τους τυλίγει με το γρήγορο πέταγμά του. Και πετάει πάνω στη γη, όπως και πάνω στην πολύβουη αλμυρή θάλασσα. Ο Έρωτας γοητεύει μέχρι τρέλας την καρδιά εκείνου στον οποίον επιτίθεται πετώντας χρυσόφωτος: μαγεύει ορεσίβια και θαλάσσια ζώα, και όσα πλάσματα τρέφει η γη και βλέπει ο φλογερός ήλιος, και τους ανθρώπους. Μόνη εσύ κυριαρχείς πάνω σ’ όλα αυτά μαζί, με βασιλική εξουσία.

Βιβλίων Γη

Το συμπέρασμα που θα ευχόμασταν να εξάγουμε από όλες τις παραπάνω προσεγγίσεις δεν είναι μια εύκολη υπόθεση. Είναι αναμφισβήτητο, βέβαια, πως ο χορός στη δραματουργία του Ευριπίδη είτε θεωρεί τον έρωτα θεόσταλτη εμπειρία είτε τον χρεώνει στην ανθρώπινη ψυχή, τον αποδοκιμάζει στις ακραίες και αθέμιτες εκφάνσεις του. Αλλά μια τέτοια θέση εντάσσεται φυσιολογικά, θα έλεγε κανείς, στα πλαίσια του μετριοπαθούς ρόλου, που συνήθως διακρίνουμε στον χορό της ελληνικής τραγωδίας εν γένει.

Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να επισημάνουμε ότι η προβληματική του έρωτα στα χορικά του Ευριπίδη δεν είναι με κανέναν τρόπο εξαντλητική, ούτε καν πλούσια, αν σκεφτούμε μάλιστα ότι ο Ευριπίδης είναι εκείνος που ασχολήθηκε πιο επίμονα με τα ερωτικά πάθη και που, συνεπώς, θα μπορούσε να τροφοδοτήσει τα χορικά του με έναν πιο εύγλωττο και πιο φλύαρο λόγο περί έρωτος. Αντ’ αυτού, δε συναντούμε ούτε ένα χορικό τόσο συγκινητικό όσο εκείνο της Αντιγόνης του Σοφοκλή. Επίσης, η κληρονομική διάσταση του ερωτικού πάθους (την οποία η Φαίδρα επικαλείται μέσα στο παραλήρημά της), δε φαίνεται να ενδιαφέρει τον χορό.

Η μόνη ίσως εξήγηση που μπορεί να δοθεί σχετικά με την περιορισμένη δικαιοδοσία του ευριπίδειου χορού να μιλήσει για τον έρωτα, είναι πως η τολμηρή χρήση του θέματος αυτού στον χώρο της τραγωδίας συνεπαγόταν μοιραία και την περαιτέρω συρρίκνωση του ρόλου του χορού. Όσο πιο εσωτερική γίνεται η ανθρώπινη ροπή που οδηγεί στον τραγικό δεσμό, τόσο πιο απόμακρη είναι για τα πλήθη.

Ο Χέγκελ λέει ότι γενικά ο χορός δεν έχει θέση εκεί όπου πρόκειται για πάθη, έχοντας στον νου του, φυσικά, το νεότερο  και όχι το αρχαίο δράμα. Και, ίσως, αυτό να το είχε διαισθανθεί και ο Ευριπίδης.

Σχετικά Άρθρα

Ο ιστότοπος προστατεύεται!