Αγκάθια και πικραλίδες, Κυριάκος Αθανασιάδης

Βιβλίων Γη

Γράφει η Νατάσα Μουτούση

Με το «Αγκάθια και πικραλίδες», ο Κυριάκος Αθανασιάδης έρχεται να αναταράξει τα λογοτεχνικά δρώμενα με ένα βιβλίο ιδιαίτερης θεματολογίας και να ξεχωρίσει. Καταπιάνεται με το ευαίσθητο θέμα της νόσου Αλτσχάιμερ και τις επιπτώσεις, τόσο στον άνθρωπο που νοσεί όσο και στο περιβάλλον του και το διαχειρίζεται με αξιοθαύμαστο σεβασμό. Δίνει την ακριβή δοσολογία στο συναίσθημα που εκδηλώνεται, αποφεύγοντας τις υπερβολές που θα το κάνουν μελοδραματικό. Κρατάει με αυτόν τον τρόπο τις αποστάσεις από κάθε δραματική κατάσταση και προσφέρει την επίγευση της ανάγνωσης με αρώματα γλυκύτητας και τρυφεράδας.

Βιβλίων Γη

Στήνει με απόλυτη θεατρικότητα ένα πρωτότυπο σκηνικό και συγκλονίζει, χαρίζοντας ταυτόχρονα απόλαυση στον αναγνώστη που παρακολουθεί. Με μόνο δύο πρόσωπα, από τα οποία ουσιαστικά το ένα κυριαρχεί στον λόγο, επιτυγχάνει το ασυνήθιστο· να γεμίσει τον αναγνώστη με εικόνες, εικόνες που δημιουργεί η εκφορά του λόγου, που προβληματίζει και συγκινεί.

Δύο γυναίκες, διαφορετικές καταβολές, κοινωνικό επίπεδο, ηλικία, μόρφωση και θρησκεία, συνυπάρχουν συνδεόμενες με κάτι κοινό. Τη γυναικεία φύση τους. Η Ελληνίδα, μία ηλικιωμένη γυναίκα, μορφωμένη, συνταξιούχος καθηγήτρια φιλολογίας, διαγνωσμένη με άνοια, είναι ανήμπορη να αυτοεξυπηρετηθεί. Επαφίεται στη φροντίδα μιας Αλβανίδας, μέσης ηλικίας, που έχει προσλάβει ο γιός της. Με γνώμονα την ευθύνη που έχει επωμιστεί και για να ανταποκριθεί πλήρως στα καθήκοντά της, η Αλβανίδα συμβουλεύεται ένα σχετικό με τη συγκεκριμένη ασθένεια βιβλίο, το οποίο παρέχει πληροφορίες και οδηγίες. Γνωρίζει ότι απευθύνεται σε ένα «άτομο» που δεν «τα ‘χει χάσει», αλλά «μονάχα ξεχνάει», με αποτέλεσμα να αποδιοργανώνεται. Αναφέρεται στον εαυτόν της ως «ο περιθάλπτων» και προσπαθεί να οικειοποιηθεί τη νέα γλώσσα, την ελληνική, διατηρώντας με κάθε μέσον την επικοινωνία με το «άτομο», κάτι πολύ σημαντικό για τη παρακολούθηση της εξέλιξης της νόσου.

Βιβλίων Γη

Η Αλβανίδα περνάει ώρες με τη συντροφιά της ηλικιωμένης, αλλά ουσιαστικά νιώθει μοναξιά. Γεμίζει τη μοναξιά αυτή μιλώντας ακατάπαυστα και για τις δυο τους, αφού η κυρία Θέα αδυνατεί να ανταποκριθεί και ξεχνάει βασικά πράγματα. Γεμίζει τα κενά του διαλόγου, ο οποίος απουσιάζει, κάνοντας τις ερωτήσεις και δίνοντας η ίδια τις απαντήσεις. Κοιτάει την ηλικιωμένη στα μάτια για να καταλάβει τις αντιδράσεις της και να βγάλει συμπεράσματα της κατάστασης της. Της μιλάει συνέχεια σε μία προσπάθεια να την κάνει να θυμηθεί, γιατί έχει διαβάσει ότι σε όλα τα στάδια της νόσου παρατηρούνται περίοδοι διαύγειας. «Το λέει το βιβλίο». Η απώλεια μνήμης στη μία γυναίκα ενδυναμώνει τη μνήμη της άλλης, που ανακαλεί γεγονότα από το παρελθόν της και, ευκαιρίας δοθείσης, τα αφηγείται εμβαθύνοντας με λαϊκούς στοχασμούς. Διαπιστώνει ότι θέλει κι εκείνη να ξεχάσει πράγματα που την πληγώνουν. «Και θέλω να ξεχάσω κι εγώ, Θέα. Να πάθω αυτό που έπαθες εσύ και να ξεχάσω».

