Πάμπλο Νερούδα:  Ο Χιλιανός ποιητής του έρωτα και του αγώνα

Βιβλίων Γη

Γράφει η Μαρία Σιταρίδου-Τρουλάκη

Ο Πάμπλο Νερούδα,  ο Χιλιανός ποιητής του έρωτα και του αγώνα γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου 1904, στο Παράλ της Χιλής, με το πραγματικό όνομα: Νεφταλί Ρικάρδο Ρέγιες Μπασοάλτο.  Ξεκίνησε να γράφει ποίηση σε ηλικία 10 ετών και θεωρείται ο σημαντικότερος ποιητής του 20ού αιώνα στη Λατινική Αμερική. Εργάστηκε στο Διπλωματικό Σώμα ως πρόξενος. Όταν ο Πρόεδρος της Βενεζουέλας, Γκονζάλεζ Βιντέλα, απαγόρευσε τον κομμουνισμό στη Χιλή, βγήκε ένταλμα σύλληψης εις βάρος του. Διέφυγε στην Αργεντινή και από εκεί στην Ευρώπη, όπου έζησε ως εξόριστος από το 1948 μέχρι το 1952. Μετά το τέλος της Δικτατορίας, επέστρεψε στη Χιλή, αφού πλέον είχε γίνει διάσημος για τα ποιήματά του. Το 1971 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η βράβευσή του προκάλεσε αντιδράσεις, λόγω της πολιτικής του δραστηριότητας. Σε όλη του τη ζωή η αγωνιστικότητά του πήγαινε παράλληλα  με την ποιητική του δημιουργικότητα.
Τη γενέθλια μνήμη του τιμούμε με δηλώσεις του ίδιου και αποσπάσματα από το λογοτεχνικό έργο του.

Έχω για τη ζωή μιαν αντίληψη δραματική και ρομαντική. Ό,τι δεν αγγίζει βαθιά την ευαισθησία μου δεν με ενδιαφέρει. Όσον αφορά την ποίηση, στην πραγματικότητα κατέχω πολύ λίγα πράγματα. Γι’ αυτό συνεχίζω με τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Ίσως απ’ αυτά τα φυτά, τη μοναξιά, τη σκληρή ζωή, βγαίνουν οι μυστικές, αληθινά βαθιές «Ποιητικές Πραμάτειες» που κανείς δεν μπορεί να διαβάσει, γιατί κανείς δεν τις έγραψε. Η ποίηση διδάσκεται βήμα-βήμα ανάμεσα στα πράγματα και στις υπάρξεις, χωρίς να τα χωρίσουμε, αλλά ενώνοντάς τα με την ανιδιοτελή απλωσιά της αγάπης.

Κάποιος μ’ ακούει και δεν το ξέρουν,
όμως εκείνοι, που γι’ αυτούς τραγουδάω και που το ξέρουν
συνεχίζουν να γεννιούνται και να γεμίζουν τον κόσμο
Βιβλίων Γη
Η ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΝΗΣΙ

Όλη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί σου
στη θάλασσα πλάι, στο νησί.
Άγρια ήσουν και γλυκιά ανάμεσα στην ηδονή και στον ύπνο,
ανάμεσα στη φωτιά και στο νερό.

Ίσως πολύ αργά
τα όνειρά μας ενώθηκαν
στο ύψος ή στο βάθος,
ψηλά σαν τα κλαδιά που τα κουνάει ο ίδιος άνεμος,
κάτω σαν ρίζες κόκκινες που ακουμπάνε μεταξύ τους.

Ίσως το όνειρό σου
απομακρύνθηκε απ’ το δικό μου
και στη σκοτεινή θάλασσα
με αναζητούσε
όπως πριν
όταν ακόμα δεν υπήρχες,
όταν χωρίς να σε διακρίνω
έπλεα στο πλευρό σου,
και τα μάτια σου γύρευαν
αυτό που τώρα

− ψωμί, κρασί, έρωτα και θυμό −

σου προσφέρω απλόχερα
γιατί είσαι το κύπελλο
που περίμενε τα δώρα της ζωής μου.

Κοιμήθηκα μαζί σου
όλη τη νύχτα που
η γη η σκοτεινή γυρίζει
με ζωντανούς και πεθαμένους,
κι όταν ξύπνησα στα ξαφνικά
μες στο σκοτάδι
το χέρι μου είχα γύρω από τη μέση σου.
Ούτε η νύχτα ούτε ο ύπνος
μπόρεσαν να μας χωρίσουν.

Κοιμήθηκα μαζί σου
και μόλις  ξύπνησα το στόμα σου
βγαλμένο απ’ το όνειρό σου
μου έδωσε τη γεύση της γης,
του θαλασσινού νερού, των φυκιών,
του βυθού της ζωής σου,
και δέχτηκα το φιλί σου
μουσκεμένο από την αυγή
σα να μου ερχόταν
από τη θάλασσα που μας κυκλώνει.

Τίποτα δε μπορεί να συγκριθεί με το να είμαι ποιητής του λαού μου.

Εγώ θα μείνω με τους εργάτες να τραγουδήσω(…)
 για των ψαράδων τον ωκεανό, 
για το ψωμί των παιδικών μας αηδονιών, 
και για την αγροτιά και για τ’ αλεύρι μας,
τη θάλασσα, το ρόδο και το στάχυ, 
τους σπουδαστές, τους ναύτες, τους φαντάρους, 
για όλους τους λαούς σ’ όλους τους τόπους,
για τη λυτρωτική τη θέληση/ των πορφυρών λαβάρων της αυγής.
Πάλεψε πλάι μου, κι εγώ θα σου χαρίσω τα όπλα όλα της ποίησής μου
Βιβλίων Γη

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Απ’ όσα πράγματα έχω δει, μονάχα εσένα θέλω να εξακολουθώ να βλέπω, απ’ ό,τι έχω αγγίξει, μονάχα το δέρμα σου θέλω ν’ αγγίζω: αγαπώ το πορτοκαλένιο γέλιο σου, μ’ αρέσεις την ώρα που κοιμάσαι. Πώς να γίνει, αγάπη, αγαπημένη, δεν ξέρω οι άλλοι πώς αγαπάν, δεν ξέρω πώς αγαπήθηκαν άλλοτε, εγώ σε κοιτάζω και σε ερωτεύομαι, κι έτσι ζω, φυσικότατα ερωτευμένος. Μ’ αρέσεις κάθε βράδυ και πιο πολύ. Πού να ‘ναι; όλο ρωτάω αν λείψουν μια στιγμή τα μάτια σου. Πόσο αργεί! σκέφτομαι και με πειράζει. Αισθάνομαι φτωχός, ανόητος και θλιμμένος, και φτάνεις εσύ κι είσαι θύελλα που φτερούγισε μέσα απ’ τις βερυκοκιές. Γι’ αυτό σ’ αγαπώ κι όχι γι’ αυτό, για τόσα πράματα και τόσο λίγα, κι έτσι πρέπει να ‘ναι ο έρωτας μισόκλειστος και ολικός, ιδιάζων και τρομαχτικός,  σημαιοστόλιστος και πενθοφορεμένος, λουλουδιασμένος σαν τ’ αστέρια και χωρίς μέτρο – όριο, σαν το φιλί



Σχετικά Άρθρα