Να είχα, λέει, μια τρομπέτα, Μάρω Δούκα

Βιβλίων Γη

Γράφει η Νατάσα Μουτούση

Με μία λεπτομέρεια στο εξώφυλλο από το εικαστικό έργο του Γεωργίου Ιακωβίδη «Παιδική Συναυλία», του 1900,που εκτίθεται στην Εθνική Πινακοθήκη, καλωσορίζει η Μάρω Δούκα τον αναγνώστη στο βιβλίο της.

Βιβλίων Γη

Ο τρόπος έκφρασης σε ένα λογοτεχνικό κείμενο χαρακτηρίζει τον δημιουργό και η ανάγνωσή του επιδέχεται πολλές ερμηνείες με τη μαγεία που εκπέμπει και το κατατάσσει σε μία ιδιαίτερη βαθμίδα. Το «Να είχα, λέει, μια τρομπέτα» ανήκει σε μία εξέχουσα κατηγορία, υψηλά στο λογοτεχνικό βάθρο. Η Μάρω Δούκα εντάσσει αρμονικά το εξωπραγματικό στην πραγματικότητα, παρασύροντας τον αναγνώστη σε έναν κόσμο φαντασίας που έχει ακριβώς εκεί τις ρίζες του, στην πραγματικότητα. Πρόσωπα, σαν μυθικά πλάσματα, κινούνται μέσα σε υπαρκτούς τόπους, σε μία μυστηριώδη ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο μαγικός ρεαλισμός. Ιστορίες οικογενειακές υφαίνονται ανάλαφρα με τις ιστορίες του τόπου σε ένα συγγραφικό σύμπαν. Οικογενειακές σχέσεις, όπως αυτές διαμορφώνονται με τις συνθήκες της εποχής, διαφοροποιούνται σε ένα χρόνο που κυλάει ασταμάτητα από το παρόν στο παρελθόν και, γιατί όχι, στο μέλλον.

Η αφηγηματική τεχνική, πολυεπίπεδη, μεταπηδάει «άτακτα» από την πρωτοπρόσωπη στην τριτοπρόσωπη μέσα στην ίδια πρόταση με τους διαλόγους πλήρως εγκιβωτισμένους τεχνηέντως στη ροή. Το πλαίσιο που ορίζει η πλοκή είναι η σημερινή Αθήνα και η Κρήτη του παρελθόντος. Δίνεται με αληθοφάνεια το φανταστικό, το οποίο μπλέκεται περίτεχνα με τις πτυχές της πραγματικής ζωής. Στις λέξεις του κειμένου αντικατοπτρίζονται οι χαρακτήρες των ηρώων με τα βιώματά τους, που έχουν παραμείνει στο υποσυνείδητο και αναζητούν την απελευθέρωση στο συνειδητό.

Βιβλίων Γη

Η συγγραφέας αποτίει φόρο τιμής στη γυναίκα μέσα από τις περιγραφές των γιαγιάδων της. Δίνει στη γυναίκα ρόλο πρωταγωνιστικό σε μία κοινωνία ανδροκρατούμενη με την ανισότητα των φύλων και τα στερεότυπα να την ορίζουν. Δηλώνει ότι, αν και οι γιαγιάδες της πρωταγωνιστούν, συμβαίνει γιατί «η παράσταση αυτή είναι δικής της έμπνευσης και σκηνοθεσίας και δεν επιθυμεί να μπλεχτεί και με τους παππούδες».

Με στοιχεία του γλωσσικού ιδιώματος της Κρήτης, ο λόγος είναι γρήγορος, προφορικός, οποίος αναπτύσσει έναν άμεσο κώδικα επικοινωνίας με τον αναγνώστη. Ρέει αδιάκοπα, χωρίς τελείες, και άναρχα, με αιφνίδια άλματα από το ένα πρόσωπο που έχει τον λόγο στο άλλο. Διαφορετικές φωνές μπλέκονται ασύντακτα, αλλά γοητευτικά σε ένα παιγνίδι ανταγωνισμού, μία διελκυστίνδα για επικράτηση στο χώρο. Αν και γραμμένη Αικατερίνη στα επίσημα χαρτιά, η Κατίνα – Κατερίνα – Κατινάκι ή Κάτια – Κατιούλα ή Κατίγκω, γίνεται η γεννημένη ή αγέννητη Κάκια, η οποία από το δυάρι στα Πατήσια περιπλανιέται σε πράσινα παγκάκια, ταΐζει τα περιστέρια, και αφήνει την μνήμη της, ανένταχτη, να γίνεται το δυνατό της όπλο που υποτάσσει την φαντασία της. «Πιο πολύ μου φαίνεται ότι με το άπλωμα της εφημερίδας στο παγκάκι είναι σαν να θέλω να ορίσω τα όριά μου».

Η αγαπημένη της Κάκιας, η γλυκιά γιαγιά Αφροδίτη, η άλλη γιαγιά η Σφακιανή Ειρήνη, η Εργινιά, και η τρίτη, η εξ αγχιστείας αρχόντισσα, η περίλυπη Φιλαρέτη, είναι οι τρεις υπέροχες και αγέρωχες γιαγιάδες με λόγο και έργο. Οι γεωργικές εργασίες στην επαρχιακή ύπαιθρο και οι οικιακές ασχολίες συνδέονται με καταπίεση ένθεν και ένθεν, χειραγώγηση, κακεντρέχεια, γάμους, χαρές και πανηγύρια, απώλειες και φόνους, ακόμα και βεντέτες σε έναν ατελείωτο κύκλο αίματος γιατί «ρίχνανε τις μπαλωτιές κι όποιον πάρει ο χάρος». Κι όλα αυτά μέσα σε έναν άλλον, μεγαλύτερο κύκλο που διαταράσσεται από πολιτικές αναταραχές στη χώρα, εντάσεις παντός είδους, συλλήψεις, εκτοπίσεις, πολέμους και συλλαλητήρια.

Βιβλίων Γη

Χωρίς τέλος τα βάσανα. Λάθος μας αν πιστεύουμε ότι με το τετέλεσται τελειώνουν όλα, τίποτα δεν τελειώνει, ποτέ δεν ησυχάζει το μαράζι, ερπετό κουλουριάζεται και τινάζεται μετά και μας ταράσσει.

Η Μάρω Δούκα επεξεργάζεται σκέψεις και προβληματισμούς και, με μία ασύλληπτα πρωτότυπη ιδέα και μία δημιουργική ώσμωση, καταγράφει και αποδίδει ένα αξιόλογο έργο με τον τρόπο που εκείνη γνωρίζει να υπηρετεί την λογοτεχνία, αταλάντευτα. Με μία γραφή που τη χαρακτηρίζει και ύφος γλυκόπικρο, ειρωνικό και χιουμοριστικό, μιλάει για τη μοίρα που ακολουθεί κάθε άνθρωπο και τον βασανίζει, αλλά εκείνος αντέχει και αγωνίζεται, διατηρώντας πάντα χαραμάδες αισιοδοξίας.

Δεν θα μπορούσα να γίνω κι εγώ κάτι από το τίποτα, τοποθετώντας το ένα τίποτα δίπλα στο άλλο και στο άλλο και στο παρ άλλο τίποτα και να γίνω κι εγώ από το τίποτα ένα διάσημο και πλούσιο κάτι.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη

Η Νατάσα Μουτούση γράφει κριτικές και απόψεις σε βιβλία μυθιστορηματικής θεματικής και μπορείτε να τη βρείτε στο Facebook πατώντας στον σύνδεσμο εδώ.

Σχετικά Άρθρα