Ο αναγνώστης παρακολουθεί την καθημερινότητα των δύο γυναικών δομημένη σε μικρά κεφάλαια που απαρτίζουν ξεχωριστές ενότητες της κοινής ζωής τους. Η Αλβανίδα, εκτός των άλλων, φροντίζει για την επιλεγμένη διατροφή της ασθενούς με τις απαραίτητες βιταμίνες, αποφεύγοντας τις πολλές θερμίδες που προξενούν αύξηση του βάρους.

Τα κιλά μένουν επάνω σου και γαντζώνονται σαν αναμνήσεις και δεν φεύγουν. Και άντε μετά να τις ξεφορτωθείς και δαύτες.

Επιμελείται την εμφάνιση της Θέας με τη σχολαστική καθαριότητα σώματος και τον κατάλληλο ρουχισμό. Κάνει βόλτες μαζί της για περπάτημα, που κάνει καλό, και κάθεται σε καφέ και εστιατόρια εκτιμώντας την οικονομική άνεση της Θέας που τους δίνει αυτή τη δυνατότητα να απολαμβάνουν μικρές χαρές. Χαίρεται τις όμορφες αυτές μικρές χαρές, τη μυρωδιά και τη γεύση του φρέσκου ψωμιού, τη γλύκα μιας φρέσκιας πορτοκαλάδας και δείχνει την ευγνωμοσύνη της. Κάνει προσπάθεια να μιλήσει σωστά τη γλώσσα της νέας χώρας που ζει και διαβάζει στη γυναίκα, πριν τον ύπνο της, αποσπάσματα από το βιβλίο του Καζούο Ισιγκούρο «Ο ΘΑΜΜΕΝΟΣ ΓΙΓΑΝΤΑΣ».

Βιβλίων Γη

Ο μονόλογος της Αλβανίδας την οδηγεί σε παρελθόντες χρόνους, στην εξιστόρηση της δύσκολης ζωής που έχει περάσει στη χώρα της, με αφετηρία το μικρό χωριό του Αυλώνα, από την εποχή του Χότζα ακόμα. Αργότερα, στα Τίρανα, με άλλες κυβερνήσεις, οι συνθήκες είναι ανυπόφορες με τον φόβο να τους καταβάλει «τα πιο σοβαρά πράγματα στη ζωή μας είχαμε μάθει να τα λέμε ψιθυριστά». Εκμυστηρεύεται τον μεγάλο έρωτα που της υπαγόρευσε η καρδιά της σε μικρή ηλικία. Αν και η καρδιά είναι «άμυαλη» και «ανώριμη», εκείνη ήταν τυχερή τότε, αλλά η τύχη της δεν κράτησε πολύ. Οι δραματικές στιγμές που έζησαν την δεκαετία του ‘90 με την οικονομική κατάρρευση, τη φτώχεια και τη μετανάστευση, συνδυάστηκαν απόλυτα με την τραγική προσωπική ζωή της με τον μετέπειτα σύζυγο που την κακοποιούσε. Πληγωμένη από τη μοίρα και τους ανθρώπους εξακολουθεί να αγωνίζεται με ελπίδα, και αισιοδοξία.

Η δυναμική που κρύβει η επιλογή του λεξιλογίου είναι εμφανής μέσα στο επιμελώς προσεγμένο κείμενο. Λέξεις που εμπεριέχουν κατανόηση, συμπόνια, αλληλεγγύη και τρυφερότητα, αλλά και σαρκασμό και χιούμορ. Ένας ύμνος στην καλοσύνη, το νοιάξιμο, την ευγνωμοσύνη, τη σπουδαιότητα της μνήμης και τη τραγικότητα της απώλειας της.

Είναι κακό πράγμα να ξεχνάς τα πράγματα, το καταλαβαίνω ,αλλά πιο κακό είναι να ξεχνάς τις λέξεις, γιατί οι λέξεις κρύβουν ολόκληρες ιστορικές από πίσω. Και τί είναι ο άνθρωπος άλλο από ιστορίες;

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Bell

Η Νατάσα Μουτούση γράφει κριτικές και απόψεις σε βιβλία μυθιστορηματικής θεματικής και μπορείτε να τη βρείτε στο Facebook πατώντας στον σύνδεσμο εδώ.

Σχετικά Άρθρα

Ο ιστότοπος προστατεύεται!